Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ο Σταυρός της Μαριάνθης

 





Η Μαριάνθη ήταν κορίτσι παλιάς κοπής, γεννημένη σε μια εποχή που τα χρυσά κοσμήματα δεν ήταν απλώς στολίδια· ήταν εχέγγυα γάμου, κοινωνικής υπόληψης και αναγνώρισης. Όταν τα κορίτσια λάμβαναν κατά τον αρραβώνα και τον γάμο τους χρυσά βραχιόλια, δαχτυλίδια και ένα σταυρό, η χαρά  και η υπερηφάνειά τους έμοιαζαν να τις απογειώνουν. Δεν ήταν  όποιες κι όποιες· ήταν χρυσοδεμένες νύφες, αρχόντισσες σε όλη τους τη λαμπρότητα.

Αλίμονο στις φτωχές που φορούσαν ένα ξύλινο σταυρουδάκι στον λαιμό και το ίδιο φόρεμα κάθε Κυριακή. Αν τις λυπόντουσαν, ορισμένες φορές τούς  έκαναν προξενιό με έναν πλούσιο· αλλιώς, τις προσπερνούσαν με δεκάδες δικαιολογίες, τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά. Και σα να μην έφτανε αυτό, έβαζε το χεράκι του και ο διάβολος, τρυπώνοντας στις σκέψεις των αθώων κοριτσιών και κάνοντάς τες να μοιάζουν με εκείνον.

Η Μαριάνθη παντρεύτηκε ένα καλόκαρδο, εργατικό παλικάρι, αστυνομικό, που ταξίδευε συχνά εκτός Ελλάδας. Μετά από κάθε ταξίδι του της έφερνε ένα δώρο· μια φορά, της χάρισε μια χρυσή αλυσίδα από την Κωνσταντινούπολη και έναν σκαλιστό χρυσό σταυρό από μεγάλο αθηναϊκό χρυσοπωλείο. Ο σταυρός αυτός έγινε για τη Μαριάνθη αχώριστος· τον φορούσε κάθε στιγμή, σαν να ήταν κομμάτι της ίδιας της ψυχής της.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο άνδρας της έφυγε από καρκίνο, οι δύο κόρες τους ζούσαν μακριά, και η μοναξιά άρχισε να γεμίζει τα δωμάτια του σπιτιού της. Σιγά σιγά, η καρδιά της άρχισε να μιλάει μόνη της, ψιθυριστά, ζητώντας κάτι νέο. Ένα άλλο σημάδι πίστης, ένα σταυρό που θα ξαναζωντάνευε την ψυχή της. Έτσι, περνούσε ώρες περπατώντας στα χρυσοπωλεία της Αθήνας, αναζητώντας αυτό που πίστευε ότι λαχταρούσε η καρδιά της. Ο χρόνος κύλησε μάταιος· κανένας σταυρός δεν κατάφερνε να τη μαγέψει, ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε  μία παιδική φίλη της, φορώντας ένα ταπεινό, σκαλιστό και ευλογημένο σταυρουλάκι από το Άγιον Όρος.

«Να ήξερες, Μαριάνθη μου», είπε η Έλενα με ένα χαμόγελο γεμάτο μυστήριο, «πόσο καλό μου έχει κάνει αυτό το σταυρουλάκι, από πόσα κακά με έχει προστατέψει! Δεν το αποχωρίζομαι. Ο άνδρας μου παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό· τον σταύρωσα, ηρέμησε… έγινε μεγάλο θαύμα στο σπίτι μας.»

«Και τον καλό σου τον σταυρό με τα σμαράγδια τι τον έκανες;» ρώτησε η Μαριάνθη, με     περιέργεια.

«Α! Εκείνον; Τον δώρισα στη νύφη μου όταν γέννησε τον εγγονό μου.»

Η καρδιά της Μαριάνθης σφίχτηκε. Όταν έφυγε η φίλη της, αφαίρεσε τον χρυσό σταυρό της και φόρεσε το ξύλινο σταυρουλάκι, που είχε κρεμάσει ο άνδρας της στο αυτοκίνητο για προστασία στα μακρινά του ταξίδια.

Δύο μέρες αργότερα, ενώ κοιμόταν ήρεμη, είδε στον ύπνο της ένα λευκό, καμαρωτό περιστέρι. Το πουλί φορούσε στον λαιμό του το ακριβό της κολιέ και τον χρυσό σταυρό της.

«Φεύγω», της είπε με φωνή γλυκιά και ταυτόχρονα επιτακτική, «είμαι η Μεγάλη Βασίλισσα. Εσύ δεν θέλεις να είσαι μαζί μου. Προτιμάς τη φτώχεια του Χριστού.»

Και τότε, σαν σε όραμα, είδε μια πόρτα κλειστή που οδηγούσε προς τα φωτεινά ύψη· ψηλά στο βασίλειο του Θεού. Η Μεγάλη Βασίλισσα στεκόταν όρθια έξω από την πόρτα, φορώντας αστραφτερά κοσμήματα, στέμμα στο κεφάλι και μακρύ νυφικό, ενώ οι κολασμένοι πλούσιοι περνούσαν κάτω από τα πόδια της.Ο Άδης είναι που τους καίει όλους άκουσε μία φωνή μέσα της. Η καρδιά της Μαριάνθης χτύπησε δυνατά, και πετάχτηκε από το κρεβάτι της, ιδρωμένη και με το στόμα στεγνό.

Δεν ήθελε πια τον ακριβό σταυρό στο σπίτι της. Τον πούλησε σε ενεχυροδανειστήριο στην Αθήνα και τα χρήματα τα προσέφερε σε ένα γηροκομείο, στη μνήμη του άνδρα της.

Πριν φύγει από τη ζωή, έλεγε στις κόρες της:
«Όταν πεθάνω, μην με αφήσετε γυμνή, παιδάκια μου. Να μου φορέσετε τον ξύλινο σταυρό μου. Με αυτόν θέλω να πάω στο αιώνιο μου σπίτι.Να με δει ο Χριστός και να μου ανοίξει τη μεγάλη πόρτα ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: