Φωτό: Pinterest
Οι πλημμύρες και τα έντονα καιρικά φαινόμενα έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στις παιδικές ψυχές. Τα μικρά παιδιά γεμίζουν ανασφάλεια με τρεις κυρίως τρόπους: όταν βιώνουν από κοντά τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες· όταν παρακολουθούν στην τηλεόραση εικόνες τρόμου· και όταν ακούν τους μεγάλους να αφηγούνται ιστορίες απελπισίας και απώλειας.
Ιδιαίτερα τα παιδιά της επαρχίας, που ζουν πλάι σε ποτάμια και χειμάρρους, αντικρίζουν καθημερινά τα ορμητικά νερά, τα λασπόνερα και τις καταστροφές. Ο φόβος, η αβεβαιότητα και το άγχος φωλιάζουν μέσα τους. Κι αν συχνά φαίνονται σιωπηλά ή απορροφημένα στον μικρό τους κόσμο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίνουν. Τα παιδιά διαθέτουν μια λεπτή, ενορατική ικανότητα· αντιλαμβάνονται αμέσως ό,τι μοιάζει απειλητικό γύρω τους και το κουβαλούν μέσα τους, ακόμη κι αν δεν το εκφράζουν με λόγια.
Σκέφτομαι συχνά μια συνομιλία που είχα με ένα πεντάχρονο κοριτσάκι από αγροτική οικογένεια στη Μεσσηνία. Το σπίτι τους βρίσκεται κοντά σε ρέμα, και το υπόγειο είχε πλημμυρίσει.
— Τι είναι όλα αυτά τα νερά που κυλούν στο ποτάμι, Ελενίτσα; τη ρώτησα.
— Θύμωσε το ποτάμι και φούσκωσε, μου απάντησε.
— Και γιατί θύμωσε;
— Γιατί οι άνθρωποι του λέρωσαν το νερό του και στεναχωρήθηκε.
— Και πώς το λέρωσαν;
— Όλα τα κακά πράγματα εκεί μέσα τα πετάνε.
— Τι κακά πράγματα;
— Ξύλα, σκουπίδια και ό,τι βαριούνται να το κάψουν.
— Και πώς το ξέρεις;
— Μου το είπε η γιαγιά. Πήγαμε και είδαμε πόσο θυμωμένο είναι το ποτάμι και τρόμαξα μη με καταπιεί… Φύγαμε γρήγορα.
— Φοβάσαι;
— Όχι, δεν φοβάμαι. Πήγαμε με τη γιαγιά και ανάψαμε κεράκι και παρακαλέσαμε τον Χριστούλη να μιλήσει στο ποτάμι, να το κάνει χαρούμενο και καθαρό, να γελάσει και να τρέχει μόνο λίγο νεράκι.
Στα μάτια της υπήρχε μια σοβαρότητα παράταιρη με την ηλικία της — κι όμως τόσο αληθινή.
— Το αρνάκι που έχεις εδώ στη στάνη το αγαπάς πολύ;
— Είναι ο φίλος μου, ο Τίτης. Τον σκουπίσαμε με τη γιαγιά γιατί βράχηκε πολύ. Δεν καταλαβαίνει και τρέχει στη βροχή, το χαζό! Ο μπαμπάς τώρα θα τον κλείσει μέσα στη στάνη μην πάει στο ποτάμι και πνιγεί.
— Βλέπω έχεις ωραίες γαλότσες.
— Μου τις αγόρασε η νονά μου για να μην παγώνουν τα πόδια μου και κρυώσω. Κι αν κρυώσω πολύ, θα είμαι συνέχεια στο κρεβάτι και θα στεναχωριέμαι.
— Τι σου αρέσει πιο πολύ να κάνεις;
— Όταν βγαίνει ο ηλάκος και είναι ζεστά, που ανθίζουν τα λουλούδια, να πηγαίνουμε βόλτα.
— Περιμένεις την Άνοιξη, που έρχονται τα χελιδονάκια και ανθίζουν στον κάμπο τα λουλούδια;
— Πώς να έρθουν φέτος τα χελιδονάκια; Το χαλάζι θα χτυπήσει τα κεφαλάκια τους.
— Θα είναι καλός τότε ο καιρός, όταν επιστρέψουν τα χελιδόνια.
— Έτσι είπε και η γιαγιά μου. Να κάνουμε υπομονή μέχρι ο Θεός να ευλογήσει τον καιρό.
Η σκέψη της γύριζε συνεχώς στο ποτάμι.
— Πού σου αρέσει περισσότερο να είσαι αυτόν τον καιρό που έχει φουσκώσει το ποτάμι;
— Να πηγαίνουμε με τη γιαγιά στην εκκλησία. Το ποτάμι φοβάται τον Χριστούλη και δεν θα φτάσει μέχρι εκεί που είναι το σπίτι του Θεού. Μόνο στους ανθρώπους πηγαίνει και τους ρωτάει θυμωμένο: «Γιατί με βρωμίσατε;». Κι εδώ ήρθε, μόνο στο κατώι, όχι πάνω που η μαμά ανάβει το καντηλάκι και μας φυλάει η Παναΐτσα.
Η παιδική της λογική ένωνε την πίστη, τον φόβο και την ανάγκη για προστασία σε μια ενιαία, απλή αλήθεια.
— Με ποιον παίζεις; Έχεις φίλες;
— Ναι, αλλά έχουν οι μαμάδες τους δουλειές και δεν έρχονται. Μόνο την Κυριακή παίζουμε. Η μαμά μου δεν μπορεί να μου κάνει αδελφάκι γιατί πονάει η κοιλιά της. Εμένα ο φίλος μου είναι ο Τίτης και του λέω κάθε μέρα: «Πρόσεξε, Τίτη μου, μην πας κοντά στο θυμωμένο ποτάμι και σε πάρει και πνιγείς!».
— Σου αρέσει αυτό το βιβλιαράκι; Δες, έχει πολλά παιδιά και λουλούδια και όμορφα σπιτάκια.
— Πολλά παιδιά και λουλούδια και ο ήλιος γελάει στον ουρανό!
— Ελενίτσα, να σου πω ένα μυστικό;
— Ναι, είπε με μάτια λαμπερά.
— Ετοιμάσου· θα έρθει γρήγορα η Άνοιξη!
— Όταν θα γελάσει το ποτάμι, θα πάμε βόλτα με τον Τίτη μου, το καλό μου το αρνάκι.
Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως, για να γελάσει το ποτάμι, χρειάζεται πρώτα να ησυχάσει ο φόβος στις καρδιές των παιδιών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου