Φωτό: Pinterest
Αφορμή γι΄ αυτό το δοκίμιο στάθηκε μία πρόσφατη ανάρτηση του λόγου του κ. Αντώνη Ανδρουλιδάκη στη σελίδα στο FB της κας Μαυρίκη-Μπόβη Ουρανίας, φιλολόγου της Βαλύρας, με τίτλο: ΡΩΓΜΕΣ- Σκέψεις για τον εαυτό και τον τόπο μας. Λόγος πυκνός, υπαρξιακός και βαθιά διαποτισμένος από την εμπειρία του ρήγματος - προσωπικού και συλλογικού. Το κείμενο αυτό δεν λειτουργεί εδώ ως αντικείμενο φιλολογικής ανάλυσης, αλλά ως ζωντανό ερέθισμα σκέψης, ως μαρτυρία μιας κοινής αγωνίας που διατρέχει τον σύγχρονο άνθρωπο: την απώλεια της αίσθησης νοήματος, σχέσης και δυνατότητας του «μαζί». Ο λόγος του κ. Ανδρουλιδάκη ενέπνευσε στοχασμούς πάνω στα ρήγματα που βιώνουμε προσωπικά και συλλογικά, και στη δυνατότητα αποκατάστασης μέσα από τη σχέση, την αγάπη και την πίστη.
Το άρθρο που ακολουθεί επιχειρεί μια διαλογική προσέγγιση, συνδέοντας φιλοσοφία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία και θεολογία. Σκοπός του δεν είναι να δώσει έτοιμες απαντήσεις, αλλά να ανοίξει έναν χώρο σκέψης για το πώς το σπασμένο μπορεί να μεταμορφωθεί και να φέρει , μία συνειδησιακή μορφογένεση και μία νέα ομοιόσταση, σε έδαφος σταθερό, από το εγώ στο εμείς.
Είθε με καρδιά ανοιχτή, να αγγίξει όσους ψάχνουν να δουν το ρήγμα όχι μόνο ως απώλεια, αλλά και ως δυνατότητα αναγέννησης.
Κάθε ρήγμα, πριν γίνει αντικείμενο ανάλυσης, βιώνεται. Δεν εμφανίζεται πρώτα ως έννοια, αλλά ως αίσθημα απορρύθμισης: κάτι δεν “κρατά” πια, κάτι που θεωρούνταν αυτονόητο χάνει την ισορροπία του. Η επιστήμη το ονομάζει κρίση, η ψυχολογία αποδιοργάνωση, η κοινωνιολογία μετάβαση, η φιλοσοφία απώλεια νοήματος. Κι όμως, πίσω από όλες αυτές τις λέξεις υπάρχει μια κοινή εμπειρία: η κατάρρευση μιας ομοιόστασης. Όχι μόνο βιολογικής ή κοινωνικής, αλλά υπαρξιακής. Εκείνης της σιωπηλής συμφωνίας με τον κόσμο ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι, παρ’ όλες τις δυσκολίες, το πλαίσιο παραμένει αναγνωρίσιμο.
Οι άνθρωποι της γνώσης –επιστήμονες, ψυχολόγοι, φιλόλογοι– συχνά στέκονται με επιφυλακτικότητα απέναντι σε κάθε λόγο που υπερβαίνει το μετρήσιμο. Εκπαιδεύτηκαν να εμπιστεύονται τις δομές, τα μοντέλα, τις αιτιώδεις αλυσίδες. Δεν είναι άρνηση του βάθους· είναι φόβος της ασάφειας. Όμως το ρήγμα που βιώνουμε δεν είναι απλώς αποτυχία θεσμών ή γνωσιακών σχημάτων. Είναι η εμπειρία ότι οι ίδιες οι ερμηνευτικές μας βεβαιότητες δεν επαρκούν. Ότι η ζωή ξεφεύγει από τα εργαλεία μας. Και τότε, παρά τη θέλησή μας, επιστρέφουμε στο θεμελιώδες ερώτημα: πώς αποκαθίσταται η ισορροπία όταν έχει χαθεί το νόημα που τη συγκρατούσε;
Η βιολογία μάς διδάσκει ότι κάθε ζωντανό σύστημα τείνει στην ομοιόσταση, όχι ως στασιμότητα αλλά ως δυναμική ισορροπία. Όταν το περιβάλλον αλλάζει, το σύστημα είτε προσαρμόζεται είτε καταρρέει (Cannon, 1932). Το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο ως ψυχοκοινωνικό ον. Το τραύμα –ατομικό ή συλλογικό– δεν είναι απλώς μια πληγή, αλλά μια ρήξη στη συνέχεια του εαυτού και της αφήγησης του κόσμου (Janoff-Bulman, 1992). Η απώλεια δεν αφορά μόνο αυτό που χάθηκε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίναμε ποιοι είμασταν.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η παρατεταμένη κρίση παράγει μια κουλτούρα κυνισμού. Η μικρότητα βαφτίζεται ρεαλισμός, η παραίτηση ωριμότητα. Ο λόγος απογυμνώνεται από το υπερβατικό του φορτίο και περιορίζεται στο λειτουργικό. Όπως επισημαίνει ο Charles Taylor (2007), ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε ένα «εμμενές πλαίσιο», όπου ο κόσμος εξηγείται χωρίς αναφορά σε νόημα πέρα από το άμεσο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα άθεο· είναι, όμως, υπαρξιακά εύθραυστο. Γιατί όταν το σύστημα πιεστεί πέρα από τα όριά του, δεν υπάρχει πού να στηριχθεί.
Η ψυχολογία γνωρίζει καλά ότι μετά από μια βαθιά αποδιοργάνωση δεν επιστρέφουμε ποτέ στην προηγούμενη κατάσταση. Μπορεί, όμως, να προκύψει μια νέα μορφή ισορροπίας, συχνά πιο σύνθετη και πιο αληθινή. Η μετατραυματική ανάπτυξη (Tedeschi & Calhoun, 2004) δεν είναι αισιόδοξη αυταπάτη· είναι η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος, όταν αναγκαστεί να αναμετρηθεί με τις πεπερασμένες του δυνάμεις, μπορεί να αναδομήσει το νόημα της ζωής του σε βαθύτερα θεμέλια. Αυτό προϋποθέτει ότι το ρήγμα δεν θα καλυφθεί βιαστικά, αλλά θα ιδωθεί, θα αντέξει κανείς να το κοιτάξει.
Η ανθρωπολογία μάς θυμίζει ότι καμία κοινωνία δεν επιβίωσε χωρίς μύθο, τελετουργία και ιερό, ακόμη κι αν αυτά έπαιρναν κοσμικές μορφές (Durkheim, 1912). Το «μαζί» δεν είναι απλώς κοινωνική σύμβαση· είναι εμπειρία συμμετοχής σε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ατόμων. Όταν αυτό το νήμα σπάει, οι ζωές γίνονται παράλληλες μοναξιές. Και τότε, ακόμη και η επιστημονική γνώση, όσο ακριβής κι αν είναι, δεν αρκεί για να θεραπεύσει την αίσθηση εσωτερικής ερημιάς.
Εδώ, αργά και χωρίς θριαμβολογία, εισέρχεται η θεολογική ματιά –όχι ως αντίπαλος της επιστήμης, αλλά ως άλλος τρόπος κατανόησης της εμπειρίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για την πτώση όχι ως ηθική αποτυχία, αλλά ως διατάραξη της σχέσης και της αρμονίας οτυ ανθρώπου με τον Θεό και με τον πλησίον του. Ο Μέγας Βασίλειος σημειώνει ότι «ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο προς φθορά, αλλά η αποξένωση από την αληθινή ζωή έγινε αιτία θανάτου» (Ομιλίες εις την Εξαήμερον). Η φθορά, δηλαδή, δεν είναι τιμωρία, αλλά συνέπεια απώλειας της σχέσης που συγκρατεί την ύπαρξη.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προχωρά βαθύτερα, όταν γράφει ότι ο άνθρωπος είναι κλήση προς σύνθεση: να ενώσει μέσα του τα διαιρεμένα της κτίσης (Κεφάλαια Περί Αγάπης). Όταν αυτή η κλήση ξεχνιέται, ο κόσμος κατακερματίζεται – μέσα μας και γύρω μας. Όμως η θεραπεία δεν έρχεται με επιστροφή στο παρελθόν, αλλά με μεταμόρφωση. «Ουκ αφαιρείται η φύσις, αλλ’ ιατρεύεται», λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Η νέα ομοιόσταση δεν είναι άρνηση του ρήγματος, αλλά καρπός του.
Αν κάτι μπορεί να ειπωθεί στους ανθρώπους που εμπιστεύονται τη λογική και τη ζωντανή, νοήμονα φύση, είναι ότι η ίδια η ζωή μαρτυρεί μια τάση προς νόημα που δεν εξαντλείται στη μηχανική αιτιότητα. Η αυτοοργάνωση, η ανάδυση, η ικανότητα των συστημάτων να γεννούν νέες μορφές τάξης μέσα από το χάος (Prigogine & Stengers, 1984) δεν αναιρούν το μυστήριο· το καθιστούν ορατό. Η θεολογία, σε αυτή την προοπτική, δεν έρχεται να εξηγήσει το πώς, αλλά να φωτίσει το γιατί της επιθυμίας για ζωή, σχέση και υπέρβαση.
Ίσως, λοιπόν, μετά το ρήγμα, η νέα ομοιόσταση να μην είναι μια επιστροφή στην άνεση των βεβαιοτήτων, αλλά μια εύθραυστη ισορροπία που αντέχει την αβεβαιότητα. Μια κατάσταση όπου η επιστημονική γνώση, η ψυχολογική επίγνωση, η κοινωνική ευθύνη και η πνευματική αναζήτηση δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά συνομιλούν. Όπου το σπασμένο δεν κρύβεται, αλλά γίνεται τόπος συνάντησης. Και τότε, ίσως, ανακαλύψουμε ότι κάτω από τα συντρίμμια δεν υπάρχει μόνο απώλεια, αλλά και δυνατότητα επανεφεύρεσης του «μαζί» – όχι ως σύνθημα, αλλά ως βιωμένη εμπειρία κοινής ζωής.
Στην πατερική εμπειρία, το πρόσωπο δεν νοείται ως αυτάρκες άτομο, αλλά ως ύπαρξη που συγκροτείται μέσα στη σχέση του με τον Θεό και τον πλησίον του. «Δεν υπάρχουμε πρώτα και μετά σχετιζόμαστε· υπάρχουμε επειδή σχετιζόμαστε», θα μπορούσε να συνοψιστεί η εκκλησιαστική ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο στον βαθμό που εξέρχεται από το κλειστό εγώ και εισέρχεται σε κοινωνία προσώπων. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σημειώνει ότι η πτώση συνίσταται στη διάσπαση των σχέσεων που συγκρατούν την κτίση και τον άνθρωπο ενωμένους, ενώ η σωτηρία είναι η επανένωση των διαιρεμένων μέσα στην αγάπη (Μάξιμος Ομολογητής, Κεφάλαια περί αγάπης). Η απορρύθμιση που βιώνεται μετά το ρήγμα δεν είναι απλώς ψυχική ή κοινωνική, αλλά βαθιά προσωπική: είναι η απώλεια της σχέσης με την πηγή της ζωής. Η αποκατάσταση, επομένως, δεν μπορεί να είναι επιστροφή σε μια χαμένη κανονικότητα, αλλά επαναφορά της σχέσης. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος διατυπώνει με ακρίβεια ότι «το απρόσληπτο μένει αθεράπευτο», δείχνοντας πως η θεραπεία της ανθρώπινης ύπαρξης περνά μέσα από τη σχέση με τον Θεό που προσλαμβάνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη φύση ως ολότητα. Η εν Κυρίω αγάπη δεν λειτουργεί ως ηθική επιταγή ή συναισθηματική έξαρση, αλλά ως τρόπος ύπαρξης, ως κίνηση κοινωνίας. Μέσα σε αυτή τη σχέση, η φύση δεν καταργείται αλλά ιατρεύεται, και η θεία χάρη δεν επιβάλλεται αλλά συνεργεί. Έτσι, η ομοιόσταση αποκαθίσταται όχι ως στατική ισορροπία, αλλά ως δυναμική κοινωνία ζωής, όπου το ανθρώπινο βρίσκει τον ρυθμό του μέσα στη σχέση με το θείο. Το ρήγμα δεν αναιρείται, αλλά μεταμορφώνεται σε τόπο συνάντησης, εκεί όπου η ύπαρξη παύει να αμύνεται και αρχίζει να αγαπά αληθινά τον Θεό και τον πλησίον.
Βιβλιογραφία
Βασίλειος ο Μέγας. (χ.χ.). Ομιλίες εις την Εξαήμερον (νεοελληνική απόδοση). Αθήνα: Πατερικαί Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Cannon, W. B. (1932). The wisdom of the body. New York, NY: W. W. Norton.
Durkheim, E. (1912). Les formes élémentaires de la vie religieuse. Paris: Alcan.
Γρηγόριος ο Θεολόγος. (χ.χ.). Λόγοι (νεοελληνική απόδοση). Αθήνα: Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας.
Janoff-Bulman, R. (1992). Shattered assumptions: Towards a new psychology of trauma. New York, NY: Free Press.
Μάξιμος ο Ομολογητής. (χ.χ.). Κεφάλαια περί αγάπης (νεοελληνική απόδοση). Αθήνα: Εκδόσεις Πατερικαί.
Prigogine, I., & Stengers, I. (1984). Order out of chaos: Man’s new dialogue with nature. New York, NY: Bantam Books.
Taylor, C. (2007). A secular age. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Tedeschi, R. G., & Calhoun, L. G. (2004). Posttraumatic growth: Conceptual foundations and empirical evidence. Psychological Inquiry, 15(1), 1–18.
Zizioulas, J. D. (1985). Being as communion: Studies in personhood and the Church. Crestwood, NY: St Vladimir’s Seminary Press.
Θερμές ευχαριστίες στην κα Μαυρίκη-Μπόβη Ουρανία, φιλόλογο, για την ανάρτηση του λόγου του κ. Αντώνη Ανδρουλικάκη.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου