Η Ελένη θυμόταν ακόμη τη μυρωδιά από τα παλιά στούντιο ηχογράφησης της Νέας Υόρκης. Ήταν το 1976 όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην ηχοληψία και τη σκηνοθεσία, γεμάτη φιλοδοξία και μια αίσθηση ότι ο κόσμος απλωνόταν μπροστά της σαν καμβάς που περίμενε να τον γεμίσει με ήχους και εικόνες. Επέστρεψε στην Ελλάδα με μια βαλίτσα γεμάτη μπομπίνες, σημειώσεις και όνειρα που δεν είχαν ακόμη μορφή.
Η Αθήνα της φάνηκε ταυτόχρονα γνώριμη και ξένη. Οι δρόμοι είχαν τον ίδιο θόρυβο, τα ίδια πρόσωπα, αλλά εκείνη είχε αλλάξει. Κουβαλούσε μέσα της μια άλλη ματιά, πιο κοφτερή, πιο απαιτητική. Δεν άργησε να βρει δουλειά. Της ανέθεσαν να δημιουργήσει ένα προωθητικό βίντεο για έναν ζωγράφο που είχε αρχίσει να αποκτά φήμη: τον George.
Ο George ήταν ήδη γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και της Ιταλίας. Οι πίνακές του κρέμονταν σε γκαλερί της Ρώμης, του Μιλάνου και της Πλάκας. Ήταν αφηρημένος, σουρεαλιστής, γεμάτος ένταση και αντιφάσεις. Οι μορφές του έμοιαζαν να διαλύονται και να ανασυντίθενται, σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάτι που δεν ονομαζόταν.
Η πρώτη τους συνάντηση έγινε σε μια γκαλερί στο Κολωνάκι. Εκείνος στεκόταν μπροστά σε έναν πίνακα, με τα χέρια στις τσέπες, σαν να τον παρατηρούσε για πρώτη φορά.
«Εσύ πρέπει να είσαι η Ελένη», της είπε χωρίς να γυρίσει.
«Κι εσύ ο George», απάντησε εκείνη.
Χαμογέλασε ελαφρά. «Έτσι με λένε.»
Η συνεργασία τους ξεκίνησε αμέσως. Η Ελένη ήθελε να αποτυπώσει όχι μόνο το έργο του, αλλά και τον ίδιο. Τον κινηματογραφούσε ενώ ζωγράφιζε, ενώ μιλούσε, ακόμη και ενώ σιωπούσε. Εκείνος της μιλούσε για την τέχνη σαν να ήταν μια μάχη.
«Δεν ζωγραφίζω αυτό που βλέπω», της είπε μια μέρα. «Ζωγραφίζω αυτό που δεν αντέχω να δω.»
Η Ελένη ένιωθε ότι καταλάβαινε, αλλά όχι πλήρως. Ήταν κάτι στον τρόπο που μιλούσε, σαν να υπήρχε πάντα ένα δεύτερο επίπεδο, κρυμμένο.
Το βίντεο ολοκληρώθηκε και γνώρισε επιτυχία. Ο George έφυγε ξανά για τη Ρώμη. Εκείνη συνέχισε τη δουλειά της, περνώντας από ντοκιμαντέρ σε διαφημίσεις, από μικρά projects σε μεγαλύτερα. Τα χρόνια κύλησαν χωρίς να το καταλάβει.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, ένα απόγευμα φθινοπώρου, τον συνάντησε τυχαία.
Ήταν σε ένα στενό κοντά στο Μοναστηράκι. Εκείνος στεκόταν έξω από ένα μικρό μαγαζί με εικόνες. Δεν τον αναγνώρισε αμέσως. Τα μαλλιά του ήταν κοντά, το πρόσωπό του πιο ήρεμο, σχεδόν φωτεινό.
«George;» είπε διστακτικά.
Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του.
«Όχι George», αποκρίθηκε. «Ο Αναστάς θα λες.»
Η Ελένη έμεινε να τον κοιτάζει. «Αναστάς; Τι συνέβη;»
Δεν απάντησε αμέσως. Την κάλεσε με ένα νεύμα να μπουν μέσα στο μαγαζί. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι βυζαντινές εικόνες. Χρυσά φόντα, αυστηρά πρόσωπα, βλέμματα που έμοιαζαν να διαπερνούν τον χρόνο.
«Μου μίλησαν οι εικόνες», είπε τελικά.
Η Ελένη συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω», απάντησε. «Στην αρχή τις έβλεπα σαν έργα τέχνης. Σαν αντικείμενα. Μετά άρχισα να νιώθω ότι με κοιτάζουν. Όχι σαν θεατή. Σαν να με γνωρίζουν.»
Η Ελένη τον παρακολουθούσε σιωπηλή.
«Και μια μέρα», συνέχισε, «κατάλαβα ότι δεν ήταν εγώ που τις παρατηρούσα. Ήταν εκείνες που με αποκάλυπταν.»
«Και η ζωγραφική σου;» τον ρώτησε.
«Τελείωσε», είπε ήρεμα. «Δεν είχε πια νόημα.»
«Πώς γίνεται αυτό; Ήσουν στην κορυφή.»
Χαμογέλασε. «Στην κορυφή του τι; Του εαυτού μου;»
Η Ελένη ένιωσε μια μικρή ενόχληση. «Και τώρα; Με τι ασχολείσαι;»
Ο Αναστάς κοίταξε μια εικόνα της Παναγίας.
«Με εκείνο το μοναδικό και ανεπανάληπτο», είπε αργά. «Το υπεραισθητό. Αυτό που δεν ζωγραφίζεται, δεν ηχογραφείται, δεν σκηνοθετείται.»
«Και πώς το προσεγγίζεις;»
«Δεν το προσεγγίζω», απάντησε. «Αφήνομαι.»
Στράφηκε προς το μέρος της.
«Για να το αγγίξεις, πρέπει να είσαι καθαρός αδάμας»,πρόσθεσε. «Αλλά και ταπεινό, ασήμαντο κοχύλι στην αμμουδιά. Στο έλεος του Θεού.»
Η Ελένη ένιωσε ένα ρίγος. Δεν ήξερε αν τον καταλάβαινε ή αν απλώς ήθελε να τον καταλάβει.
«Και δεν σου λείπει τίποτα από πριν;» ρώτησε.
Σκέφτηκε για λίγο.
«Μου λείπει η αγωνία», είπε. «Αλλά δεν μου λείπει ο θόρυβος.»
Βγήκαν έξω. Ο ήλιος έδυε και τα φώτα της πόλης άρχιζαν να ανάβουν.
Περπάτησαν μαζί για λίγο, χωρίς να μιλούν. Η Ελένη προσπαθούσε να συμφιλιώσει μέσα της τον George που γνώριζε με τον Αναστάντα που είχε μπροστά της.
«Ξέρεις», είπε τελικά, «κι εγώ άλλαξα.»
«Το βλέπω», απάντησε εκείνος.
«Αλλά δεν είμαι σίγουρη προς τα πού.»
Ο Αναστάς χαμογέλασε.
«Δεν χρειάζεται να είσαι σίγουρη», απάντησε. «Μόνο ανοιχτή.»
Σταμάτησαν σε μια γωνία.
«Θα σε ξαναδώ;» τον ρώτησε.
«Αν είναι να με δεις, θα με δεις», αποκρίθηκε γελαστά.
Και έφυγε.
Η Ελένη έμεινε να τον κοιτάζει καθώς απομακρυνόταν. Δεν ένιωθε απώλεια. Ένιωθε κάτι άλλο. Σαν να είχε ανοίξει μπροστά της μια πόρτα που δεν ήξερε αν ήθελε να περάσει.
Γύρισε στο σπίτι της και έβαλε να παίξει μια παλιά κασέτα από τα χρόνια της Αμερικής. Οι ήχοι ήταν γεμάτοι ένταση, πειραματισμό, ζωή.
Τους άκουσε για λίγο και μετά την έκλεισε.
Στο μυαλό της ήρθε η εικόνα του βλέμματος στις βυζαντινές εικόνες.
Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν θέλησε να καταγράψει τίποτα.
Μόνο να δει τον κόσμο με το φως εντός της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου