΅ Φωτογραφίες κα Μαρία Ντούρου
Όταν άνθισαν οι ανεμώνες, η Βαλύρα έμοιαζε να ανασαίνει αλλιώς. Σαν να είχε γείρει ο χρόνος προς το φως και να άφηνε τις ώρες να κυλούν πιο αργά, πιο τρυφερά, με μια μυστική υπόσχεση ευφορίας. Η Μαρία το ένιωθε από νωρίς εκείνο το πρωινό, προτού ακόμη ο ήλιος σηκωθεί καλά από τις πτυχές του Ταϋγέτου. Άνοιξε το παράθυρο και ο αέρας, δροσερός και καθαρός, μπήκε στο σπίτι φέρνοντας μαζί του άρωμα από χώμα υγρό και αρρητολεπτόπνευστες μυρτιές.
Σαν να την καλούσε κάτι αθέατο, έβαλε τη χειμωνιάτικη φορεσιά της και βγήκε στο ξέφωτο. Ο δρόμος προς τον ποταμό της Μαυροζούμενας άνοιγε μπροστά της σαν προσευχή. Οι όχθες στολισμένες με ασφάκες και κυπαρίσσια, με καλάμια πυκνά και απροσπέλαστα, θρόιζαν στον άνεμο σαν μυστικό τραγούδι. Οι ανεμώνες είχαν ανθίσει παντού, σε αποχρώσεις ιώδεις και βαθυκόκκινες, σαν μικρές φλόγες που ξεπηδούσαν από τη γη.
Η Μαρία περπατούσε αργά, αφήνοντας τα βήματά της να συγχρονιστούν με τον παλμό της φύσης. Σταματούσε πότε-πότε, έσκυβε και άγγιζε ένα πέταλο, όχι για να το κόψει, μα για να βεβαιωθεί πως είναι αληθινό. Η ομορφιά ήταν τόση που ο νους δυσκολευόταν να την αντέξει. Κι όμως, η φύση κοπίαζε και ευωδίαζε χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, συντονισμένη σε μια αγάπη μεγαλύτερη από τον άνθρωπο.
Καθώς προχωρούσε, το ποτάμι φάνηκε, ήσυχο και βαθύ, καθρεφτίζοντας τον ουρανό. Η δύση, αν και ακόμα μακριά, είχε ήδη αρχίσει να υφαίνει απαλά τα χρώματά της στα φύλλα. Η Μαρία κάθισε σε μια πέτρα και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο νερό. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε σαν να άνοιγε ένα παράθυρο μέσα της, και το φως, δειλό μα επίμονο, άγγιξε την ψυχή της.
Θυμήθηκε τα χρόνια που πέρασαν, τις μικρές χαρές και τις μεγάλες σιωπές. Θυμήθηκε πώς είχε μάθει να δίνει, να φροντίζει, να υπομένει. Μα τώρα, μέσα σε αυτή την αγκαλιά της φύσης, ένιωθε πως της επιτρεπόταν να ζητήσει κι εκείνη κάτι: να συναντήσει της ψυχής της το φως, να το αφήσει να ανθίσει όπως οι ανεμώνες.
Σήκωσε το κεφάλι και είδε μία ευλογημένη γιαγιά αγρότισσα να περπατά πιο πέρα, κρατώντας ένα καλάθι με βότανα. Αντάλλαξαν ένα χαμόγελο, απλό και καθαρό, σαν θείο χάρισμα. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Εκείνη τη στιγμή, η Μαρία κατάλαβε πως η ομορφιά δεν είναι κάτι που κατέχεται, μα κάτι που μοιράζεται σιωπηλά και με αγάπη στην καρδιά.
Συνέχισε τον περίπατό της κατά μήκος της όχθης. Οι μυρτιές ευωδίαζαν, τα κυπαρίσσια στέκονταν αγέρωχα, και τα καλάμια έγερναν στον άνεμο σαν να υποκλίνονταν. Έκοψε λίγες ανεμώνες, με σεβασμό, και τις κράτησε απαλά. Σαν να ένιωθε πως δεν τις αποσπούσε από τη γη, αλλά τις δανειζόταν για λίγο, για να στολίσει με αυτές το λεπτοφυές της ψυχή της ένδυμα.
Πέρασαν ώρες! Ο ήλιος άρχισε να γέρνει, βάφοντας τον ουρανό με χρώματα μελιού και ρόδου. Η Μαρία στάθηκε και άφησε το φως να την τυλίξει. Εκεί, ανάμεσα στο ποτάμι και τα άνθη, ένιωσε πως η ψυχή της είχε βγει στο φως. Δεν υπήρχε πια βιασύνη, ούτε βάρος. Μονάχα μια γλυκιά πληρότητα, σαν προσευχής θυμίαμα.
Γυρίζοντας προς το σπίτι, κρατούσε μέσα της εκείνη την αρμονία. Ήξερε πως η καθημερινότητα θα την περίμενε ξανά, με τις ίδιες ανάγκες και τις ίδιες απαιτήσεις. Μα τώρα είχε κάτι να της προσφέρει: το άρωμα των ανεμώνων, τον ήχο του ποταμού, τη μνήμη του φωτός. Και καθώς περπατούσε, με το φόρεμα της ψυχής της κοσμημένο και την καρδιά ελαφριά, κατάλαβε πως τώρα που άνθισαν οι ανεμώνες, είχε ανθίσει κι εκείνη με γιορτινό ένδυμα.
Θερμές ευχαριστίες στην κα Μαρία Φ. Ηλιοπούλου που ενέπνευσε αυτό το διήγημα, και στην κα Μαρία Ντούρου για τις φωτογραφίες με τις ανεμώνες του 2026.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου