Στην Ιθώμη ξημέρωνε αργά, με το πρώτο φως του ηλίου να χρυσίζει στις κορυφές πάνω στα ελαιόδενδρα. Η Λενιώ, τριάντα χρονών το 1920, ήταν στο πόδι από τα ξημερώματα. Τα δάχτυλά της, λεία και ευγενικά, άγγιζαν τα μεταξωτά νήματα, ενώ η καρδιά της φτερούγιζε στον κόρφο της κρυφά. Το πρόσωπό της, φεγγάρι τ΄Απριλιού, με μια ματιά βαθιά, κρατούσε σαν σκιά τη μνήμη εκείνου που άδικα έχασε. Πριν δύο χρόνια, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έκλαψε τον πατέρα της.
Στα 28 της χρόνια, η ζωή της άλλαξε οριστικά. Ο γονιός της χάθηκε στην καταιγίδα του πολέμου και η Λενιώ έμεινε μόνη με τις αναμνήσεις της και τη γη της οικογένειας. Εννιά χρόνια αργότερα, η μητέρα της παρέδωσε ψυχή, αφήνοντάς την με το πατρικό σπίτι και της ζωής της την ευθύνη. Κάθε δέντρο, κάθε λουλούδι, κάθε κλωνάρι φάνταζε σαν υπόσχεση ότι η ζωή συνεχίζεται, παρά τον πόνο και την ατέλειωτη σιωπή.
Η ομορφιά της ήταν φανερή....ποτέ δεν την έδειχνε . Τα παλικάρια του χωριού την κοίταζαν με δάκρυα, καθώς περπατούσε στην κρήνη με τη στάμνα παραμάσχαλα· η σεμνή της η μορφή ήταν πιο ισχυρή από οποιαδήποτε λέξη ή θαυμασμού επιφώνημα. Η Λενιώ γνώριζε καλά ότι η ομορφιά της ήταν κατάρα και ευλογία μαζί. Να μην την χαρίσει επέλεξε.
Η υφαντική ήταν η μόνη της συντροφιά. Τα νήματα κυλούσαν ανάμεσα στα δάχτυλά της, και από τα χέρια της γεννιόταν τσεβρέδες για σαλόνια πλουσίων σπιτιών, κουρτίνες που φώτιζαν τα παράθυρα και γυναικεία ενδύματα, που γέμιζαν τις καρδιές των κοριτσιών με χαρά. Η τέχνη της ήταν τροφή και στήριγμα· εκεί βρισκόταν η δύναμή της και η αξιοπρέπειά της. Ευλογούσε τον Κύριο που της έδωσε αυτό το μεγάλο χάρισμα.
Κάθε Κυριακή, η Λενιώ μεταμορφωνόταν. Στην εκκλησία, τα μακριά μαλλιά της κυλούσαν σαν ποτάμι φωτός στους ώμους της, και τα μάτια της έλαμπαν μυστικά. Σε μια εξομολόγηση, ο εφημέριος τής αποκάλυψε ότι ένα νεαρό παλικάρι, τρία χρόνια μικρότεροό της ,την εκτιμούσε αφάνταστα. Η Λενιώ, με σεβασμό και ήρεμη χάρη, απάντησε αρνητικά. Από εκείνη τη μέρα, τύλιγε τα μαλλιά της κάθε φορά που πήγαινε στην εκκλησία, σαν να ήθελε να κρατήσει τον κόσμο μακριά από τη δεμένη της καρδιά.
Η ζωή της δεν ήταν μόνο μοναξιά. Συμμετείχε στα δρώμενα της εκκλησίας, βοηθούσε με κάθε τρόπο, χωρίς να ζητάει αντίδωρο. Κάθε βάπτιση ή γάμος ήταν αφορμή να δωρίσει ρουχαλάκια ή σκεπάσματα για μωρά, ένα κεντημένο τραπεζομάντηλο ή έναν τσεβρέ· κάθε δώρο της κρατούσε μέσα του ένα κομμάτι της ψυχής της, της αγάπης και της τέχνης της. Δεν υπήρχε ανάγκη να την ευχαριστήσουν· η χαρά της ήταν καθαρή, σαν το γάργαρο νερό που κυλούσε στης ευλογημένης γης της τα ρυάκια.
Οι μέρες περνούσαν γρήγορα, γεμάτες καθημερινή απασχόληση. Ο ήλιος ανέβαινε και κατέβαινε πάνω από τον κήπο της, τα δέντρα λικνίζονταν στο πρώτο φύσημα του αέρα, και τα λουλούδια άνοιγαν τα πέταλά τους στων πουλιών το κελάηδισμα. Η Λενιώ περνούσε ώρες στον κήπο, καθάριζε τα ελαιόδεντρα, φύτευε, πότιζε, και ύφαινε. Κάθε πράξη της ήταν μια προσευχή, μια αφιέρωση στην απλή ζωή και στην ομορφιά που μπορούσε να δημιουργήσει γύρω της.
Κάτω από τη σκιά μιας ελιάς, συχνά ένιωθε το παρελθόν της να της σφίγγει την καρδιά. Θυμόταν τα γέλια με τη μητέρα της, τις σοβαρές συμβουλές του πατέρα της, και τη χαρά της που δεν γύριζε πια. Η θλίψη ήταν βαθιά, αλλά η Λενιώ δεν λύγισε. Η τέχνη της και η γη της ήταν φύλακες, και ο Χριστός η μόνη αληθινή της συντροφιά που ποτέ δεν την πρόδωσε.
Έφυγε αθόρυβα, στο τέλος της δεκαετίας του 1970, σαν πουλάκι πέταξε ψηλά, με θείο φτερούγισμα. Κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε. Στο μαξιλάρι της βρέθηκε μια παλιά εικόνα του Χριστού, που γέμιζε τις νύχτες την άδεια της αγκαλιά. Εκεί είχε αποθέσει τις ελπίδες της, τη βαθιά χαρά της και τη μεγάλη της ελπίδα.
Η Λενιώ, η κόρη η ευσεβής που ποτέ δεν παντρεύτηκε, έζησε τη ζωή της με αξιοπρέπεια, σεμνότητα και βαθιά αγάπη, για την ομορφιά που έδινε στη ζωή της νόημα . Η ιστορία της ήταν για τη δύναμη που κρύβεται στη μοναξιά, για την αγάπη που δεν χρειάζεται λόγια, και για τη ζωή που μπορεί να είναι πλήρης, ακόμα και χωρίς να ανήκεις σε κανέναν άλλο άνθρωπο. Ανάμεσα στα δέντρα, στα ρόδα και στα κρίνα, η Λενιώ έμεινε ζωντανή με τον Χριστό στην αγκαλιά. Στο παλιό πέτρινο πατρικό της, ο άνεμος ξυπνά τη μνήμη της, χτυπώντας στα ξεθωριασμένα παράθυρα.
Μοιρολόγι λέγει ο άνεμος, κρύβει ο ήλιος τον πόνο του και χύνει ο ουρανός του νόστου δάκρυα :
Ανάμεσα σε ελαιώνες και ανθισμένες αυλές, ζούσε κάποτε η όμορφη κόρη η Λενιώ, με τα μάτια της σαν ουρανός και μια κρυφή καρδιά. Ύφαινε, κεντούσε, δημιουργούσε ομορφιά, έδινε χωρίς ποτέ της να ζητά. Το νήμα ήταν προσευχή, το σχέδιο της ψυχής της ψίθυρος. Στην κρήνη, στην εκκλησιά, στον ανθισμένο κήπο περπατούσε ταπεινά , λαμπάδα ήταν που δεν έσβηνε .Κανένα βλέμμα, κανένας λόγος τον χρυσό κόμπο δεν τον έλυσε Έφυγε αθόρυβα, σαν πουλάκι πέταξε στου Χριστού την αγκαλιά.
Στον ουρανό προσκυνά, η όμορφη Λενιώ, που αγάπησε τον σωτήρα της αληθινά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου