Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Η Υπερήφανη Ψηλοκαρυά

 

                                                               Φωτό: Pinterest

Την είχαν βαπτίσει Ηλιάννα, μα στο χωριό  την φώναζαν Ψηλοκαρυά · παρανόμι βαρύ, ριζωμένο πάνω της σαν μοίρα. Από μικρό κορίτσι ψήλωνε αδιάκοπα, λες και είχε βάλει στοίχημα με τα μεγάλα δένδρα. Φορούσε ψηλά τακούνια ακόμη κι όταν δεν χρειαζόταν, έξαινε τα μαλλιά της και τα σήκωνε όρθια, κι έτσι περπατούσε αλύγιστη, σαν κορμός που αρνείται να λυγίσει στον άνεμο, κυνηγώντας  τα εφήμερα.

Ο δάσκαλος του χωριού, άνθρωπος μετρίου αναστήματος και μεγάλου νου, συνήθιζε να επικαλείται τον Πλάτωνα:
«Ο Θεός έπλασε πρώτα το κεφάλι του ανθρώπου· και για να μη σέρνεται στη γη, του χάρισε κορμί, χέρια και πόδια».
Η Ψηλοκαρυά όμως άκουγε δίχως  καρδιά. Κλεινόταν με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη, θαυμάζοντας το θνητό της σώμα, χαίροντας κάθε φορά που δεν ανακάλυπτε επάνω της την παραμικρή ατέλεια.

Τόση ματαιοδοξία την κατέκλυζε, τέτοια κενοδοξία και υπερηφάνεια, που το βλέμμα της θόλωνε απίστευτα. Η καρδιά της έπεφτε σε λήθαργο, ανίκανη να παρατηρήσει ή να παραδεχθεί την ύπαρξη άλλου ανθρώπου γύρω της. Σαν νάρκισσος είχε κλειστεί στο καβούκι της· δεν δεχόταν συμβουλές και ποτέ δεν αναγνώριζε την αλήθεια.  Τα βράδια, καθώς ξάπλωνε, ένιωθε μερικές φορές το κορμί της να σηκώνεται όρθιο, να γίνεται ψηλό σαν κολόνα και να λικνίζεται στα φυσήματα του αέρα. Άλλοτε πετούσε πάνω από όρη και θάλασσες, άλλοτε ανέβαινε ως τα άστρα, κι άλλοτε έσκαγε σαν άγριο κύμα πάνω σε μαύρα βότσαλα, συντρίβοντας  τα ίδια της τα σωθικά.

Οι χωριανοί ψιθύριζαν κρυφά πως, την ώρα που τη γεννούσε η δύστυχη μάνα της, ξέσπασε   τρομερή καταιγίδα, μα μόλις το νεογέννητο έκλαψε, η θύελλα κόπασε απότομα. Έτσι πίστευαν προληπτικά πως το παιδί κατάπιε την καταιγίδα και πως το άγριο θηρίο της φύσης, φυλακισμένο μέσα της, της τραβούσε το κορμί προς τα πάνω, μακραίνοντας τα πόδια της ασταμάτητα.

Άλλοι, βοσκοί που την έβλεπαν να περιδιαβαίνει τους αγρούς αγκαλιά με μια μαύρη γάτα, έκαναν τον σταυρό τους και ψιθύριζαν πως είναι ξωτικό, δαιμονισμένη γεραγίδα.

Ο νους της ήταν κοφτερός, μα σαν να είχε κοπεί στα δύο από μπαλτά. Η παιδική της καρδιά είχε παγώσει από κακία, κι έτσι τα έξυπνα λόγια της, άδεια από συναίσθημα, χτυπούσαν τους άλλους σαν τσουχτερή βέργα από λυγαριά. Όμορφη απ’ έξω και κακιασμένη από μέσα, είχε φυλακίσει την αγάπη σε σκοτεινά κατώγια.

Έτσι κύλησε η ζωή της Ψηλοκαρυάς, μακριά από το φως του Χριστού και τα αγνά   της ψυχής, τα φωτεινά σαλπίσματα. Ώσπου ήρθαν τα γεράματα. Τότε άρχισε να παραπονιέται πως ο καθρέφτης γέρασε κι έλεγε ψέματα. Κι όταν τα μακριά της πόδια έπαψαν να λυγίζουν και οι πόνοι έγιναν αβάσταχτοι, ζήτησε από τον Θεό γιατρειά — όχι όμως με μετάνοια. Του ζήτησε να την πάρει γρήγορα από τη ζωή, γιατί δεν ήταν πια ωραία.

Ένα δειλινό Χριστουγέννων, πριν ανοίξουν τα ουράνια των Φώτων, κάθισε εξαντλημένη κάτω από μια βελανιδιά, στου   πατέρα της το καρπερό κτήμα. Τυλιγμένη σε μία μάλλινη εσάρπα, τα βλέφαρά της βάρυναν και αποκοιμήθηκε ξαφνικά. Τότε ονειρεύτηκε πως ήταν δέντρο ψηλό και καλλίκορμο, με εντυπωσιακά κλαδιά και άνθη λαμπερά. Ο άνεμος χάιδευε τα φύλλα, και τα πολύχρωμα άνθη άγγιζαν τα μακριά της τα μαλλιά.

Μα όταν έσκυψε το βλέμμα της προς τη γη, είδε πως από τα ωραία της δάχτυλα είχαν φυτρώσει ρίζες βαθιά, βυθισμένες σε παγωμένα λασπόνερα. Κι άκουσε τότε ένα Παγανό να την καλεί από τη ρίζα:

— Θέλεις να μείνω εδώ ή να ανέβω ψηλά να σου κρατώ συντροφιά;

Τρομαγμένη, το πρόσταξε απειλητικά:
— Να μείνεις κάτω και να μη σέρνεσαι πάνω στα γυμνά μου πόδια.

Το Παγανό γέλασε σαρκαστικά και άρχισε να ανεβαίνει σιγανά. Τότε, για πρώτη φορά, η Ψηλοκαρυά επικαλέστηκε τον Χριστό ως προστασία:
— Χριστέ μου, κόψε με από τη γη, να μη λερώσει το βρωμερό Παγανό τα καθαρά μου πόδια.

Ο Χριστός την άκουσε και έκοψε τις ρίζες με λόγια δίκαια.

Όταν ξύπνησε, πίστεψε πως ήταν απλός εφιάλτης. Μα ο καιρός περνούσε και το περπάτημα γινόταν όλο και δυσκολότερο, ώσπου διαγνώστηκε με αυτοάνοσο νόσημα. Έχασε σταδιακά τον έλεγχο στις κνήμες και στα πέλματα. Με αναπηρικό καροτσάκι πήγαινε στην εκκλησία, άναβε ψηλή λαμπάδα ζητώντας γιατρειά — πάλι χωρίς εξομολόγηση, χωρίς μετάνοια και θεία κοινωνία.

Όταν έφυγε από τη ζωή, δίπλα στη βελανιδιά φύτρωσε και θέριεψε μια όμορφη  κορομηλιά με  δροσερά φύλλα, που χαιρετούσαν τον ήλιο στο ουράνιο του ανέβασμα. Μα χρόνια αργότερα, οι χωριανοί πρόσεξαν πως στον κορμό της κορομηλιάς φάνηκαν μαστοί και γοφοί ψηλά. Τότε όλοι πίστεψαν πως πάνω στο αθώο δέντρο αναπαύεται η Ψηλοκαρυά — εκείνη που προτίμησε τη σχιζοφρένεια και το αυτοάνοσο από την ταπείνωση και τη μετάνοια.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια: