Στη Βαλύρα, ένα μικρό χωριό της Μεσσηνίας, εκείνα τα χρόνια μετά τον πόλεμο, γύρω στο 1950, οι άνθρωποι ζούσαν απλά, με κόπο αλλά και με πίστη. Τα σπίτια είχαν αυλές γεμάτες ζωή, οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και το πρωί της Κυριακής οι καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου ακούγονταν μέχρι τα χωράφια.
Στον δημόσιο δρόμο του χωριού, προτού τη στροφή προς το κοιμητήριο, ζούσε ο αείμνηστος μπάρμπα Γιώργος.
Ήταν γόνος καλής οικογενείας και απόφοιτος του Σχολαρχείου. Θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει άλλο δρόμο, να γίνει υπάλληλος σε κάποια πόλη ή δάσκαλος. Όμως εκείνος συνειδητά διάλεξε τη γεωργία κια την κτηνοτροφία. Υπήρξε άριστος κτηνοτρόφος και τιμημένος καλλιεργητής της πατρικής του γης.
«Η γη μάς τρέφει», έλεγε συχνά. «Και ό,τι φροντίζεις με αγάπη, σε ανταμείβει».
Δίπλα του είχε την Κωνσταντίνα, την όμορφη και ευσεβή κυρά του. Ήταν γυναίκα ήρεμη, με φωτεινά μάτια και πρόσωπο που έλαμπε από καλοσύνη. Υπήρξε άριστη σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά. Μα πάνω απ’ όλα ήταν σπουδαία υφάντρα με βαθιά πίστη και αγάπη προς τον Κύριο και τον πλησίον.
Στον αργαλειό της ύφαινε όλα τα ρούχα της οικογένειας: πουκάμισα, φουστάνια, κουβέρτες και στρωσίδια. Και πάντα περίσσευε κάτι για εκείνον που το είχε ανάγκη στο χωριό. Αν κάποια χήρα ή κάποιο φτωχό παιδί χρειαζόταν ρούχα για τον χειμώνα, η Κωνσταντίνα έβρισκε τρόπο να βοηθήσει.
Είχαν έναν γιο και τρεις κόρες. Τα παιδιά μεγάλωναν με αγάπη αλλά και με τάξη.
Η Κωνσταντίνα καθάριζε τακτικά τις αυλές, τάιζε τις κότες, φρόντιζε τα κουνελάκια και δεν ξεχνούσε ποτέ τα αδέσποτα ζώα της γειτονιάς. Πάντα υπήρχε λίγο ψωμί ή λίγος καρπός για εκείνα.
Εκείνη την εποχή οι μητέρες είχαν μια όμορφη συνήθεια. Κάθε Σάββατο έλουζαν τα παιδιά τους. Τα ετοίμαζαν προσεκτικά για την Κυριακή. Τα ρούχα τους ήταν καθαρά και μοσχοβολούσαν σαπούνι και βασιλικό.
Το πρωί πήγαιναν όλοι μαζί στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Εκεί κοινωνούσαν και μετά, στην αυλή του ναού, συναντούσαν τους συμμαθητές και τους φίλους τους.
Το Σάββατο επίσης ήταν και μια ιδιαίτερη μέρα για τον μπάρμπα Γιώργο.
Εκείνη τη μέρα έφερνε τα πρόβατά του νωρίτερα στη στάνη. Τα άρμεγε, αλλά δεν σταματούσε εκεί. Ασχολούνταν με κάτι που οι άλλοι βοσκοί θεωρούσαν παράξενο: την καθαριότητα και τον καλλωπισμό των ζώων.
Συνήθως οι βοσκοί κούρευαν τα πρόβατα μόνο το καλοκαίρι. Ο μπάρμπα Γιώργος όμως τα καθάριζε όλο τον χρόνο. Με μια μικρή βούρτσα και με υπομονή καθάριζε το μαλλί τους, έβγαζε τα αγκάθια, φρόντιζε να είναι στεγνά και καθαρά.
«Τα ζωντανά είναι πλάσματα του Θεού», έλεγε. «Και αυτά θέλουν φροντίδα».
Στα κορίτσια του κοπαδιού, όπως αποκαλούσε χαϊδευτικά τις προβατίνες του, φορούσε μικρά κολιέ με μπλε , πορτοκαλί χάντρες και κουδουνάκια. Όταν περπατούσαν στο λιβάδι, οι χάντρες γυάλιζαν στον ήλιο.
Το ίδιο έκανε και με τη γαϊδουρίτσα του. Η Κωνσταντίνα της είχε υφάνει δύο όμορφα στρωσίδια για το σαμάρι της, με κόκκινες και μπλε γραμμές.
Αφού τελείωνε με τα πρόβατα, ο μπάρμπα Γιώργος περνούσε από το κοτέτσι , τα κουνέλια και τα γουρουνάκια του. Έριχνε τροφή, καθάριζε τα νερά και κοίταζε προσεκτικά μήπως κάποιο ζώο χρειαζόταν φροντίδα.Κατά καιρούς είχε και μία καλή αγελάδα που του είχε χαρίσει υγιέστατα μοσχαράκια.
Ήθελε όλα να λάμπουν.
Η Κωνσταντίνα δεν του έλεγε τίποτα. Ήξερε ότι αυτή η φροντίδα τον ευχαριστούσε. Μερικές φορές όμως στενοχωριόταν κρυφά. Τον έβλεπε να γυρίζει κουρασμένος από τα χωράφια και παρ’ όλα αυτά να ξοδεύει ακόμη δύο ώρες στη στάνη.
«Να ξεκουραστείς λίγο, Γιώργο», του έλεγε καμιά φορά.
Εκείνος χαμογελούσε.
«Σε λίγο, γυναίκα», απαντούσε.
Τα χρόνια πέρασαν έτσι. Και τα ζώα του μπάρμπα Γιώργου ήταν πάντα γερά.
Μια χρονιά ξέσπασε αρρώστια στα κοπάδια της περιοχής. Πολλά πρόβατα σε άλλα μαντριά αρρώστησαν. Οι βοσκοί ήταν απελπισμένοι.
Στο κοπάδι του μπάρμπα Γιώργου όμως δεν αρρώστησε κανένα.
Τα ζώα του ήταν πάντα στεγνά, καθαρά και περιποιημένα. Πολλοί έλεγαν πως η ιδιαίτερη φροντίδα τα έσωσε.
Εκείνος όμως δεν μιλούσε πολύ. Μόνο σταυροκοπιόταν.
Ένα απόγευμα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, η Κωνσταντίνα πήγε στη στάνη να του πάει λίγο ψωμί και τυρί. Εκείνος καθάριζε μια αγαπημένη του προβατίνα, τη Γαλάνω.
Η Γαλάνω είχε λευκό μαλλί με μια μικρή γαλάζια σκιά κοντά στο αριστερό αυτί της. Ήταν ήρεμη και τον ακολουθούσε σαν σκυλάκι.
Ο ήλιος χαμήλωνε και το φως γινόταν χρυσαφένιο.
Η Κωνσταντίνα στάθηκε στην πόρτα της στάνης και τους κοίταζε. Ο μπάρμπα Γιώργος χτένιζε απαλά το κεφάλι της προβατίνας.
Ξαφνικά η γυναίκα ταράχτηκε.
Για μια στιγμή της φάνηκε πως κάτι λευκό και φωτεινό πέρασε πάνω από το κεφάλι της Γαλάνως. Σαν φτερά. Σαν να την χάιδευαν απαλά.
Έκανε ένα βήμα πίσω.
«Παναγία μου…» ψιθύρισε.
Ο μπάρμπα Γιώργος γύρισε.
«Τι έχεις, Κωνσταντίνα;» τη ρώτησε.
Εκείνη δίστασε λίγο.
«Μου φάνηκε…» είπε σιγά. «Σαν να είδα φτερά… σαν φτερά αγγέλου… να αγγίζουν το κεφάλι της Γαλάνως».
Ο μπάρμπα Γιώργος την κοίταξε σιωπηλός.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Για λίγο δεν μίλησε.
Ύστερα χαμήλωσε το κεφάλι και έκανε τον σταυρό του.
Η Κωνσταντίνα τον κοιτούσε απορημένη.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και της χαμογέλασε γλυκά.
«Σου άνοιξε ο Θεός τα μάτια και το είδες», της είπε ήρεμα.
«Τι πράγμα;» ψιθύρισε εκείνη.
«Έρχεται», απάντησε ο μπάρμπα Γιώργος. «Πολλές φορές, όταν φροντίζω τα ζωντανά. Ένας άγγελος του Κυρίου».
Η Κωνσταντίνα έμεινε ακίνητη.
«Το ήξερες;» ρώτησε.
Ο μπάρμπα Γιώργος έγνεψε καταφατικά.
«Τον έχω νιώσει πολλές φορές», είπε. «Σαν ευλογία πάνω στο κοπάδι. Γι’ αυτό δεν σου έλεγα τίποτα. Έτσι έπρεπε να γίνει. Να το δεις μόνη σου».
Ένα απαλό αεράκι πέρασε μέσα από τη στάνη. Τα πρόβατα ήταν ήσυχα, σαν να καταλάβαιναν κάτι.
Η Κωνσταντίνα κοίταξε τη Γαλάνω και συγκινημένη κατάλαβε ότι ο άνδρας της ετοίμαζε τα ζωντανά για να λάβουν καθαρά τη θεία ευλογία.
Η προβατίνα στεκόταν γαλήνια, σαν να την είχε αγγίξει μια αόρατη χάρη.
Η γυναίκα με πίατη έκανε τον σταυρό της.
Και από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που έβλεπε τον άντρα της να καθαρίζει τα ζωντανά με τόση αγάπη, δεν στενοχωριόταν , αλλά χαιρόταν μέσα από την καρδιά.
Γιατί ήξερε πως στη μικρή στάνη της Βαλύρας, εκείνα τα ήσυχα απογεύματα, ένας άγγελος του Κυρίου περνούσε για να ευλογήσει του Θεού τα πλάσματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου