Ο Ευθύμης επιθυμούσε πολύ να αποκτήσει μια όμορφη αγιογραφία του Αγίου Ευθυμίου για το γραφείο του, αφού ήταν ο προστάτης του Άγιος. Εργαζόταν σκληρά και, όποτε έβρισκε ελεύθερες ώρες τον χρόνο που ήταν μάχιμος μηχανικός, είτε περιηγούνταν στο διαδίκτυο είτε επισκεπτόταν καταστήματα με θρησκευτικά είδη, αναζητώντας μια «ωραία» εικόνα του Αγίου Ευθυμίου.
Το «ωραία», βέβαια, ήταν σχετικό. Για τον Ευθύμη σήμαινε: να τη δω, να ταυτιστώ τόσο πολύ με τη μορφή του Αγίου, ώστε να πέσω κάτω ξερός!
Κάποιες εικόνες πράγματι χτύπησαν ελαφρά το καμπανάκι στην καρδιά του και ο νους του χάρηκε. Μα η χαρά κρατούσε λίγο· σύντομα κάτι άλλο, άσχετο, τραβούσε την προσοχή του και το προηγούμενο συναίσθημα ξεχνιόταν. Έτσι, για πολλά χρόνια, μέχρι και τη συνταξιοδότησή του, δεν είχε εντοπίσει την τέλεια εικόνα του προστάτου Αγίου.
Μια μέρα, λίγο μετά τη συνταξιοδότηση, του ήρθε μια ιδέα.
«Γιατί να μη μπω στο διαδίκτυο, να βρω κάποιες εικόνες και να τις δείξω σε ένα ΑΙ (artificial intelligence) που σχεδιάζει, ώστε να μου φτιάξει μία πραγματικά ωραία;»
Όμως, μη έχοντας γνώσεις αγιογραφίας, όλες οι σχεδιαστικές του προσπάθειες κυμαίνονταν από αστείες έως τραγικές. Σε μία εικόνα ο Άγιος ευλογούσε με λάθος δάχτυλο. Σε άλλη είχε τρισδιάστατο, αποτρεπτικό φόντο — ξένο προς τις βυζαντινές αγιογραφίες. Σε κάποια άλλη, η γραφή στο ειλητάριο ήταν ανορθόγραφη και δυσανάγνωστη, γεμάτη άσχετα σύμβολα.
Κάθε φορά που έδινε νέες οδηγίες και κάτι διορθωνόταν, προέκυπτε πάντα ένα άλλο πρόβλημα που δεν είχε προβλέψει ο Ευθύμης, ως μη γνώστης της αγιογραφικής τέχνης. Άλλοτε ο Άγιος καθόταν πάνω σε χρυσά τουβλάκια — το ΑΙ έκανε φιλότιμη προσπάθεια, αλλά χωρίς σαφείς οδηγίες αυτοσχεδίαζε με δυτικού τύπου, σύγχρονες εικόνες. Αντί ο σταυρός του μοναχού να βρίσκεται λίγο πάνω από το μέτωπο, κατέληγε σαν καρφί καρφωμένο στο κεφάλι του Αγίου.
Όσο για τα υποδήματα του Αγίου Ευθυμίου, εκεί πραγματικά δεινοπάθησε ο Ευθύμης. Από γυμνά πόδια πέρασαν σε σανδάλια σαν της γιαγιάς του, έπειτα σε ακριβά σύγχρονα σανδάλια και, στο τέλος, σε υποδήματα που θύμιζαν εκείνα του παππού του.
Βρέθηκε σε αδιέξοδο. Τότε του ήρθε μια νέα φαεινή ιδέα.
«Γιατί να μην ανεβάσω στο πρόγραμμα μια ωραία μορφή του Αγίου και να αφήσω το ΑΙ να συμπληρώσει ό,τι λείπει;»
Βρήκε πράγματι μια εξαιρετική απεικόνιση του Αγίου Ευθυμίου από τη μέση και πάνω. Την ανέβασε αμέσως και τη μοιράστηκε με το ΑΙ.
«Μπορείς να τη βελτιώσεις ώστε να φαίνεται ολόκληρος ο Άγιος;» ζήτησε.
Και πράγματι, η εικόνα ολοκληρώθηκε με τη μέγιστη ακρίβεια. Αλλά τι το ήθελε; Ο Άγιος φορούσε και πάλι… τα σανδάλια της γιαγιάς του Ευθύμη και το ειλητάριο είχε ορθογραφικά λάθη, λες και το αντέγραψε η ολιγογράμματη γιαγιά του Ευθυμία! Κι όταν προσπάθησε να δείξει στο πρόγραμμα ποια ακριβώς υποδήματα φορούν οι άγιοι στις βυζαντινές αγιογραφίες, και να διορθώσει τον λόγο στο ειλητάριο, είχε ήδη λήξει το όριο σχεδιασμού. Έπρεπε να περιμένει 20 ώρες και 56 λεπτά για την ολοκλήρωση της εικόνας.
Αδύνατον!
«Σε οκτώ ώρες θα χτυπήσει ο παπάς την καμπάνα στα Γρεβενά. Θα πάω να ανάψω κερί, να κοινωνήσω και να κεράσω τους ενορίτες μου — γιορτάζω!»
Ξάπλωσε απογοητευμένος, νιώθοντας πως η εικόνα δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ. Όμως δεν ήταν μόνος του σε αυτή την προσπάθεια. Ο Άγιος Ευθύμιος, ο προστάτης του, χαμογελούσε κρυφά. Γιατί άλλο είχε οικονoμήσει για την ημέρα της ονομαστικής εορτής του Ευθύμη.
Στην εκκλησία, μετά την απόλυση, τον περίμενε μια γριούλα. Ήταν ανιψιά της γιαγιάς του Ευθυμίας, από την οποία είχε πάρει το όνομά του.
«Ευθύμη μου», του είπε, «θέλω να σου δώσω αυτή την παλιά εικόνα του Αγίου Ευθυμίου. Δεν έχει μεγάλη χρηματική αξία, αλλά έχει μεγάλη πνευματική δύναμη και ευλογία. Είχε δύο η μακαρίτισσα η γιαγιά σου και μου έδωσε τη μία. Την κατέβασε από το εικονοστάσι της, πριν πολλά χρόνια, όταν πήγα να τη χαιρετήσω που γιόρταζε. Έλεγε πως τα αγόρια συνήθως παίρνουν το όνομα του παππού. Όμως, επειδή η μητέρα σου δεν έκανε κορίτσι και εσύ ήσουν το τέταρτο παιδί, σου έδωσαν το δικό της όνομα. Πολύ σε αγαπούσε…»
Ο Ευθύμης δεν μπορούσε καν να αντικρίσει την εικόνα. Τα μάτια του βούρκωσαν και γέμισαν δάκρυα. Κρατώντας τη στα χέρια του, ένιωσε σαν να έσφιγγε τα ροζιασμένα χέρια της αγρότισσας γιαγιάς του, στολισμένα με όλη της την αγάπη.
Και τότε, σαν αναλαμπή, του ήρθε στον νου η άτυχη προσπάθειά του να σχεδιάσει την εικόνα με το ΑΙ. Χαμογέλασε μέσα του και θαύμασε λέγοντας:
«Μέχρι και το ΑΙ ελέγχεις, Θεέ μου… και μου σχεδίασες τον Άγιο Ευθύμιο να φορά τα σανδάλια της γιαγιάς μου;»
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου