Στη βόρεια Ιαπωνία, εκεί όπου ο χειμώνας δεν είναι απλώς εποχή αλλά τρόπος ύπαρξης, το χιόνι είχε κοπάσει καθώς έμπαινε το Καλοκαίρι. Ο Γιάννης στεκόταν στην ξύλινη βεράντα του σπιτιού και έβλεπε στον ορίζοντα τις κερασιές. Κάπου εκεί, πίσω από μια σειρά χαμηλών στάβλων, ζούσε ο φίλος του.
Ο Takashi (ο ευγενικός) δεν ήταν απλός άνθρωπος. Ήταν ένας Ιάπωνας που είχε εγκαταλείψει την πόλη πριν λίγα χρόνια, μετά από ένα συνέδριο στο Ιαπωνάι — μια μικρή πόλη που ο Γιάννης θυμόταν μόνο ως ένα όνομα σε μια διαφάνεια παρουσίασης και μια στιγμή αμηχανίας σε ένα καφέ γεμάτο καλώδια φόρτισης και άδειες καρέκλες. Εκεί είχαν γνωριστεί, δύο άνθρωποι που δεν είχαν τίποτα κοινό εκτός από μια παράξενη κούραση από τον κόσμο, και μία ανεξήγητη έλξη σαν γνώριμο χαμόγελο.
Η πρόσκληση είχε έρθει μήνες μετά. Μια απλή φράση:
«Αν έρθεις ποτέ βόρεια, υπάρχει χώρος για εσένα.»
Ο φίλος του είχε ζήσει κάποτε στο Τόκιο, δούλευε σε εταιρείες που δεν θυμόταν πια ούτε ο ίδιος το όνομά τους. Μετά αποφάσισε να γίνει vegan. Όχι από μόδα, ούτε από υγεία. Από κάτι πιο ασαφές: μια ανάγκη να μην συμμετέχει. Να μειώσει τον θόρυβο που ένιωθε πως έκανε μέσα στον κόσμο.
Κι όμως, στην άκρη της φάρμας του, υπήρχε ένας μικρός στάβλος.
Εκεί ζούσε υπό την προστασία του μία περιζήτητη αγελάδα.
Ήταν Wagyu — από εκείνες τις ράτσες που ο υπόλοιπος κόσμος έχει μετατρέψει σε σύμβολο υπερβολής. Στο Λας Βέγκας υπάρχουν μπιφτέκια των 5.000 δολαρίων, καλυμμένα με τρούφες και χρυσό. Σερβίρονται μαζί με μπουκάλια κρασιού σαν το Château Pétrus, αλλά δεν τρως φαγητό. Καταναλώνεις ιδέα πολυτελείας με πιστοποιητικό και σφραγίδα από τη μύτη του Wagyu που είχες τη μεγάλη τύχη σε αυτή τη ζωή να γευτείς. Ένα μαλακό κομμάτι κρέας Ιαπωνικής αγελάδας, με ίνες λίπους που έλιωσαν στο στόμα σου.
Εδώ όμως, στη βόρεια Ιαπωνία, η αγελάδα δεν ήταν ιδέα κατανάλωσης, ήταν αγαπημένη σύντροφος ζωής.
Η Wagyu του Τakashi ήταν κάτι άλλο.
Ο Γιάννης την είδε για πρώτη φορά ένα πρωί. Στεκόταν μέσα σε καθαρό στάβλο, σχεδόν τελετουργικά οργανωμένο. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν κλασική μουσική — Μπαχ, αν θυμόταν καλά. Και δίπλα, πάνω σε ένα μικρό μεταλλικό τραπέζι, υπήρχε ένα κουτί μπίρας.
«Της αρέσει η σταθερότητα του ρυθμού», είπε ο Takashi ήρεμα, σαν να εξηγούσε κάτι απολύτως φυσικό. «Και η μπίρα τη βοηθά να μην αγχώνεται, τώρα που μπαίνουμε στο Καλοκαίρι.»
Ο Γιάννης τον κοίταξε με δυσπιστία.
«Της δίνεις μπίρα;»
«Όχι πολύ. Λίγο. Να αισθάνεται καλά ».
Η αγελάδα δεν φαινόταν ούτε εξημερωμένη ούτε άγρια. Φαινόταν απλώς παρούσα. Έτρωγε αργά, κι όταν ο άνεμος περνούσε μέσα από τις χαραμάδες του στάβλου, δεν αντιδρούσε. Σαν να είχε αποδεχθεί κάτι που οι άνθρωποι ακόμα προσπαθούσαν να καταλάβουν.
Τις επόμενες ημέρες, ο Γιάννης άρχισε να παρατηρεί πράγματα.
Ο φίλος του δεν μιλούσε πολύ. Ξυπνούσε νωρίς, καθάριζε τον στάβλο, έλεγχε το νερό, ρύθμιζε τη μουσική. Δεν υπήρχε τίποτα επιδεικτικό σε αυτό. Ήταν μια καθημερινότητα χωρίς θεατές.
«Γιατί Wagyu;» ρώτησε ο Γιάννης μια μέρα.
Ο Τakashi σκέφτηκε λίγο.
«Δεν το διάλεξα εγώ. Έτσι ήταν όταν ήρθα εδώ. Αλλά μετά κατάλαβα κάτι… όλοι μιλούν για αυτό το ζώο σαν να είναι τρόπαιο. Σαν να είναι ήδη φαγητό πριν ακόμα προλάβει να ζήσει.»
Σταμάτησε.
«Εγώ απλώς αποφάσισα να μην συμμετέχω στο τέλος της ιστορίας της.»
Ο Γιάννης δεν απάντησε.
Το βράδυ, κάθισαν μέσα στο ξύλινο σπίτι. Ο Takashi έβγαλε ένα πιάτο φακές.
«Από την Κρήτη, σωστά;» είπε.
Ο Γιάννης χαμογέλασε. «Από την Κρήτη.»
Οι φακές είχαν ελαιόλαδο, λεμόνι και ρίγανη. Ήταν το πιο απλό φαγητό μέσα σε μια ιστορία που είχε ξεκινήσει με συνέδρια, διεθνή ταξίδια και μια αγελάδα που άκουγε Μπαχ.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε πιο «πολυτελές» από όλα τα υπόλοιπα.
Την επόμενη μέρα, ο Γιάννης έκανε μια ερώτηση που τον απασχολούσε από την πρώτη στιγμή.
«Δεν σε ενοχλεί η αντίφαση;»
«Ποια αντίφαση;»
«Είσαι vegan… και έχεις μια Wagyu αγελάδα.»
Ο Τakashi χαμογέλασε ελαφρά, χωρίς ειρωνεία.
«Η αντίφαση υπάρχει μόνο αν πιστεύεις ότι όλα πρέπει να έχουν έναν σκοπό χρήσης.»
Έδειξε προς τον στάβλο.
«Αυτή δεν υπάρχει για να γίνει burger σε κάποιο εστιατόριο στο Λας Βέγκας. Ούτε για να γίνει θρύλος όπως εκείνα τα πιάτα των χιλιάδων δολαρίων που διαβάζεις στο διαδίκτυο.»
Ο Γιάννης θυμήθηκε κάτι που είχε δει κάποτε: ένα burger με φύλλο χρυσού, φουά γκρα και τρούφες, που παρουσιαζόταν σαν εμπειρία ζωής. Και κάπου πιο πέρα, ένα γλυκό που κόστιζε περισσότερο από έναν μηνιαίο μισθό στην Αθήνα.
Όλα αυτά του φάνηκαν ξαφνικά πολύ μακριά.
«Δεν είμαι vegan γιατί απορρίπτω το κρέας», συνέχισε ο Takashi. «Είμαι vegan γιατί απορρίπτω την ιδέα ότι όλα πρέπει να καταλήγουν σε κατανάλωση.»
Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν άβολη. Ήταν καθαρή.
Την τρίτη μέρα, ο Γιάννης μπήκε μόνος του στον στάβλο.
Η αγελάδα τον κοίταξε χωρίς να κινηθεί. Τα μεγάφωνα έπαιζαν Σούμπερτ . Ο αέρας μύριζε ξύλο και ήλιο στα ανοιχτά.
Κάθισε απέναντί της.
Δεν ήξερε γιατί.
Ίσως γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του δεν υπήρχε κάτι να αγοράσει, να αξιολογήσει ή να συγκρίνει. Μόνο παρουσία.
Σκέφτηκε ξανά τα εστιατόρια που είχε διαβάσει κάποτε: το FleurBurger 5000, τα μενού με χαβιάρι και χρυσό, τις ιστορίες για το πιο ακριβό φαγητό στον κόσμο. Όλα αυτά του φάνηκαν σαν προσπάθειες να πεις μια απλή αλήθεια με πάρα πολλά χρήματα.
Η αγελάδα ακούμπησε το κεφάλι της λίγο χαμηλότερα.
Ο Γιάννης χαμογέλασε.
Όταν βγήκε, ο φίλος του τον περίμενε.
«Τη γνώρισες;» ρώτησε.
«Ναι.»
«Και;»
Ο Γιάννης σκέφτηκε λίγο.
«Δεν είναι αυτό που περίμενα.»
Ο Τakashi έγνεψε.
«Ποτέ δεν είναι.»
Οι μέρες πέρασαν αργά. Στη φάρμα δεν υπήρχε πρόγραμμα, μόνο επανάληψη. Περπάτημα, φαγητό, σιωπή.
Κάποια στιγμή, ο Γιάννης ρώτησε:
«Τι θα γίνει με αυτήν;»
Ο φίλος του δεν απάντησε αμέσως.
«Τίποτα.»
«Πώς εννοείς τίποτα;»
«Δεν θα γίνει προϊόν. Δεν θα γίνει ιστορία marketing. Δεν θα γίνει εμπειρία για κάποιον που θέλει να πληρώσει για να νιώσει ξεχωριστός.»
Ο Γιάννης κοίταξε προς τον στάβλο.
«Και ποιο είναι το νόημα τότε;»
Ο Takashi έσβησε το φως.
«Ίσως αυτό είναι το πρώτο πράγμα που δεν χρειάζεται νόημα.»
Το τελευταίο βράδυ, έφαγαν πάλι φακές. Ο άνεμος έξω ήταν τη νύχτα δυνατός, σαν να δοκίμαζε τα όρια του ξύλινου σπιτιού.
Ο Γιάννης σκέφτηκε την Κρήτη. Θυμήθηκε τη μέρα των γενεθλίων του, τη φιλοξενία, το φως. Θυμήθηκε πώς οι άνθρωποι εκεί έδιναν χωρίς να υπολογίζουν την αξία της προσφοράς. Και κατάλαβε ότι ίσως αυτή ήταν η μόνη πραγματική πολυτέλεια που είχε γνωρίσει ποτέ.
Όχι το Wagyu στο πιάτο με ακριβό τίμημα.
Όχι τα χρυσά burgers.
Όχι τα κρασιά των χιλιάδων ευρώ.
Αλλά το να σε ταΐζει κάποιος χωρίς να περιμένει τίποτα πίσω.
Το πρωί της αναχώρησης, ο Γιάννης στάθηκε ξανά στη βεράντα.
Η αγελάδα ήταν στον στάβλο της, η μουσική έπαιζε χαμηλά.
«Θα ξανάρθεις;» ρώτησε ο φίλος του.
Ο Γιάννης σκέφτηκε την Αθήνα, τη θάλασσα, την καθημερινότητα.
«Ναι», είπε τελικά. «Αλλά ίσως όχι για τον λόγο που ήρθα.»
Ο Takashi χαμογέλασε.
«Αυτό είναι αρκετό.»
Και καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν μέσα στο ανθισμένο τοπίο, ο Γιάννης ένιωσε ότι άφηνε πίσω του όχι μια φάρμα, ούτε μια αγελάδα, αλλά έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο χωρίς τιμή.Το Wagyu του Takashi ήταν ένα ζωντανό και αγαπημένο στολίδι του σπιτιού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου