Όταν πρωτάκουσε ο αείμνηστος παππούς Σταύρος το λαϊκό τραγούδι «γιατί καλέ γειτόνισσα», ενθουσιάστηκε σαν μικρό παιδί που του έταξαν λουκούμι και του έδωσαν διπλό. «Αυτό είναι τραγούδι!» έλεγε και ξανάλεγε, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι με τέτοιο πάθος που τα ποτήρια έκαναν μικρά άλματα διαμαρτυρίας. Σαν να περιέγραφε –έτσι πίστευε– τον καημό της νιότης του, τότε που ήθελε να συναντήσει κρυφά μια κοπέλα που οι γονείς της ούτε να τον δουν δεν ήθελαν, πόσο μάλλον να τον κάνουν γαμπρό τους.
«Αχ, εκείνη η γειτόνισσα…» έλεγε και χαμογελούσε με μισό στόμα, αφήνοντας πάντα την ιστορία στη μέση, λες και φοβόταν μήπως τον ακούσει κανένα αυτί και τον μαλώσει.
Κι αφού του άρεσε τόσο, κάθε Πασχαλιά είχε καθιερώσει το ίδιο τελετουργικό. Στην αυλή, με το αρνί να γυρίζει αργά στη σούβλα και να μοσχοβολάει μέχρι τη διπλανή γειτονιά, έβαζε τα παραδοσιακά τραγούδια, τα τσάμικα, τα νησιώτικα, αλλά κάπου εκεί, ανάμεσα στα «Σαράντα παλικάρια» και τα «Μήλο μου κόκκινο», πεταγόταν και το αγαπημένο του άσμα.
Και γελούσε με την ψυχή του, λες και είχε πει το πιο σοφό πράγμα στον κόσμο.
Έτσι πέρασε η ζωή του. Ήταν καλός άνθρωπος, κακό δεν έκανε σε κανέναν. Βοηθούσε, γελούσε, κερνούσε. Μόνο στους οικείους του, χωρίς να το καταλάβει, είχε αφήσει ένα μικρό κενό· μια ελαφριά στροφή από τα βαθύτερα της πίστης. Όχι από κακία, μα από απλότητα. Για εκείνον, το Πάσχα ήταν χαρά, τραγούδι, παρέα και φαγητό. Και κάπου εκεί τελείωνε η σκέψη.
Κανείς δεν το πρόσεξε τότε. Ήταν από εκείνα τα πράγματα που τα λες «έλα μωρέ, δεν πειράζει». Ψιλά γράμματα.
Με μια εξαίρεση.
Όταν ο παππούς Σταύρος «κοιμήθηκε», όπως έλεγαν στο χωριό, και πριν σαραντίσει, η κόρη του, η Ανδριάννα, τον είδε στον ύπνο της.
Ήταν λέει σε έναν δρόμο παράξενο. Ούτε μέρα ούτε νύχτα. Και ο παππούς στεκόταν εκεί, κρατώντας ένα όμορφο, χρυσαφένιο κλειδί. Το κοίταζε, το γύριζε στα χέρια του και μετά κοίταζε αριστερά και δεξιά, σαν να έψαχνε κάτι.
«Πατέρα;» του φώναξε εκείνη.
Γύρισε και την κοίταξε, αλλά το χαμόγελό του δεν ήταν όπως το θυμόταν.
«Ο Κύριος», της είπε, «με επιβράβευσε που ήμουν καλός άνθρωπος και μου έδωσε δώρο… το κλειδί του σπιτιού της γειτόνισσας.»
«Ε, της γειτόνισσας…» απάντησε εκείνος αόριστα. «Όλο πηγαίνω επίσκεψη στο σπίτι της. Μπαίνω, βγαίνω, ξαναμπαίνω… Έχω βαρεθεί, παιδί μου. Προσπαθώ να δω πού είναι ο Κύριος, να Τον βρω να ανακουφιστώ… και δεν Τον βλέπω πουθενά.»
Έκανε μια παύση και την κοίταξε πιο έντονα.
«Άναψέ μου ένα κερί… και παρακάλεσέ Τον να έρθει να με βρει.»
Η φωνή του είχε κάτι από εκείνο το παλιό παράπονο του τραγουδιού, μόνο που τώρα δεν είχε χιούμορ.
Η Ανδριάννα πετάχτηκε από το κρεβάτι της, λουσμένη στον ιδρώτα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, σαν να είχε τρέξει σε ανηφόρα.
Σηκώθηκε, ήπιε λίγο νερό και κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας, κοιτάζοντας το σκοτάδι.
«Εγώ…» σκέφτηκε, «όταν φύγω από τη ζωή… τι θα θέλει να βλέπει η ψυχή μου; Τι θα είναι τόσο όμορφο που να μην το βαρεθεί ποτέ;»
Η ερώτηση έμεινε να αιωρείται σαν λιβάνι στον αέρα.
Την άλλη μέρα κιόλας πήγε στην εκκλησία. Όχι για δεκαπέντε λεπτά. Έμεινε. Άναψε κερί. Προσευχήθηκε –όπως μπορούσε, όπως ήξερε, με απλά λόγια.
Και σιγά σιγά, κάτι μέσα της άρχισε να αλλάζει.
Το επόμενο Πάσχα ήταν διαφορετικό.
Η μαγειρίτσα μαγειρεύτηκε, το αρνί μπήκε στη σούβλα, τα τραγούδια έπαιξαν. Κάποια στιγμή, κάποιος συγγενής έβαλε και το παλιό, γνώριμο τραγούδι.
«Γιατί καλέ γειτόνισσα…»
Όλοι γύρισαν αυθόρμητα, σχεδόν περιμένοντας να δουν τον παππού Σταύρο να σηκώνεται με το ποτήρι.
Αλλά η καρέκλα του έμεινε άδεια.
Κάθισε ξανά και κοίταξε γύρω της. Οι άνθρωποι, το φως, το φαγητό, τα γέλια – όλα ήταν όμορφα. Μα τώρα ήξερε πως αυτά ήταν μόνο η αρχή, όχι το τέλος.
Από τότε, για την Ανδριάννα, το Πάσχα έπαψε να είναι μόνο μια συνήθεια. Έγινε αναζήτηση. Έγινε ερώτηση που ζητούσε απάντηση. Έγινε δρόμος.
Και κάθε φορά που άκουγε το τραγούδι, δεν γελούσε μόνο. Σκεφτόταν.
«Γιατί καλέ γειτόνισσα…;»
Ίσως, τελικά, το πιο σημαντικό δεν είναι ποιο κλειδί κρατάς, αλλά ποια πόρτα ανοίγεις.
Χριστός Ανέστη!
Είθε η Ανάσταση να φέρει φως στις καρδιές μας, ειρήνη στις σκέψεις μας και αληθινή χαρά στη ζωή μας. Να βρίσκουμε όλοι αυτό που δεν θα κουραστεί ποτέ η ψυχή μας να αγαπά. Με υγεία, αγάπη και ελπίδα. Χρόνια πολλά!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου