Φωτό: E.H.K.
Εισαγωγή
Το έθιμο της κυρά Σαρακοστής στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας είναι ένα από τα παλαιότερα ελληνικά έθιμα που σχετίζονται με τη γιορτή του Πάσχα. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο που βοηθούσε στο παρελθόν να μετρούν τις ημέρες της νηστείας, ελλείψει ημερολογίων.
Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, η κυρά Σαρακοστή ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά που απεικόνιζε μια γυναίκα με επτά πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της Σαρακοστής, με σταυρωμένα χέρια γιατί προσεύχεται και με κλειστό στόμα γιατί νηστεύει, δεν κουτσομπολεύει και δεν κατακρίνει. Το ημερολόγιο αυτό συνόδευε μικρούς και μεγάλους στη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι κι έτσι ήξεραν πόσες εβδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα. Το Μεγάλο Σάββατο έκοβαν και το τελευταίο χάρτινο πόδι, το οποίο δίπλωναν και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο. Τοποθετούσαν έπειτα το σύκο αυτό μαζί με άλλα και, σε όποιον το έβρισκε, θεωρούνταν ότι έφερνε γούρι. Σε άλλες περιοχές τοποθετούσαν το πόδι στο ψωμί της Αναστάσεως. Όποιος έβρισκε στο κομμάτι του το πόδι ήταν ο τυχερός.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, η κυρά Σαρακοστή δεν ήταν φτιαγμένη από χαρτί αλλά από ζυμάρι. Το ζυμάρι φτιαχνόταν από αλεύρι, αλάτι και νερό. Μια τρίτη παραλλαγή θέλει την κυρά Σαρακοστή φτιαγμένη από πανί και γεμισμένη με πούπουλα. Ωστόσο, σημαντική διαφορά έχει η κυρά Σαρακοστή που έφτιαχναν στον Πόντο. Εκεί κρεμούσαν από το ταβάνι μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι, πάνω στο οποίο είχαν καρφωμένα επτά φτερά κότας. Το ημερολόγιο αυτό το ονόμαζαν «κουκουρά». Κάθε εβδομάδα αφαιρούσαν ένα φτερό κι έτσι μετρούσαν τον χρόνο μέχρι την Ανάσταση.
Διήγημα: Ευγενία, η δεσποινίς Σαρακοστή
Γνώρισα την κυρία Ευγενία πριν από είκοσι χρόνια στη λαϊκή αγορά του Παλαιού Φαλήρου, την εβδομάδα πριν από την Καθαρά Δευτέρα. Είχε ένα καρότσι με τέσσερις ρόδες και επτά κορδέλες με τα χρώματα του ουρανίου τόξου δεμένες περίτεχνα στο πλάι, στο χερούλι, στο γερό καρότσι της που ήταν ο δεύτερος εαυτός της. Η έξοδος στη λαϊκή αγορά ήταν η πιο αγαπημένη της ασχολία, γιατί συναντούσε πίσω από τους πάγκους ανθρώπους που τη γνώριζαν πολλά χρόνια.
Εκείνο που με εντυπωσίασε ήταν ότι δεν τη φώναζαν με το όνομά της, αλλά την έλεγαν Σαρακοστή. Πλησίασα να αγοράσω μυρωδικά για κολοκυθοκεφτέδες και, καθώς με ενθουσιασμό εντόπισα τα μυρώνια, το βλέμμα μας συναντήθηκε με ένα διακριτικό χαμόγελο.
«Αναρωτιέμαι», της είπα, «γιατί σας φωνάζουν Σαρακοστή;»
«Δεν έχω πρόβλημα», απάντησα.
«Καλά», είπε εκείνη και μου έδωσε το τηλέφωνό της για να το περάσω στο κινητό μου.
«Και ποιο είναι το όνομά σας;» ρώτησα.
«Το όνομά μου είναι Ευγενία», απάντησε.
«Αλλά Ευγενίες υπάρχουν πολλές», συμπλήρωσε ο μανάβης, «ενώ Σαρακοστή είναι μόνο μία!» Και συνέχισε:
«Εμένα να δεις τι μου έκανε η Σαρακοστή πριν από πέντε χρόνια, που πουλούσα λουκάνικα τέτοια μέρα!»
«Τι σας έκανε;»
«Τι μου έκανε; Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια και τα είδα όλα! Κατάλαβα ότι όλες οι αναποδιές που είχα προέρχονταν από το ότι δεν νήστευα τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.»
«Μην το λες», διαμαρτυρήθηκε η Σαρακοστή. «Άφησέ το να το ξέρει ο Θεός κι εμείς.»
«Κατάλαβα», απάντησε ο κυρ-Μανώλης, «για να πάρεις το μεγάλο βραβείο από τον Θεό!»
Μετά από όλα αυτά ήταν αδύνατον να μην τηλεφωνήσω στην κυρία Σαρακοστή.
Το απόγευμα της επόμενης ημέρας επικοινωνήσαμε και μιλούσαμε τρεις ώρες στο τηλέφωνο.
«Όταν ήμουν έξι ετών και πρωτοπήγα στο σχολείο — τότε δεν είχαμε νηπιαγωγείο — εκείνο που μου έκανε πρώτα εντύπωση ήταν η δασκάλα μου. Την κοιτούσα μέσα στα μάτια και την αντέγραφα κατά γράμμα. Απορροφούσα ό,τι έλεγε σαν σφουγγάρι. Εκείνη βοήθησε εμένα και τους συμμαθητές μου να καταλάβουμε τι σημαίνει Σαρακοστή. Μέχρι τότε νηστεύαμε στο σπίτι γιατί το έλεγε η μαμά· έτσι κάναμε για να είμαστε καλά παιδιά.Η δασκάλα μου ήταν πολύ δημιουργική και πρωτοποριακή για την εποχή της. Έκανε πολύ περισσότερα από ό,τι έλεγε το σχολικό πρόγραμμα, γι΄αυτό τη λατρεύαμε όλα τα παιδιά!
Μετά την Καθαρά Δευτέρα, η δασκάλα έβαλε μια εικόνα στον πίνακα με τον Εσταυρωμένο και δίπλα την Σαρακοστή με εφτά πόδια και κάθε εβδομάδα αφαιρούσαμε κι από ένα. Την πρώτη ημέρα μας ρώτησε αν αγαπάμε τον Χριστό. Είπαμε όλα τα παιδιά “ναι”. Στη συνέχεια έβαλε επάνω στην έδρα ένα μικρό γλυκό και ρώτησε, ενώ ήμασταν πεινασμένα, ποιο παιδάκι δεν το πειράζει που ο Χριστός είναι επάνω στον Σταυρό και θέλει να ανέβει να το φάει. Εμείς κοκαλώσαμε και δεν βγάλαμε άχνα.
“Σωστά”, απάντησε η κυρία. “Γι’ αυτό το γλυκό αυτό το πετάμε στα σκουπίδια μέχρι να κατέβει ο Χριστός από τον Σταυρό και να αναστηθεί. Τότε θα φάμε πολλά και ωραία γλυκά, γιατί θα είναι πολύ μεγάλη η χαρά μας.”
Αυτό που είπε η δασκάλα μου, το έκανα κι εγώ στον κυρ-Μανώλη τον μανάβη, που πουλούσε λουκάνικα αντί για σαρακοστιανά. Του έδωσα τον Εσταυρωμένο και τον ρώτησα αν αντέχει να είναι ο Ιούδας κατά τη Σαρακοστή και να πουλάει λουκάνικα. Πήρε την εικόνα και έλαβε φώτιση. Πουλάει λουκάνικα, αλλά όχι κατά τη Σαρακοστή.»
«Το όνομα Σαρακοστή από τότε σας το έδωσαν στη λαϊκή;»
«Όχι. Το όνομα μου το έδωσαν οι γονείς μου. Είχαμε αφαιρέσει στην τάξη δύο πόδια από την κυρά Σαρακοστή, αλλά ο πατέρας μου και ο αδελφός μου δεν νήστευαν ακόμη τα γαλακτοκομικά. Τότε ξεκρέμασα από το εικονοστάσι τον Εσταυρωμένο και τον έβαλα μπροστά στα πιάτα του πατέρα μου και του αδελφού μου — πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου. Τα μάτια τους πετάχτηκαν έξω από την έκπληξη όταν τους ρώτησα δυνατά, όπως η δασκάλα:
“Αν δεν σας πειράζει που ο Χριστός είναι στον Σταυρό και θέλετε να ακολουθήσετε τον Ιούδα, τότε να φάτε με την ησυχία σας.”
Όχι μόνο νήστεψαν, αλλά ούτε που άγγιξαν μπουκιά μέχρι να ξαναβάλει η μητέρα μου την εικόνα στο εικονοστάσι. Από τότε και για το υπόλοιπο της ζωής μου δεν με ξαναείπαν Ευγενία, αλλά δεσποινίς Σαρακοστή.»
«Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Εκείνες τις ημέρες είχα και τα γενέθλιά μου. Ήρθε η νονά μου στο σπίτι να με ρωτήσει αν θα μου άρεσε να μου κάνει δώρο μια πολύ όμορφη κούκλα από πορσελάνη που είδε σε ένα ακριβό κατάστημα και αν ήθελα να πάμε να τη δω πρώτα. Τότε η μητέρα μου τη ρώτησε:
“Η κούκλα πόσα πόδια έχει;”
“Δύο, όπως όλες οι κούκλες”, απάντησε, “με λευκά δερμάτινα παπουτσάκια.”
“Α! Δεν μας κάνει”, είπε η μητέρα μου. “Εμείς θέλουμε μια κούκλα με επτά πόδια και επτά παπουτσάκια, ίδια με την από εδώ δεσποινίδα Σαρακοστή.”
Όταν έμαθε την ιστορία, συγκινήθηκε και με φίλησε. Καθώς με κρατούσε στην αγκαλιά της, μου είπε ότι συνάντησε τη δασκάλα μου στη λαϊκή, τη ρώτησε για μένα και της είπε τα καλύτερα.
Μόλις άκουσα ότι η δασκάλα μου πηγαίνει στη λαϊκή, αυθόρμητα ξεφώνισα: “Αχ! Να είχα κι εγώ ένα καροτσάκι!” Και όχι μόνο μου αγόρασε η νονά μου καρότσι, αλλά το στόλισε και με επτά κορδέλες, όσα και τα πόδια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όσες και οι επτά εβδομάδες της νηστείας μέχρι το Πάσχα. Κάθε εβδομάδα που πηγαίναμε στη λαϊκή αφαιρούσαμε κι από μία κορδέλα: την κόκκινη, πορτοκαλί, κίτρινη, πράσινη, μπλε, μωβ και ροζ-λευκή.
«Τώρα κατάλαβα γιατί έχετε δεμένες στο καρότσι σας επτά κορδέλες!»
«Και πού να δεις μια χρονιά που γιόρταζα και πήγαμε με τον πατέρα μου να μου αγοράσει παπούτσια. Λέει στον υποδηματοποιό:
“Χρειαζόμαστε ένα καλό ζευγάρι μαύρα παπούτσια με λίγο τακουνάκι και λουράκι με χρυσό κούμπωμα για τη δεσποινίδα Σαρακοστή.”
Και απαντά εκείνος:
“Η Σαρακοστή έχει επτά πόδια, επομένως τέσσερα ζευγάρια παπούτσια χρειάζεστε, γιατί το τέταρτο δεν μπορώ να σας το δώσω μισό!”
Ήταν τόσο πειστικός, που έσκυψα να δω αν μου φύτρωσαν κι άλλα πέντε πόδια!»
«Όσο για τον άντρα μου, κάναμε συμφωνία. Να με λέει, όταν δεν νηστεύουμε, Ευγενία, και τις ημέρες της νηστείας Σαρακοστή, γιατί μου εξήγησε ότι του είναι δύσκολο να κάνει με τη Σαρακοστή παιδιά.»
«Έχετε παιδιά;»
«Έχω τρία παντρεμένα παιδιά — δύο γιους και μία κόρη — και τρία εγγόνια. Γιαγιά Σαρακοστή με φωνάζουν. Και όταν ξεχαστούν, δεν νηστέψουν και φάνε κανένα γλυκό, λένε: “Κρύφτε τα όλα! Έρχεται η γιαγιά Σαρακοστή!”»
Καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου