Οι μαθήτριες της Σκάλας Μεσσηνίας την Άνοιξη του 1975
Η ευλογημένη Σκάλα Μεσσηνίας φύτευε με μεράκι τριανταφυλλιές, γαρυφαλλιές, μενεξέδες και πανσέδες, και η Άνοιξη στόλιζε τα λιβάδια της με λογής-λογής αγριολούλουδα, για να πλαγιάζουν οι θυγατέρες της. Οι ανθισμένες μαργαρίτες, οι νεραγκούλες, το τριφύλλι και οι παπαρούνες υμνολογούσαν τον Θεό την Άνοιξη του 1975. Οι μέλισσες και τα άγρια έντομα είχαν στήσει χορό για να περισυλλέξουν την πολύτιμη γύρη. Κι ενώ η φύση οργίαζε, οργίασε εκείνη την αξέχαστη Παρασκευή του Απρίλη και η φαντασία μας, δρομολογώντας αμετάκλητα την επιθυμία μας, για μία απογευματινή απόδραση στα ανθισμένα λιβάδια της Σκάλας, μετά τη λήξη των μαθημάτων στο Γυμνάσιο του Μελιγαλά.
Εννέα ήταν οι φίλες μου από το όμορφο χωριό της Σκάλας, κι εγώ μαζί τους κάναμε την ιερή δεκάδα. Όμως, η πιο κοντινή μου ήταν η αγαπημένη μου Νίκη, με την οποία καθόμασταν στο ίδιο θρανίο και ταιριάζαμε, γιατί ήμασταν πολύ μελετηρές και συνεπείς στις σχολικές μας υποχρεώσεις.
Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, τα μαθήματα είχαν τελειώσει και καθώς κατευθυνόμουν προς τον σταθμό του τρένου για να επιστρέψω στη Βαλύρα, με περικύκλωσαν τα κορίτσια λέγοντας:
– Αντί να περιμένεις δύο ώρες το τρένο στο σταθμό, μήπως προτιμάς να έρθεις μαζί μας και σε μία ώρα να φτάσεις στη Βαλύρα; Έχεις ποτέ περπατήσει από το Γυμνάσιο ως το χωριό σου;
– Όχι, είναι πολύ κουραστικό ή επικίνδυνο; ρώτησα.
– Την ημέρα δεν κινδυνεύεις από τίποτα. Άλλωστε, θα σε συνοδεύσουμε εμείς μέχρι να φτάσεις αρκετά κοντά στη Βαλύρα. Σήμερα, που λάμπει ο ουρανός και η μέρα είναι γλυκιά, θα ξεφαντώσουμε στα ανθισμένα λιβάδια της Σκάλας, θα χορέψουμε, θα τραγουδήσουμε, θα αγοράσουμε κάτι φαγώσιμο και θα το μοιραστούμε ξαπλωμένες πάνω στις μαργαρίτες και στα άγρια χόρτα, θα φτιάξουμε μπουκετάκια με αγριολούλουδα και θα ακούσουμε τα πουλιά του αγρού να τραγουδούν θεσπέσια…
– Φτάνει, φτάνει, είπα χαμογελώντας και τις αγκάλιασα. Ας σκεφτώ για λίγο… Ο πατέρας μου χρειάζεται σήμερα και αύριο να επισκευάσει το αυτοκίνητό του, άρα δεν κινδυνεύω να με πιάσει εκτός πορείας και να με τιμωρήσει. Μπορώ να το διακινδυνεύσω, απάντησα.
– Μη φοβάσαι! Θα του μιλήσουμε κι εμείς να μην σε τιμωρήσει, βροντοφώναξαν όλες υποστηρικτικά.
Αγοράσαμε ψωμάκια με κασέρι και σαλάμι, μπισκότα, σοκολάτες και αναψυκτικά και αρχίσαμε να περπατάμε γοργά μέχρι να φτάσουμε στο μαγικό λιβάδι. Οι ακτίνες του ηλίου ζέσταιναν τα πρόσωπά μας· όλα ήταν θαυμάσια και χαρωπά. Τα ανθισμένα χαλιά των λιβαδιών εναλλάσσονταν γρήγορα και η έκπληξή μας, με έντονη δόση θαυμασμού, έφτασε σύντομα στην κορύφωσή της.
Ήμασταν κόρες του λαμπρού Απρίλη του 1975, που δεν είχαν ακόμη γνωρίσει το πικρό φιλί της ξενιτιάς, της εργατιάς, της παντρειάς, της μητρότητας, της αρρώστιας, του γήρατος και του θανάτου αγαπημένων προσώπων· δέκα παρθένες στο σώμα, στον νου και στη ψυχή, σε όλη τους τη δόξα και το μεγαλείο.
– Ένα, δύο, τρία! είπε η Νίκη, και μονομιάς αφαιρέσαμε τις μπλε κορδέλες που σφίγγαν τόσες ώρες το κρανίο μας και πονούσαν οι ρίζες των μαλλιών μας.
Στριμώξαμε την κορδέλα βαθιά στη δεξιά τσέπη της σχολικής ποδιάς και στην αριστερή κρύψαμε το λάστιχο και το κοκαλάκι για την κοτσίδα μας. Καθώς ανέμιζαν άτακτα τα ριγμένα στη πλάτη μαλλιά μας, μ’ ένα σάλτο προσγειωθήκαμε μέσα στο πιο όμορφο λιβάδι που είχαν ποτέ αντικρίσει τα περίεργα εφηβικά μάτια μας. Οι μαργαρίτες αναστέναξαν κάτω από τα παπούτσια της γυμναστικής, καθώς στριφογυρίζαμε σαν Δερβίσιδες εκστασιασμένες, χορεύοντας πιασμένες χέρι-χέρι, τραγουδώντας ό,τι σχολικό τραγούδι γνωρίζαμε και κατέβαζε η μεθυσμένη από θείο νέκταρ μνήμη μας. Τα μαλλιά μας ανέμιζαν στο δροσερό αγέρι και με άτακτες κινήσεις τα σπρώχναμε πίσω στους ώμους για να μην κρύβουν τη θέα της ονειρεμένης γης, που γιόρταζε την αναγέννησή της, τυλιγμένη σε μεταξένια υφάδια και άπειρα χρώματα.
Ονειρεμένη ζωή! Μια τέλεια στιγμή στο χρόνο, που αποτυπώθηκε βαθιά στο είναι μας, χάραξε ανεξίτηλη γραφή στο αρχείο της ψυχής μας και απαθανατίστηκε, μετά το εξαίσιο συμπόσιο καταγής, με την εφηβική μας φωτογραφική μηχανή. Αφού ταΐσαμε με τα περισσεύματα τα πετούμενα στα κοντινά δέντρα, ευχαριστήσαμε τον Θεό για την ωραία μέρα που μας χάρισε, αγκαλιαστήκαμε πριν φτάσω στη Βαλύρα και επιστρέψαμε σιγά-σιγά, με πλατύ χαμόγελο και πολύ κουράγιο, στην πραγματικότητα της ευθύνης και του άγχους των μαθητικών μας χρόνων.
Αυτά, τα ακαταμάχητα φίλτρα της λάμψης των προσώπων τους, τα κοιτάζω τώρα, 50 χρόνια μετά, που τα μαλλιά μας γέμισαν χιόνια και τα πρόσωπά μας χλόμιασαν σαν τα τρεμάμενα φθινοπωρινά φύλλα.
– Πού να είναι η καθεμιά; αναρωτιέμαι.
Τη Νίκη τη συνάντησα στη Βοστόνη το 1980. Παντρεύτηκε έναν επιχειρηματία ελληνικής καταγωγής.
– Ο Θεός να σας έχει καλά όπου κι αν βρίσκεστε.
Ναι! Το σκηνικό έχει αλλάξει. Οι κόρες του λιβαδιού είναι τώρα χρυσάνθεμα που στολίζουν το μελαγχολικό τοπίο του φθινοπώρου της ζωής μας. Κι όμως, το διαισθάνομαι ότι χαμογελούν όπως τότε, με το ξάστερο ανοιξιάτικο βλέμμα τους, κλείνοντας τη συννεφιά επιμελώς στην καρδιά τους.
Ευγενικές μου ψυχές μιας ρομαντικής εποχής, που δεν σκεφτήκαμε ποτέ ότι θα εκλείψει και με τον χρόνο θα μας λείψει.
Ο ήλιος, ντυμένος τη λαμπρή του φορεσιά, κατηφορίζει και οι χρυσοί καταρράκτες βάφουν μαβιά τα λιβάδια της Σκάλας.
Χάρμα οφθαλμών το ήθος, η διακριτικότητα και η γενναιοδωρία της ψυχής σας!
Μια ομάδα παιδιών με τρανταχτά γέλια με ξεσηκώνει στο μπαλκόνι μου. Οι θυγατέρες του μπετόν λικνίζονται κλεισμένες ασφυκτικά στα σπιρτόκουτα της μεγαλούπολης.
Ευχή και κατάρα που δεν έκλεψε την παρθενιά του νου σας το «ανθισμένο λιβάδι». Ευχή, γιατί δεν γνωρίζετε και ακόμη αντέχετε την ασχήμια της εποχής· και κατάρα, γιατί αν το γνωρίζατε, θα ήταν δύσκολο να υπάρχετε.
Βυθισμένη, δεν λέω να ξεκολλήσω από αυτή τη γλυκιά ανάμνηση, καθώς κρατώ την ασπρόμαυρη φωτογραφία των μαθητικών μας χρόνων πάνω στις ανοιχτές παλάμες μου.
Η αύρα του δειλινού σηκώνει τις φυλλωσιές του νου μου και ψιθυρίζουν σαν Παραμυθία Παναγιά, καθώς γέρνω στη ψάθινη καρέκλα της ανθισμένης βεράντας μου:
– Πού είναι; Πού είναι; Θα ξανάρθουν, θα ξανάρθουν!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου