Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Εκείνη που ήταν «του γιου της μητέρα»

 

Φωτογραφίες: Pinterest


 Ο Κώστας αναπολεί τα παιδικά του χρόνια καθισμένος σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Από τα ψηλά δώματα αγναντεύει τη Μεσσηνιακή πεδιάδα, καθώς το φως του απογεύματος απλώνεται σαν παλιά ανάμνηση στης ψυχής του το διάζωμα. Σήμερα συμπληρώνει τα ογδόντα του χρόνια . Κι όμως, ο άνθρωπος που θα ήθελε περισσότερο να του χτυπήσει την πόρτα και να του ευχηθεί δεν βρίσκεται δυστυχώς στη ζωή. Η γιαγιά του, η Αμαλία, έφυγε πριν από σαράντα χρόνια.

Μια νεαρή γυναίκα, που φροντίζει το σπίτι, τον πλησιάζει χαμογελαστά.
— Ποιος θα θέλατε περισσότερο, κύριε Κώστα, να σας έλεγε χρόνια πολλά σήμερα;
— Έλα, κάθισε Ανθούλα, της απαντά. Αυτά δεν λέγονται στα όρθια.

Ήμουν δώδεκα χρονών, λίγο πριν τελειώσω το Δημοτικό, όταν ένας τριαντάχρονος άνδρας χτύπησε την πόρτα μας. Δύο χρόνια μικρότερος από τη μάνα μου —εκείνη που  παντρεύτηκε στα δεκαπέντε και χήρεψε στα είκοσι πέντε— στεκόταν αμήχανος  στην  πόρτα.

  — Είναι ο γιος της θείας Ασπασίας από την Αμερική, είπε χαρούμενη σαν  παιδούλα η μάνα μου. Δεν θα αργήσω, πάμε μια βόλτα.

Τον πατέρα μου τον είχαμε χάσει πριν από δύο χρόνια. Η αλωνιστική μηχανή του έσκισε την κοιλιά· έφυγε ακαριαία, από ακατάσχετη αιμορραγία. Ζούσαμε τότε στο πατρικό της μάνας μου, μαζί με τη γιαγιά Αμαλία —τη μεγάλη μου, την ανεπανάληπτη μητέρα.

Οι επισκέψεις του νεαρού άνδρα, του John, πλήθαιναν. Ώσπου ένα βράδυ, η μάνα μου κι εκείνος με κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας και μου ανακοίνωσαν  τα "απίστευτα". Ο John, για να του γράψουν οι γονείς του την περιουσία τους, έπρεπε να παντρευτεί, να κάνει παιδί, με μια κοπέλα αγνή και όμορφη από την πατρίδα. Είχε ψάξει, έλεγαν, μα καμία δεν του άρεσε όσο η μάνα μου. Όμως υπήρχε πρόβλημα: δεν μπορούσε να δεχτεί εμένα στην οικογένειά του. Έπρεπε να μείνω στην Ελλάδα, να μην το μάθουν οι γονείς του, και να μεγαλώσω με τη γιαγιά.

Πάγωσα. Ένιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Πριν με προλάβουν τα δάκρυα, είπα ένα ξερό «καληνύχτα» και κρύφτηκα με λυγμούς κάτω από τα παπλώματα.

Για έναν μήνα άκουγα κρυφά τις συζητήσεις της μάνας μου με τη γιαγιά.
— Πού πήραν τα μυαλά σου αέρα; έλεγε η γιαγιά. Έχεις έναν γιο σαν τα κρύα νερά. Δεν βλέπεις τη Σούλα, τη ξαδέλφη σου; Χήρα στα δεκαοχτώ, μεγάλωσε μόνη της δυο παλικάρια.
— Δεν αντέχω μόνη μου, μάνα, απαντούσε κλαίγοντας η μάνα μου. Ο John με αγαπά.
— Πότε πρόλαβε και σ’ αγάπησε;
— Αφού θέλει να περάσουμε το γρηγορότερο στέφανα…

Δεν άντεξα. Πετάχτηκα από το δωμάτιο.
— Σταματήστε τη γκρίνια. Θα μείνω με τη γιαγιά. Με σένα θέλω να μείνω, γιαγιά. Σε αγαπώ πιο πολύ κι από μάνα.

Η γιαγιά ξέσπασε σε κλάματα.
— Κώστα μου, θα έρχομαι τα καλοκαίρια, είπε η μάνα μου. Θα σου φέρνω ωραία πράγματα.
Πήγε να με αγκαλιάσει, μα την έσπρωξα.



Ο γάμος τους έγινε στην Αθήνα. Δεν πήγα. Κουμπάρα στάθηκε η πρώτη ξαδέλφη της μάνας μου. Ο John έφυγε πρώτος για τη Νέα Υόρκη. Λίγους μήνες μετά, χαιρέτησα κι εκείνη για πάντα.

Ούτε γράμματα, ούτε δώρα. Μονάχα χρήματα κατέθετε στο βιβλιάριο της γιαγιάς για τις ανάγκες της σχολικής μου χρονιάς. Εκείνη δεν μου το μαρτυρούσε ποτέ. Ήξερε πως κάθε φορά που θυμόμουν την προδοσία της μάνας μου, θύμωνα, αρρώσταινα.

Έμαθα για τον θάνατό της πριν από δέκα χρόνια, όταν ζήτησε να ταφεί στη γενέτειρά μας. Είχε ζητήσει να μπει στον ίδιο τάφο με τη μάνα της. Δεν το επέτρεψα. Η γιαγιά Αμαλία ήταν η δική μου μάνα!

Στην κηδεία γνώρισα για πρώτη φορά την αδελφή μου, τη Νένια —την κόρη που απέκτησε με τον John. Μιλήσαμε στα Αγγλικά και σε σπαστά Ελληνικά. Ο John, λίγο πριν τα πενήντα, έπαθε κρίση ταυτότητας. Ερωτεύτηκε μια γυναίκα ελευθέρων ηθών, είκοσι χρόνια μικρότερή του, κι έφυγε από το σπίτι για πάντα. Η μάνα μου δεν ξαναζήτησε άνδρα. Έγινε βαθιά θρησκευόμενη, πήγαινε τακτικά στην Ορθόδοξη εκκλησία και αφιέρωσε τη ζωή της στην κόρη της. Η Νένια έκανε καλό γάμο. Η μάνα μας πρόλαβε να δει δυο όμορφα εγγόνια.

— Κύριε Κώστα, εσείς γιατί δεν παντρευτήκατε; ρώτησε η Ανθούλα.
— Για να διαιωνίσω τη δυστυχία;
— Ούτε τη μητέρα σας συγχωρέσατε, που από τον Θεό συγχωρέθηκε…Πώς δεν πάθατε όλα αυτά τα χρόνια κανένα μεγάλο κακό που κουβαλάτε μέσα σας όλη αυτή τη δυστυχία;
— Με έσωσε η γιαγιά μου. Η μάνα μου. Μου έδωσε όλη της την αγάπη. Ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν ύψωσε φωνή, δεν είπε κακή κουβέντα, δεν με πρόδωσε. Με πήγαινε στην εκκλησία. Μα στην εξομολόγηση δεν έλεγα πως δεν μπορώ να συγχωρήσω τη μάνα μου —γιατί ο παπάς δεν θα με άφηνε να κοινωνήσω και η γιαγιά θα στενοχωριόταν.
-Έτσι εσείς πιστεύατε ότι δεν θα σας συγχωρούσε ο ιερέας.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει η Ανθούλα. Μια δυνατή κραυγή βγήκε από τα σωθικά του Κώστα, σαν να λύγισαν σίδερα.




— Δεν αντέχω άλλο να κουβαλώ την οργή στα σωθικά μου. Συγχωρώ τη μάνα μου. Δεν είμαι ένοχος για τίποτα. Θέλω να μείνεις στην καρδιά μου μόνο εσύ, γιαγιά —εκείνη που ήσουν «του γιου σου μητέρα», η αγάπη είπε, και ξέσπασε σε κλάματα.

Και εκείνη την ευλογημένη ημέρα των ογδόντα γενεθλίων του, η αγάπη της γιαγιάς φώλιασε και φώτισε την καρδιά του δυστυχισμένου Κώστα.

-Λόγος Θείου Φωτός

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: