Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η υπόθεση της «Κιβωτού του Κόσμου » και η σκιά της δικαστικής απόφασης

 






Η πρόσφατη δικαστική απόφαση που αφορά τον Πατέρα Αντώνιο  και τη δράση του στην Κιβωτό του Κόσμου έχει προκαλέσει έντονο διχασμό στην ελληνική κοινωνία. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι η Δικαιοσύνη επιτέλεσε το έργο της, στηριζόμενη στις καταγγελίες και στα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της. Από την άλλη, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη και συνεχίζεται να διεξάγεται η διαδικασία, για την αξιολόγηση των μαρτυριών και για τη συνολική μεταχείριση ενός ιερωμένου που για χρόνια ταυτίστηκε με ένα σημαντικό κοινωνικό έργο.

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αγγίζει ζητήματα θεσμών, Εκκλησίας, κράτους, κοινωνικής πρόνοιας και – κυρίως – εμπιστοσύνης προς τη Ελληνική Δικαιοσύνη και την Ελλάδα ως κράτος δικαίου.

Είναι γεγονός ότι η «Κιβωτός του Κόσμου» αναπτύχθηκε ραγδαία με την πάροδο των ετών, βασιζόμενη σε δωρεές πολιτών και στην προσωπική ακτινοβολία του ιδρυτή της. Παράλληλα, υπήρξαν δημόσιες αντιπαραθέσεις σχετικά με τον τρόπο διοίκησης της οργάνωσης και τη σχέση της με τους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Υποστηρικτές του πατρός Αντωνίου επισημαίνουν ότι υπήρχε ένταση στις σχέσεις με το κράτος και την εκκλησία ως προς τον έλεγχο και τη διακυβέρνηση της δομής, αλλά η αφαίρεση της ηγεσίας του θα μπορούσε – κατά την άποψή τους – να είχε γίνει με διαφορετικό, θεσμικά ηπιότερο τρόπο. Διαχωρίζουν την ανάγκη κρατικής εποπτείας από αυτό που θεωρούν δημόσιο διασυρμό ενός ιερέα με πολυετή κοινωνική δράση.

Σημαντικό σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η αξιολόγηση των μαρτυριών που οδήγησαν στην καταδίκη. Όσοι αμφισβητούν την απόφαση εστιάζουν στο προφίλ και την ηλικία των βασικών μαρτύρων, στον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις και στον ρόλο των ειδικών επιστημόνων (ψυχολόγων) και στο κατά πόσον τηρήθηκαν όλα τα προβλεπόμενα επιστημονικά και δικονομικά πρωτόκολλα.

Σε υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους και ιδιαίτερα ευαίσθητες καταγγελίες, η διεθνής πρακτική προβλέπει μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει κλινική συνέντευξη από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, ψυχομετρική αξιολόγηση με σταθμισμένα εργαλεία, εξέταση αξιοπιστίας μαρτυρίας και ενδεχομένως ψυχιατρική εκτίμηση όταν υπάρχουν ενδείξεις ψυχοπαθολογίας. Επίσης, κατάθεση στο δικαστήριο αναλυτικής ψυχολογικής αναφοράς με περιγραφή των διακιδασιών αξιολόγησης, όλων των ευρημάτων και συζήτηση αυτών με έγκυρο και αξιόπιστο τρόπο, από αδειούχο δικαστικό ψυχολόγο.Είναι απορίας άξιον πώς οι δύο συγκεκριμένοι μάρτυρες κρίθηκαν κατάλληλοι από το δικαστήριο και ότι συμφωνούν οι ψυχολόγοι ως προς αυτό! Στην Ελλάδα, η άσκηση της ψυχολογίας προϋποθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Ωστόσο, σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις θεωρείται κρίσιμο οι αξιολογήσεις να γίνονται από επαγγελματίες με κατάλληλη κατάρτιση στην κλινική και δικαστική ψυχολογία.

Οι κλίμακες προσωπικότητας, όπως το MMPI-2 ή άλλες αντίστοιχες, χρησιμοποιούνται διεθνώς για την ανίχνευση ψυχοπαθολογίας, την εκτίμηση τάσεων παραποίησης ή υπερβολής και τη σταθερότητα αφηγήματος- εξέταση αξιοπιστίας μαρτυρίας (forensic credibility assessment).Έπρεπε τρεις ψυχολόγοι ταυτόχρονα να εξετάσουν τους μάρτυρες και να διαπιστωθεί ότι συγκλίνουν στατιστικά σημαντικά τα ευρήματά τους και οι αναλύσεις τους, προτού παραδοθούν στο δικαστήριο οι γνωματεύσεις τους, όσον αφορά την καταλληλότητα των μαρτύρων.

 Βασική προϋπόθεση πρωτίστως είναι τα εργαλεία αυτά να είναι σταθμισμένα στον ελληνικό πληθυσμό. Αν μία ψυχολογική κλίμακα δεν έχει ελληνική στάθμιση, η ερμηνεία των ευρημάτων ενδέχεται να είναι επιστημονικά αδύναμη ή αμφισβητήσιμη στο δικαστήριο. Αυτό είναι η πραγματικότητα γιατί τα ψυχομετρικά  τεστ που ενδεχομένως έχουν χρησιμοποιηθεί, δεν είναι σταθμισμένα στον Ελληνικό πληθυσμό, επομένως υπάρχει λάθος μέτρησης.Και όπως ένας γιατρός αν δεν κάνει κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις ο ασθενής δεν μπορεί να γνωματεύσει, έτσι και οι ψυχολόγοι, χωρίς έγκυρες και αξιόπιστες ψυχολογικές εξετάσεις είναι αδύνατον να αποφανθούν για την καταλληλότητα των μαρτύρων. Βέβαια, η αξιοπιστία μιας κατάθεσης δεν κρίνεται αποκλειστικά από ψυχομετρικά τεστ και την ψυχολογική αναφορά του δικαστικού ψυχολόγου, στη δεδομένη περίπτωση οι ψυχολόγοι των μαρτύρων δεν είναι δικαστικοί-κλινικοί ψυχολόγοι, καθώς τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη τη συνοχή, τη σταθερότητα και τη συμφωνία της μαρτυρίας με αντικειμενικά στοιχεία.

Σε τόσο σοβαρές υποθέσεις, μια πλήρης διεπιστημονική αξιολόγηση λειτουργεί υπέρ όλων: προστατεύει τους καταγγέλλοντες από αμφισβήτηση χωρίς βάση, προστατεύει τον κατηγορούμενο από ελλιπή τεκμηρίωση και ενισχύει το κύρος της δικαστικής απόφασης. Η απουσία αναλυτικού φακέλου, πλήρων εκθέσεων και τεκμηριωμένων ψυχομετρικών ευρημάτων αποτελεί θεμιτό πεδίο νομικής κριτικής στη δεδομένη περίπτωση και πρέπει να υπάρξει διαφάνεια.

Για πολλούς πιστούς, ο πατήρ Αντώνιος δεν είναι απλώς ένας διαχειριστής δομής φιλοξενίας, αλλά ένας χειροτονημένος ιερέας με πνευματική αποστολή. Η χειροτονία στην Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται μυστήριο· ο ιερέας φέρει χάρη εκ του Αγίου Πνεύματος, όπως οι μαθητές κατά την Πεντηκοστή. Η πνευματική αυτή διάσταση δίνει στους πιστούς την πεποίθηση ότι η δράση ενός χειροτονημένου κληρικού διέπεται από θεία επίβλεψη και ο διασυρμός του Πατρός Αντωνίου είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.

Ωστόσο, η θεολογία διδάσκει ότι η χάρη δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία, ότι ο κληρικός δεν καθίσταται αναμάρτητος και ότι η Εκκλησία διαθέτει δικό της πειθαρχικό δίκαιο για περιπτώσεις πτώσης κληρικών. Συνεπώς, η ιεροσύνη δεν λειτουργεί ως αποδεικτικό στοιχείο σε ποινική διαδικασία. Το κράτος δεν μπορεί να δικάζει βάσει θεολογικών κριτηρίων, και η Εκκλησία δεν μπορεί να υποκαθιστά την ποινική δικαιοσύνη. Επειδή όμως η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι ατελής , ο πατήρ Αντώνιος θα έπρεπε πρωτίστως να απολογηθεί ενώπιον του Θεού και των εκκλησιαστικών αρχών και όχι να διασυρθεί στα δικαστήρια.

Ένα ακόμη σημείο αντιπαράθεσης είναι η προσωποποίηση των ευθυνών. Σε μεγάλες δομές με πολυεπίπεδη διοίκηση, οι ευθύνες δεν μπορούν να βαραίνουν αποκλειστικά τον επικεφαλής, ενώ η ηγεσία συνεπάγεται αυξημένη ευθύνη, ιδιαίτερα σε δομές που φιλοξενούν ευάλωτους ανηλίκους. Η δημόσια ένταση προκύπτει ακριβώς από τη σύγκρουση των οπτικών: για τους πιστούς, η ιεροσύνη ενέχει πνευματική δέσμευση, ενώ για τη Δικαιοσύνη, ο ιερέας είναι πολίτης υποκείμενος στον ίδιο νόμο.

Η υπόθεση του πατρός Αντωνίου αναδεικνύει κρίσιμα ερωτήματα: πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια στις δομές παιδικής προστασίας, πώς προστατεύονται τα δικαιώματα καταγγελλόντων και κατηγορουμένων, πώς αποφεύγεται ο δημόσιος διασυρμός πριν από την τελεσιδικία και πώς διατηρείται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Σε τόσο ευαίσθητα ζητήματα, η μεγαλύτερη υπηρεσία προς την αλήθεια είναι η απόλυτη επιστημονική τεκμηρίωση, η θεσμική διαφάνεια, ο σεβασμός προς όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και η διάκριση μεταξύ πίστης και αποδεικτικής διαδικασίας. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη που να μην αφήνει σκιές – ούτε νομικές ούτε ηθικές και να μην καταρρεύσει η Δικαιοσύνη και το Ελληνικό κράτος ενώπιον του δικαστηρίου του Θεού.  

Θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή μαθηματικών, κ. Αθανάσιο Στασ. Μπόβη για την πρότασή του να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο θέμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: