Φωτό: Pinterest
Όταν ο Παντελής πήρε το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή Αθηνών το 1970, ως αριστούχος, ένιωσε πως ο κόσμος του άνοιγε διάπλατα. Με τις οικονομίες του αγόρασε ένα σκούρο μπλε κοστούμι, μια ασορτί γραβάτα και κατέβηκε στην Καλαμάτα, όχι πια σαν το σεμνό παιδί της επαρχίας που έφυγε κάποτε, αλλά σαν άνθρωπος «καταξιωμένος».
Περπατούσε καμαρωτός στους δρόμους. Μέσα του μια φωνή επαναλάμβανε:
Δεν είσαι όποιος κι όποιος. Είσαι αριστούχος της Νομικής Αθηνών!
Δεν συμπεριφερόταν πια όπως παλιά. Δεν έτρωγε ψωμί με τα χέρια. Δεν γελούσε αυθόρμητα. Είχε απομνημονεύσει το σαβουάρ-βιβρ όπως το ποινικό δίκαιο και μιλούσε με τόση τυπικότητα και ψυχρότητα, που η γιαγιά του —εκείνη που τον μεγάλωσε μετά τον χαμό της μητέρας του από επάρατη ασθένεια— ένιωθε κάθε του λέξη σαν γροθιά στο στομάχι της.
Προσπάθησε να τον χαλαρώσει. Με λόγια απλά, με χιούμορ, με τη σοφία των ανθρώπων που έμαθαν τη ζωή δουλεύοντάς τη. Μα ήταν σαν να μιλούσε σε πέτρα.
Ώσπου μια μέρα, που είχαν πάει μαζί στο αγρόκτημά τους βόλτα, η σιωπή έσπασε.
«Τι να τα κάνω τα πτυχία, Παντελάκο μου», του είπε σκληρά,
«που δεν είσαι ικανός να μοιράσεις δυο γαϊδουριών το άχυρο;»
Η φράση είναι λαϊκή παροιμία, μα η γιαγιά κυριολεκτούσε.
Ο Παντελής πάγωσε. Πίστευε πως τον θαύμαζε. Πως δικαίωνε με την επιτυχία του όλες τις θυσίες της. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα του ράγισε. Σαν καμπανάκι που χτύπησε βαθιά.
Μήπως ο ήρωας της ιστορίας δεν είμαι εγώ, αναρωτήθηκε,
αλλά η γιαγιά μου που με ανέστησε;
Έσφιξε το κεφάλι του με τα χέρια, λες και θα έσπαγε. Χωρίς να πει λέξη, έβγαλε τα ακριβά του ρούχα , φόρεσε τα παλιά των μαθητικών του χρόνων που βρήκε στην αποθήκη, και ακολούθησε τη γιαγιά στον στάβλο.
«Γιαγιά», της είπε σιγανά,
«όλο μου έλεγες διάβαζε, και ποτέ δεν με άφησες να δω τι δουλειές κάνεις όλη μέρα. Μόνο στο τίναγμα της ελιάς με έπαιρνες καμιά φορά…»
«Το ξέρω», του απάντησε εκείνη.
«Είχες σχολείο, Γυμνάσιο, Λύκειο. Ήθελες όλα να τα κάνεις σωστά. Διάβαζες με τις ώρες.»
«Και τι κατάλαβα;» είπε εκείνος με δάκρυα.
«Αφού δεν έμαθα να μοιράζω σε δυο γαϊδούρια άχυρο…»
Η γιαγιά χαμογέλασε γλυκά.
«Μη φοβάσαι. Δεν πρόκειται να σε φάνε τα άλλα δικηγοράκια λάχανο. Έλα τώρα που τελείωσαν τα διαβάσματα, να σου δείξω πώς φυτεύουμε τα κουνουπίδια.»
Κι ύστερα, σαν να μιλούσε στον εαυτό της και στον Θεό μαζί, πρόσθεσε:
«Ο άνθρωπος, παιδί μου, στην ώρα της ανάγκης, δεν πρέπει να ξέρει μόνο ένα πράγμα. Πρέπει να μοιάζει στον Θεό: να τα γνωρίζει όλα και να θυσιάζεται αθόρυβα. Να υπογράφει θαύματα στην αφάνεια.»
Ο Παντελής λύγισε.
«Γιαγιά… όσο σκέφτομαι τις θυσίες που έκανες για μένα, μου ’ρχεται να σχίσω το πτυχίο μου.»
«Όχι!» φώναξε εκείνη.
«Άκου εκεί να το σχίσει! Παράγγειλα και σκαλιστή κορνίζα. Να μάθεις να πορεύεσαι σαν απλός άνθρωπος. Και στα λίγα και στα πολλά. Να σε βλέπει και να χαίρεται η ψυχή της μανούλας σου.»
Ο Παντελής δεν απάντησε. Έσκυψε μόνο και έπιασε το άχυρο. Αυτή τη φορά, το μοίρασε σωστά!
Επίλογος
Η ιστορία του Παντελή δεν είναι σύγκρουση μόρφωσης και αγροτικής ζωής, αλλά σύγκρουση αλαζονείας και ταπεινότητας.
Το πτυχίο δεν καταδικάζεται· καταδικάζεται η αυταπάτη ότι η γνώση από μόνη της αρκεί για να γίνει κανείς άνθρωπος εν Κυρίω.
Η γιαγιά ενσαρκώνει τη σιωπηλή σοφία της ζωής, εκείνη που δεν γράφεται σε βιβλία, αλλά χαράζεται με κόπο, απώλειες και Χριστού αγάπη.
Το «δυο γαϊδουριών άχυρο» γίνεται σύμβολο της στοιχειώδους ικανότητας να μοιράζεσαι, να στέκεσαι δίκαιος και χρήσιμος.
Ο Παντελής δεν ακυρώνει τις σπουδές του· τις ολοκληρώνει, επιστρέφοντας στον άνθρωπο που υπήρξε, πριν φορέσει το κοστούμι.
Η αληθινή παιδεία αποδεικνύεται στη στάση ζωής και όχι στους τίτλους.
Όταν η γνώση συναντά την ταπεινότητα, τότε γεννιέται η σοφία.
Και τότε, ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να «υπογράφει θαύματα στην αφάνεια».
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου