Φωτό: Pinterest
Η Ρηγούλα ήταν παιδί της Ανδρούσης Μεσσηνίας, γεννημένη το 1919, τότε που οι ζωές χαράζονταν από άλλους πριν προλάβουν να τις ονειρευτούν οι ίδιοι. Ψηλή, εύρωστη, με βλέμμα καθαρό και νου κοφτερό – «σαν αγόρι», έλεγαν με θαυμασμό και λίγη απορία για τα μέτρα εκείνης της εποχής. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της στον τόπο της, κι έπαιρνε τα γράμματα με μια ευκολία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Μα ήταν μοναχοκόρη και μοσχοαναθρεμένη· κι εκείνα τα χρόνια, ιδίως για τα κορίτσια, η ευφυΐα δεν αρκούσε για να ορίσει τη μοίρα τους.
Οι γονείς αποφάσιζαν πριν από τα παιδιά και για τα παιδιά. Έτσι και οι ευκατάστατοι γονείς της Ρηγούλας, σε συνεννόηση με φιλική τους οικογένεια, έταξαν τα παιδιά τους σε γάμο. Ο υποψήφιος γαμπρός, ο Αναστάσης, δεν είχε κλίση στα γράμματα· είχε όμως επιχειρηματικό δαιμόνιο, και ο πατέρας του τον προόριζε διάδοχο των εμπορικών του δραστηριοτήτων στην περιοχή.
Όσο η Ρηγούλα έλεγε «θέλω να σπουδάσω γιατρός», τόσο οι γονείς της επιτάχυναν τις επισκέψεις των μελλοντικών συμπεθέρων και δρομολογούσαν τον αρραβώνα. Κι όσο ο Αναστάσης κρατούσε μέσα του την αγάπη του για μια φτωχή κοπελίτσα του χωριού, τόσο έσκυβε το κεφάλι στη βούληση των δικών του. Όταν τόλμησε να υπαινιχθεί το αίσθημά του, γεύτηκε σκληρή απόρριψη. Από τότε σώπαινε. Κι εκείνοι εξέλαβαν τη σιωπή του ως συγκατάθεση.
Μια Κυριακή απόγευμα, στο σπίτι της νύφης,
με τον μέλλοντα κουμπάρο, τον ιερέα της ενορίας και διαλεχτούς συγγενείς παρόντες, πέρασαν βέρες στα παιδιά. Ο αρραβώνας επισφραγίστηκε, και άρχισε η τυπική περίοδος «γνωριμίας».Η Ρηγούλα, με την οξύνοια και τη λεπτότητά της, διέκρινε γρήγορα τη σκιά που βάραινε τον Αναστάση. Με τρόπο απαλό τον έκανε να μιλήσει. Κι όταν εκείνος της εκμυστηρεύτηκε τον κρυφό του έρωτα, εκείνη συγκινήθηκε. Του έσφιξε το χέρι και του είπε ήρεμα:
- Μη στενοχωριέσαι. Άσε τους γονείς μας να λένε. Εσύ θα παντρευτείς εκείνη που αγαπάς.
Δεν ήταν μόνο γενναιοδωρία· ήταν και λύτρωση. Η ίδια δεν επιθυμούσε εκείνον τον εσπευσμένο γάμο. Το όνειρό της είχε όνομα: ιατρική.
Πήγαν κρυφά στον ιερέα, δήθεν για νουθεσίες ως μελλοντικό ζευγάρι, και του εξομολογήθηκαν την αλήθεια. Ο σεπτός εφημέριος τούς συμβούλεψε να προσεύχονται και να μιλήσουν ευθέως στους γονείς τους. Μα όσο κι αν προσπάθησαν, συνάντησαν τοίχο. Οι γονείς και από τις δύο πλευρές παρέμεναν ανένδοτοι.
Έτσι, την ημέρα του γάμου, είχαν ήδη οργανώσει τη σιωπηλή τους αντίσταση.
Στο υπνοδωμάτιό της η Ρηγούλα διατηρούσε ένα μεγάλο μπαούλο γεμάτο φορέματα. Κρυφά από τη μητέρα της το άδειασε και το μετέτρεψε σε καταφύγιο. Όταν έφτασε η ώρα να στολιστεί νύφη, έμεινε μόνη με την κομμώτρια- που δεν ήταν άλλη από τη φτωχή κοπέλα που αγαπούσε ο Αναστάσης. Την έντυσε νύφη και της φόρεσε μακρύ πέπλο που σκέπαζε το πρόσωπο.
Ο Αναστάσης, με τις ευλογίες του ιερέα —ήταν πια ενήλικος— φρόντισε για τις άδειες και τα δακτυλίδια. Η Ρηγούλα ζήτησε και δεύτερο κουμπάρο, φίλο του γαμπρού. Κι έτσι, ενώπιον των δύο «καλών» οικογενειών, τα παιδιά χάραξαν μόνα τους τον δρόμο τους, με την ευλογία του Θεού και τη δική τους απόφαση.
Όταν αποκαλύφθηκε ποια ήταν η νύφη, οι γονείς της Ρηγούλας επέστρεψαν ταπεινωμένοι στο σπίτι τους. Η κοινωνική έκθεση διπλασιάστηκε όταν, τις επόμενες ημέρες, γύρισαν πίσω τα προικιά, στο σπίτι της Ρηγούλας.
Για καιρό ψυχράνθηκαν μαζί της. Ο πατέρας της δεν της μιλούσε· τη θεωρούσε «διαβολεμένη» για το τέχνασμα που σκάρωσε. Όμως η Ιστορία δεν άφησε περιθώρια για μακρχρόνιες έριδες. Όταν κηρύχθηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ρηγούλα ήταν μόλις είκοσι ενός ετών. Η επιβίωση έγινε προτεραιότητα.
Αφοσιώθηκε στην περίθαλψη των πασχόντων, ιδίως των πεινασμένων παιδιών. Το 1949, στα τριάντα της, έχοντας ήδη μαθητεύσει έμπρακτα στη νοσηλευτική, ολοκλήρωσε και επίσημα τις σπουδές της στον τομέα αυτό και έγινε μαία. Ήταν η φυσική της κλίση: η κοινωνική προσφορά.
Έτσι έζησε: ως γυναίκα που χάραξε, προς δόξαν Θεού, τον δικό της θεάρεστο δρόμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου