Φωτό: Pinterest
Στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, κάτω από τον ευκάλυπτο που έγερνε σαν να άκουγε τα μυστικά των παιδιών, ο Αντώνης και ο Νίκος έμοιαζαν με δυο αντίθετους πόλους που όμως έφτιαχναν το ίδιο μαγνητικό πεδίο. Ο Αντώνης, λεπτός, με μάτια που παρατηρούσαν πριν μιλήσουν, κρατούσε πάντα ένα τετράδιο· έγραφε λέξεις που δεν τολμούσε να πει. Ο Νίκος, με γόνατα μονίμως γρατζουνισμένα και φωνή που κάλυπτε τον θόρυβο της τάξης, έλεγε δυνατά όσα οι άλλοι σκέφτονταν ψιθυριστά , θύμωνε απίστευτα και έλεγε λόγια υποτιμητικά.
Ο δάσκαλός τους, ο κύριος Παναγιώτης, άνθρωπος αυστηρός αλλά δίκαιος, έλεγε συχνά πως «ο Θεός μοιράζει τα χαρίσματα όπως θέλει· το ζήτημα είναι να τα ενώνεις». Εκείνοι δεν καταλάβαιναν τότε τη βαρύτητα της σοφής φράσης του. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι ο Αντώνης χρειαζόταν τον Νίκο για να βγει από το καβούκι του και ο Νίκος χρειαζόταν τον Αντώνη για να μην καίγεται από την ίδια του τη φωτιά που σαν Βεζούβιος διέλυε τα πάντα μέσα κι έξω του.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο, η ισορροπία τους έγινε σχεδόν τελετουργική. Ο Αντώνης διάβαζε και εξηγούσε τα μαθηματικά στον Νίκο· ο Νίκος έπαιρνε τον Αντώνη από το χέρι και τον τραβούσε στις παρέες, στα γήπεδα, στις πρώτες αδέξιες εξομολογήσεις σε κορίτσια. Όταν κάποτε ένας μεγαλύτερος μαθητής ειρωνεύτηκε τον Αντώνη για τη σιωπή του, ο Νίκος στάθηκε μπροστά του σαν τοίχος. «Άμα δεν καταλαβαίνεις, θέλεις να συνέλθεις με δυο χαστούκια χάχα», του είπε. Ήταν η πρώτη φορά που ο Αντώνης ένιωσε πως κάποιος τον υπερασπίζεται χωρίς να τον εκθέτει.
Ύστερα ήρθε ο στρατός. Δυο χρόνια σε μονάδα του Έβρου, όπου ο χειμώνας έκοβε την ανάσα και το καλοκαίρι έλιωνε την υπομονή. Εκεί ο Νίκος έδειξε την αδρότητά του: μιλούσε στους ανωτέρους χωρίς φόβο, διεκδικούσε για τους φαντάρους, γελούσε μπροστά στις κακουχίες. Ο Αντώνης, πάλι στην Λέσβο, ήταν το ήσυχο μυαλό· έγραφε επιστολές για λογαριασμό όσων δεν ήξεραν να εκφραστούν, έφτιαχνε μικρές γέφυρες ανάμεσα σε χαρακτήρες που συγκρούονταν.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό;» ρώτησε σε μία επιστολή ο Αντώνης, κοιτάζοντας τα συρματοπλέγματα που έμοιαζαν να κόβουν τον ουρανό σε κομμάτια.
«Ό,τι είναι αληθινό, κρατάει», απάντησε γραπτώς ο Νίκος, χωρίς να διευκρινίσει αν εννοούσε τη φιλία τους ή κάτι μεγαλύτερο.
Μετά την απόλυση, η ζωή άνοιξε δρόμους που δεν συνέπιπταν. Ο Νίκος, ανήσυχος και φιλόδοξος, έφυγε για την Αμερική. Εγκαταστάθηκε στη Βοστώνη, δούλεψε σε οικοδομές, έμαθε τη γλώσσα, ρίχτηκε στο εμπόριο. Δεν φοβόταν το ρίσκο· το έβλεπε σαν απόδειξη ζωής. Ο Αντώνης έμεινε στην Αθήνα, σπούδασε φιλολογία, έγινε καθηγητής σε λύκειο στα Πατήσια. Παντρεύτηκε τη Μαρία, έκανε μια κόρη, τη Δάφνη. Ο κόσμος του ήταν μικρότερος, αλλά πυκνός.
Τα πρώτα χρόνια μιλούσαν συχνά. Τηλέφωνα ακριβά, γράμματα που ταξίδευαν εβδομάδες. Με τον καιρό, οι συνομιλίες αραίωσαν. Οι υποχρεώσεις, οι οικογένειες, οι διαφορετικές ζώνες ώρας έγιναν αόρατα τείχη. Δεν μάλωσαν ποτέ· απλώς απομακρύνθηκαν, σαν δυο πλοία που ξεκίνησαν από το ίδιο λιμάνι αλλά πήραν άλλες ρότες.
Τριάντα χρόνια πέρασαν έτσι, ώσπου ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη ο Αντώνης έλαβε μήνυμα: «Είμαι Αθήνα. Για λίγο. Να σε δω; – Ν.» Η καρδιά του χτύπησε σαν τότε που περίμενε βαθμούς πανελληνίων.
Συναντήθηκαν σε ένα καφέ στο Θησείο, με θέα την Ακρόπολη που κοκκίνιζε από το φως του δειλινού. Ο Αντώνης έφτασε πρώτος. Ένιωθε παράξενα εκτεθειμένος, σαν να συναντούσε καθρέφτη του παρελθόντος.
Ο Νίκος μπήκε με βήμα αργό. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει, οι κινήσεις του ήταν μετρημένες. Το χαμόγελό του, όμως, είχε μια ανείπωτη γλυκύτητα.
Αγκαλιάστηκαν αδέξια, γελώντας.
«Ρε συ, άλλαξες», είπε ο Αντώνης, μόλις κάθισαν. «Εσύ που δεν υπολόγιζες τίποτα, τώρα μοιάζεις… πώς να το πω… σαν τον αείμνηστο δάσκαλό μας, τον Παναγιώτη. Ήρεμος. Μειλίχιος.»
Ο Νίκος χαμογέλασε με μια σκιά στα μάτια. «Κι εσύ άλλαξες. Μιλάς πιο πολύ απ’ όσο μιλούσα εγώ τότε.»
Έμειναν λίγο σιωπηλοί, σαν να μετρούσαν τις δεκαετίες που τους χώριζαν. Ύστερα ο Αντώνης έσκυψε μπροστά.
«Τι συνέβη, Νίκο; Εσύ που έμπαινες μπροστά χωρίς να φοβάσαι, τώρα δείχνεις σαν να ζυγίζεις κάθε λέξη.»
Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε την Ακρόπολη, σαν να ζητούσε άδεια από τις πέτρες της.
«Άστα, φιλαράκο μου… Ούτε γνώριζα ποιος ήμουν μέχρι που είδα τον Θεό με τα μάτια μου. Όταν με ξέρασε σαν τον Ιωνά το κήτος.»
Ο Αντώνης ανασήκωσε τα φρύδια. «Τι εννοείς;»
Ο Νίκος έσφιξε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
«Πριν δέκα χρόνια, είχα φτιάξει μια μεγάλη εταιρεία εισαγωγών. Δούλευα νύχτα-μέρα. Χρήματα, συνεργασίες, ρίσκα. Δεν λογάριαζα τίποτα, όπως λες. Ούτε την υγεία μου, ούτε τη γυναίκα μου, ούτε τα παιδιά μου. Όλα ήταν στόχοι και κατακτήσεις.
Μια μέρα, επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη στη Βοστώνη, έπιασε χιονοθύελλα. Το αυτοκίνητο γλίστρησε. Θυμάμαι μόνο τα φώτα που στριφογύριζαν και τον ήχο του μετάλλου. Μετά σκοτάδι.»
Ο Αντώνης κρατούσε την ανάσα του.
«Έμεινα σε κώμα τρεις μέρες. Οι γιατροί δεν ήξεραν αν θα ξυπνήσω. Κι εκεί… δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να ακουστώ τρελός… αλλά δεν ήταν κενό. Ήταν σαν να βρέθηκα μέσα σε κάτι απέραντο. Σαν να ήμουν σε βυθό, αλλά χωρίς νερό. Σιωπή, και ταυτόχρονα παρουσία. Δεν είδα μορφή, δεν άκουσα φωνή. Μα ήξερα ότι δεν ήμουν μόνος.»
Σταμάτησε, ψάχνοντας λέξεις.
«Και τότε ένιωσα κάτι σαν… ώθηση. Σαν να με έσπρωχνε κάτι προς τα πάνω. Σαν να με κατάπιε πρώτα το σκοτάδι και μετά να με ξερνούσε πίσω στο φως. Όταν άνοιξα τα μάτια μου στο νοσοκομείο, έκλαιγα. Όχι από πόνο. Από ντροπή.»
«Ντροπή;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Γιατί κατάλαβα πως ζούσα σαν να ήμουν αθάνατος. Σαν να μην υπήρχε όριο. Και πως δεν ήξερα καν ποιος ήμουν χωρίς τις επιτυχίες μου. Εκεί, μέσα στο κενό, δεν υπήρχαν εταιρείες, ούτε χρήματα, ούτε θαυμαστές. Μόνο εγώ. Κι αυτό ήταν τρομακτικό.»
Ο Αντώνης ένιωσε ένα ρίγος. «Και μετά;»
«Μετά άρχισε η δύσκολη δουλειά. Να μάθω να ζητώ συγγνώμη. Να ακούω. Να κάθομαι στο ίδιο τραπέζι με τα παιδιά μου χωρίς να κοιτάζω το κινητό. Πούλησα το μεγαλύτερο μέρος της εταιρείας. Κράτησα μόνο ό,τι μπορούσα να διαχειριστώ χωρίς να χάνω τον εαυτό μου.»
Χαμογέλασε αμυδρά. «Θυμάσαι που κοροϊδεύαμε τον δάσκαλο γιατί μιλούσε για μέτρο; Ε, λοιπόν, κατάλαβα τι εννοούσε. Το κήτος ήταν η αλαζονεία μου. Και όταν με ξέρασε, με πέταξε γυμνό μπροστά στην αλήθεια.»
Ο Αντώνης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Κοίταξε τα χέρια του φίλου του, που δεν έτρεμαν πια από ανυπομονησία αλλά έμεναν ήσυχα.
«Ξέρεις», είπε τελικά, «κι εγώ νόμιζα πως ήμουν ο σταθερός. Ο ήρεμος. Μα πολλές φορές κρύφτηκα πίσω από τη σιωπή για να μην ρισκάρω. Για να μην εκτεθώ. Έγινα πιο εκφραστικός τα τελευταία χρόνια γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν περιμένει να είσαι έτοιμος.»
Ο Νίκος τον κοίταξε με μια παλιά ζεστασιά. «Πάντα συμπληρώναμε ο ένας τον άλλον , του απάντησε.
Η νύχτα έπεφτε αργά πάνω στην πόλη. Τα φώτα άναβαν ένα-ένα, σαν μικρές υποσχέσεις. Μίλησαν για τις οικογένειές τους, για τα λάθη και τις μικρές νίκες. Γέλασαν με αναμνήσεις από τον στρατό, με ιστορίες που είχαν φουσκώσει με τα χρόνια σαν ψάρια σε παραμύθι.
Πριν χωρίσουν, περπάτησαν μέχρι τον λόφο του Φιλοπάππου. Από εκεί η Αθήνα απλωνόταν σαν θάλασσα από φώτα. Ο αέρας μύριζε πεύκο και φθινόπωρο.
«Φοβήθηκες;» ρώτησε ξαφνικά ο Αντώνης.
Ο Νίκος σκέφτηκε. «Όχι όπως φοβάσαι ένα ατύχημα. Ήταν άλλος φόβος. Ο φόβος ότι θα χαθώ χωρίς να έχω υπάρξει πραγματικά. Κι αυτό με τρόμαξε πιο πολύ απ’ τον θάνατο.»
Έβαλε το χέρι στον ώμο του Αντώνη. «Μα όταν γύρισα, ήταν σαν δεύτερη ευκαιρία. Όχι για να κάνω περισσότερα. Αλλά για να είμαι περισσότερο.»
Στάθηκαν για λίγο χωρίς να μιλούν. Δεν χρειάζονταν πια λέξεις για να γεμίσουν τα κενά. Τα χρόνια είχαν σμιλέψει τις γωνίες τους, όπως το νερό λειαίνει τις πέτρες.
Όταν αποχαιρετίστηκαν, δεν είπαν «αντίο» αλλά «θα τα ξαναπούμε». Κι αυτή τη φορά δεν ακουγόταν σαν ευχή· ακουγόταν σαν απόφαση.
Ο Αντώνης γύρισε σπίτι περπατώντας. Σκεφτόταν το κήτος του Νίκου και το δικό του, πιο αθόρυβο αλλά εξίσου απαιτητικό. Ίσως ο καθένας να περνά κάποτε από την κοιλιά κάποιου κήτους — μιας κρίσης, μιας απώλειας, μιας αποκάλυψης. Κι αν είναι τυχερός, να ξαναβγαίνει στο φως, λίγο πιο ταπεινός, λίγο πιο αληθινός.
Την επόμενη μέρα, ο Αντώνης μπήκε στην τάξη του και μίλησε στους μαθητές του για τον Ιωνά. Όχι ως θρησκευτική ιστορία, αλλά ως αλληγορία. Για τα σκοτάδια που μας καταπίνουν και για τις στιγμές που μας επιστρέφουν στον κόσμο διαφορετικούς.
Και καθώς μιλούσε, ένιωθε πως μέσα του κάτι είχε μετακινηθεί. Όχι θορυβωδώς, αλλά ουσιαστικά. Σαν να είχε κι εκείνος, με έναν τρόπο, γευτεί λίγη από τη θάλασσα του φίλου του.
Το ίδιο βράδυ, έλαβε μήνυμα από τον Νίκο: «Σε ευχαριστώ που με άκουσες. Δεν το είχα πει έτσι ποτέ σε κανέναν.»
Ο Αντώνης απάντησε: «Κι εγώ σε ευχαριστώ που γύρισες.»
Γιατί τελικά, σκέφτηκε, δεν ήταν μόνο το κήτος που τον είχε ξαναβγάλει στη στεριά. Ήταν και η φιλία που, παρά τις αποστάσεις και τις μεταμορφώσεις, άντεξε. Μια φιλία που δεν βασιζόταν στο ποιος ήταν ο καθένας κάποτε, αλλά στο ποιος επέλεγε να γίνει μετά.
Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο θαύμα: όχι ότι κάποιος είδε τον Θεό μέσα στο σκοτάδι, αλλά ότι δύο άνθρωποι, μετά από τριάντα χρόνια, μπορούσαν ακόμα να αναγνωρίζουν ο ένας στο βλέμμα του άλλου εκείνο το παιδί κάτω από τον ευκάλυπτο — έτοιμο να μάθει, να αλλάξει και να αγαπήσει το φως και την αλήθεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου