Ο Στέφανος τελείωνε τη Β΄ τάξη του Λυκείου το 2015 στην Κηφισιά. Ήταν δεκαεπτά χρονών, σε εκείνη τη λεπτή ηλικία όπου ο άνθρωπος δεν είναι πια παιδί αλλά ούτε και ενήλικας. Γόνος εύπορης οικογένειας, μεγάλωνε σε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο και μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο με τις νεραντζιές. Η μητέρα του ήταν γιατρός σε ιδιωτική κλινική και ο πατέρας του δικηγόρος με πολυάσχολο γραφείο στο κέντρο της Αθήνας.
Από μικρός ένιωθε ένα αόρατο βάρος. Δεν του το είχαν πει ποτέ ευθέως, όμως το καταλάβαινε. Έπρεπε να είναι καλός μαθητής, να σπουδάσει, να σταθεί αντάξιος της οικογένειας. Παράλληλα έπρεπε να μπορεί να σταθεί και κοινωνικά, ανάμεσα στους συμμαθητές του που συχνά καυχιούνταν για τις εξόδους τους, για τα μπαράκια όπου έμπαιναν παράνομα και για τις νύχτες που ξημέρωναν σε γνωστά στέκια πίνοντας αλκοόλ.
Ο Στέφανος δεν ήταν έτσι.
Ήταν ευγενικός και συνεσταλμένος. Δεν του άρεσαν οι φασαρίες ούτε οι υπερβολές. Οι περισσότερες φιλίες του περιορίζονταν στο σχολείο. Μετά το μάθημα συνήθως γύριζε σπίτι ή πήγαινε στον αθλητικό όμιλο όπου προπονούνταν στο μπάσκετ. Το γήπεδο ήταν ένας χώρος όπου ένιωθε ελεύθερος. Εκεί μπορούσε να τρέχει, να ιδρώνει, να ξεχνά τις σκέψεις του.
Επειδή δεν είχε αδέλφια, περνούσε πολλές ώρες μόνος. Οι γονείς του αγαπούσαν το παιδί τους, όμως η δουλειά τους τούς απορροφούσε. Έτσι ο Στέφανος συνήθισε από μικρός τη σιωπή του σπιτιού. Συχνά καθόταν στο δωμάτιό του, δίπλα στο παράθυρο. Στο πρεβάζι υπήρχε μια γλάστρα με βασιλικό που είχε φυτέψει η γιαγιά του πριν χρόνια. Την φρόντιζε σχεδόν μηχανικά, ποτίζοντάς την κάθε τόσο.
Την Τρίτη της δεύτερης εβδομάδας της Σαρακοστής εκείνης της χρονιάς συνέβησαν μια σειρά από γεγονότα που τον τάραξαν βαθιά.
Το πρωί στο σχολείο οι καθηγητές έβαλαν ένα πρόχειρο διαγώνισμα στα μαθηματικά. Ο Στέφανος ήταν καλός στο μάθημα και συνήθως έλυνε τις ασκήσεις εύκολα. Εκείνη την ημέρα όμως μία από αυτές τον μπέρδεψε. Προσπάθησε, ξαναπροσπάθησε, έσβηνε και έγραφε, όμως η λύση δεν έβγαινε. Όταν τελείωσε η ώρα, παρέδωσε το χαρτί με ένα αίσθημα αποτυχίας που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Βγαίνοντας από το σχολείο περπάτησε αφηρημένος στον δρόμο. Τότε την είδε.
Ήταν η κοπέλα που του άρεσε μήνες τώρα. Την έβλεπε στα διαλείμματα, γελούσε με τις φίλες της, και εκείνος δεν είχε βρει ποτέ το θάρρος να της μιλήσει. Εκείνη τη στιγμή στεκόταν λίγο πιο κάτω στο πεζοδρόμιο και φιλιόταν με ένα αγόρι της Γ΄ Λυκείου.
Ο Στέφανος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Το βλέμμα του σκοτείνιασε και περπάτησε γρήγορα χωρίς να προσέχει. Ένα αυτοκίνητο κορνάρισε απότομα. Σταμάτησε την τελευταία στιγμή, λίγα εκατοστά πριν βγει στον δρόμο.
Όταν έφτασε σπίτι, η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη πιο βαριά. Οι γονείς του μιλούσαν έντονα στο σαλόνι. Δεν κατάλαβε ακριβώς για ποιο θέμα, όμως άκουγε τις φράσεις να εκτοξεύονται σαν κατηγορίες.
Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα του δωματίου του. Ένιωθε σαν να τον πίεζαν από παντού. Το κεφάλι του άρχισε να καίει. Ο πυρετός ανέβαινε και το σώμα του βάρυνε, σαν να είχε αρρωστήσει από την ίδια την αρνητικότητα της ημέρας.
Μπήκε στο μπάνιο και άφησε το νερό να τρέχει. Στάθηκε για ώρα κάτω από το ντους, ελπίζοντας να ηρεμήσει. Όταν βγήκε, δεν είχε όρεξη να φάει. Άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε στο διαδίκτυο. Σκέφτηκε να ακούσει λίγη μουσική για να ξεχαστεί.
Δοκίμασε διάφορα τραγούδια. Τίποτα δεν τον κρατούσε. Κάθε μελωδία διακοπτόταν από τη μνήμη της εικόνας που τον πλήγωνε: εκείνη να φιλιέται με κάποιον άλλον.
Κάποια στιγμή, από την κούραση και τον πυρετό, τα βλέφαρά του βάρυναν. Έσκυψε πάνω στο πληκτρολόγιο. Το ένα βίντεο στο Youtube διαδέχθηκε το άλλο τυχαία.
Και τότε ακούστηκε κάτι διαφορετικό.
Ήταν οι Χαιρετισμοί προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Στην αρχή δεν το πρόσεξε. Η φωνή του ψάλτη κυλούσε απαλά, σχεδόν σαν νανούρισμα. Πέρασαν λίγα λεπτά μέχρι να σηκώσει το κεφάλι του. Τότε συνειδητοποίησε ότι κάτι μέσα του είχε αλλάξει.
Η καρδιά του ηρεμούσε.
Άκουσε πιο προσεκτικά. Οι λέξεις, που τις είχε ακούσει μόνο σποραδικά στην εκκλησία τα Πάσχα των παιδικών του χρόνων, τώρα έμοιαζαν να βρίσκουν δρόμο βαθιά μέσα του χωρίς καμία αντίσταση.
Ξαναέβαλε το βίντεο από την αρχή.
Και πάλι.
Και πάλι.
Σιγά σιγά η διάθεσή του άρχισε να αλλάζει. Σαν να γεννιόταν μέσα του μια φωνή γαλήνης.
Ε και που δεν έλυσες το πρόβλημα στα μαθηματικά; σκεφτόταν. Καλός είσαι στα μαθηματικά.
Ε και που είδες την κοπέλα να φιλιέται; Τόσα κορίτσια υπάρχουν στον κόσμο. Θα βρεις το ταίρι σου.
Ε και που μάλωσαν οι γονείς σου; Αγαπιούνται. Αύριο πάλι θα είναι αγκαλιασμένοι.
Σαν ένα απαλό φως απλωνόταν μέσα του.
Τις επόμενες ημέρες συνέχισε να ακούει τους Χαιρετισμούς. Κάθε φορά η ψυχή του γινόταν πιο ελαφριά. Έπιανε τον εαυτό του να χαμογελά χωρίς λόγο. Το σκοτεινιασμένο εφηβικό του πρόσωπο φωτιζόταν ξανά.
Δέκα ημέρες αργότερα γεννήθηκε μέσα του μια παράξενη επιθυμία. Ήθελε να τους ακούσει ζωντανά.
Ένα απόγευμα Παρασκευής κατευθύνθηκε προς τον ναό της ενορίας του. Μέχρι τότε πήγαινε στην εκκλησία μόνο στις εθνικές εορτές με το σχολείο και το Πάσχα. Είχε να κοινωνήσει από τότε που ήταν μικρό παιδί στο νηπιαγωγείο.
Μπήκε διστακτικά.
Η εκκλησία ήταν μισοφωτισμένη και γεμάτη από εκείνη τη γλυκιά μυρωδιά του λιβανιού. Καθώς προχωρούσε, παρατήρησε κάτι που τον ξάφνιασε.
Σε ένα στασίδι στέκονταν δύο συμμαθήτριές του.
Η μία ήταν από τις καλύτερες μαθήτριες της τάξης. Τόσο καλή που τα παιδιά την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «το φυτό». Πάντα ήσυχη, με χαμηλό βλέμμα και ευγένεια που πολλοί μπέρδευαν με αδυναμία.
Εκείνο το βράδυ όμως ο Στέφανος την είδε αλλιώς.
Δεν υπήρχε τίποτα εντυπωσιακό επάνω της. Κι όμως το πρόσωπό της έλαμπε με έναν τρόπο ήρεμο και αληθινό.
Τότε πέρασε από το μυαλό του μια πρώτη υποψία.
Ίσως η ομορφιά που φαίνεται να μην είναι η αληθινή. Ίσως υπάρχει μια άλλη ομορφιά, κρυμμένη πίσω από την απλότητα, την ευγένεια, την ταπείνωση και την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Ο Στέφανος τελείωσε το σχολείο, σπούδασε και τελικά ακολούθησε το επάγγελμα της μητέρας του. Έγινε γιατρός.
Στο γραφείο του υπάρχει μέχρι σήμερα μια εικόνα του Αγίου Λουκά του ιατρού.
Όσο για τη μητέρα του, τα χρόνια πέρασαν και κάποτε συνειδητοποίησε κάτι βαθύτερο. Βλέποντας την αλλαγή του γιου της, την ηρεμία και την πίστη που τον συνόδευαν, ταπεινώθηκε μέσα της.
Κατάλαβε ότι είχε αφιερώσει τη ζωή της μόνο στην επιστήμη, ξεχνώντας κάτι σημαντικότερο.
Ένα απόγευμα πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς και άναψε μια μεγάλη λαμπάδα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
Γιατί, όπως έλεγε μέσα της, εκείνη είχε φυλάξει το παιδί της.
Και κάπως έτσι, στο παλιό δωμάτιο του σπιτιού, το πρεβάζι όπου κάποτε στεκόταν μόνο μια γλάστρα βασιλικού, γέμισε ξανά λουλούδια.
Σαν να είχε ανθίσει, αθόρυβα, η ίδια η καρδιά του Στέφανου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου