Υπήρξε μια εποχή στην Ελλάδα που οι άνθρωποι δεν μετρούσαν τον πλούτο με χρήματα, αλλά με αντοχές. Ήταν τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που η στέρηση είχε γίνει καθημερινός σύντροφος των οικογενειών και η φτώχεια δεν αποτελούσε εξαίρεση αλλά κανόνα. Οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς γνώρισαν την πείνα, την αγωνία, την έλλειψη και την αβεβαιότητα. Κι όμως, μέσα σε εκείνες τις δυσκολίες άνθισε μια σοφία που σήμερα μοιάζει σχεδόν χαμένη.
Οι τραυματισμένοι άνθρωποι της στέρησης δεν πετούσαν τίποτα. Ένα κομμάτι ύφασμα μπορούσε να γίνει μπάλωμα. Ένα παλιό πουκάμισο μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ποδιά, ένα σπασμένο εργαλείο να επισκευαστεί και να ξαναχρησιμοποιηθεί. Σε κάθε αντικείμενο έβλεπαν μια μελλοντική χρησιμότητα. Δεν υπήρχε η πολυτέλεια της σπατάλης.
Υπήρχαν όμως και αδιέξοδα. Η φτώχεια συχνά τους έφερνε μπροστά σε προβλήματα που απαιτούσαν άμεσες λύσεις. Πώς θα ντυθούν τα παιδιά; Πώς θα καθαριστούν τα ρούχα; Πώς θα χορτάσει μια πολυμελής οικογένεια όταν τα χρήματα δεν επαρκούν ούτε για τα απαραίτητα;
Σε τέτοιες περιπτώσεις αναλάμβαναν δράση οι γυναίκες της εποχής. Γυναίκες που είχαν μάθει να μετατρέπουν την ανάγκη σε δημιουργία και την έλλειψη σε ευκαιρία. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η αείμνηστη γιαγιά Αλεξάνδρα, που ζούσε λίγο έξω από την Καλαμάτα.
Η γιαγιά Αλεξάνδρα είχε τέσσερις γιους και τέσσερις προκομμένες νύφες. Ο σύζυγός της, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, μοίρασε στα παιδιά του τα περιβόλια και το κοπάδι, τα ευλόγησε και παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό. Η απώλεια αυτή σημάδεψε βαθιά τη γιαγιά. Για χρόνια θρηνούσε τον σύντροφο της ζωής της. Όμως είχε έναν λόγο να συνεχίσει. Τα παιδιά, οι νύφες, τα εγγόνια και ολόκληρη η γειτονιά είχαν ανάγκη από τη σοφία και την παρουσία της.
Στο μικρό εκείνο χωριό αποτελούσε σημείο αναφοράς για όλους. Σε μια εποχή όπου τα βιβλία ήταν δυσεύρετα και μια εγκυκλοπαίδεια θεωρούνταν πολυτέλεια, η γιαγιά Αλεξάνδρα ήταν μια ζωντανή βιβλιοθήκη γνώσεων. Γνώριζε για τα φυτά, τα ζώα, τη μαγειρική, το πλέξιμο, το νοικοκυριό, τις αρρώστιες και τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων.
Η νύφη της, η Ουρανία, θυμόταν συχνά ένα περιστατικό που είχε μείνει αξέχαστο σε όλες τις γυναίκες του χωριού.
«Μια μέρα», έλεγε, «είχε τελειώσει το απορρυπαντικό σχεδόν σε όλα τα σπίτια. Είχαμε απομείνει με λίγες πλάκες σπιτικό σαπούνι που έπρεπε να μας κρατήσουν μήνες. Μαζευτήκαμε στην αυλή της πεθεράς μου απελπισμένες. Εκείνη μας κοίταξε, χαμογέλασε και είπε ήρεμα:
"Μην κάνετε έτσι, κορίτσια. Ο Θεός δεν αφήνει κανέναν."
Μας ζήτησε να φέρουμε από ένα μεγάλο πλαστικό δοχείο και να επιστρέψουμε την επόμενη μέρα.»
Εκείνο το βράδυ η γιαγιά εργάστηκε υπομονετικά. Έκοψε τα στόμια των δοχείων, έβαλε στον πάτο από μία πλάκα σπιτικό σαπούνι, πρόσθεσε τριμμένο αρωματικό σαπουνάκι γλυκερίνης, λίγη σόδα και ξύδι. Στη συνέχεια γέμισε τα δοχεία με βραστό νερό, ανακατεύοντας ώσπου να λιώσουν τα υλικά.
Το επόμενο πρωί τα δοχεία είχαν μεταμορφωθεί. Ένα παχύρρευστο υγρό απορρυπαντικό είχε σχηματιστεί, αρκετό για πολλές πλύσεις.
Οι γυναίκες έμειναν έκπληκτες.
«Η γιαγιά», έλεγε η Ουρανία, «πολλαπλασίαζε το σαπούνι όπως ο Χριστός τους πέντε άρτους στην έρημο.»
Και πράγματι, αυτό έκανε σε ολόκληρη τη ζωή της. Πολλαπλασίαζε τα λίγα.
Με ένα ποτήρι ρύζι ετοίμαζε φαγητό για δέκα ανθρώπους. Με ένα κιλό αλεύρι έφτιαχνε δεκάδες λαδοκούλουρα. Με παλιά ρούχα ύφαινε κουρελούδες που στόλιζαν τα σπίτια και ζέσταιναν τις ψυχές.
Ο κήπος της έμοιαζε με μικρό παράδεισο. Ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια, κρεμμύδια, φασολάκια και μυρωδικά φύτρωναν παντού. Τα δέντρα της καρποφορούσαν πλούσια και τα ζώα της σπάνια αρρώσταιναν.
Όταν κάποιο παιδί έσκιζε τις κάλτσες του, η γιαγιά έπαιρνε το ξύλινο αυγό της και τις μπάλωνε. Όταν μια κοπέλα ήθελε να μάθει κέντημα, καθόταν στην αυλόπορτα και δίδασκε υπομονετικά. Όταν μια μητέρα χρειαζόταν βοήθεια, έτρεχε πρώτη.
Ακόμη και το νερό το σεβόταν. Το έβραζε και το φύλαγε σε γυάλινες κανάτες, αφήνοντας το κατακάθι των αλάτων στον πάτο. Ήξερε ότι τίποτα δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο.
Οι άνθρωποι του χωριού συχνά απορούσαν με τις γνώσεις της. Ο ιερέας μπορούσε να απαντήσει στα πνευματικά. Ο δάσκαλος στα γράμματα. Ο πρόεδρος στα κοινοτικά ζητήματα. Όμως η γιαγιά Αλεξάνδρα είχε απάντηση σχεδόν για κάθε πρακτικό πρόβλημα της ζωής.
Κι όμως, ποτέ δεν καυχήθηκε.
Ποτέ δεν είπε ότι ήταν ικανή ή αυτάρκης.
Όταν τη ρωτούσαν πώς τα καταφέρνει, απαντούσε πάντοτε με την ίδια απλότητα:
«Τι να κάνω, παιδί μου; Ο Θεός φωτίζει.»
Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη αρετή της. Δεν θεωρούσε δικά της τα χαρίσματα. Πίστευε ότι η σοφία είναι δώρο και ότι ο άνθρωπος οφείλει να υπηρετεί τους άλλους με όσα του έχουν δοθεί.
Σήμερα ζούμε σε μια εποχή διαφορετική. Έχουμε τεχνολογία, πληροφορίες, αφθονία αγαθών και δυνατότητες που οι παλαιότεροι δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν. Κι όμως, πολλές φορές νιώθουμε πιο φτωχοί από εκείνους.
Ίσως γιατί χάσαμε κάτι πολύτιμο: τη δύναμη να αξιοποιούμε τα λίγα, την υπομονή να περιμένουμε, την ευγνωμοσύνη για όσα έχουμε και την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.
Το παράδειγμα της γιαγιάς Αλεξάνδρας δεν είναι απλώς ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Είναι ένας φάρος που φωτίζει το παρόν. Μας υπενθυμίζει ότι ο αληθινός πλούτος δεν βρίσκεται στα πορτοφόλια αλλά στις καρδιές. Ότι η δημιουργικότητα γεννιέται συχνά μέσα από τις δυσκολίες. Ότι η αγάπη μπορεί να χορτάσει περισσότερους ανθρώπους από ό,τι το γεμάτο τραπέζι.
Οι γυναίκες εκείνης της γενιάς δεν είχαν πτυχία οικονομίας, όμως γνώριζαν την οικονομία της ζωής. Δεν είχαν πανεπιστημιακές σπουδές, αλλά διέθεταν σοφία αιώνων. Δεν είχαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αλλά διέθεταν κρίση, εμπειρία και πίστη.
Αν σήμερα κρατήσουμε κάτι από τη μνήμη τους, ας είναι αυτό: να μη θεωρούμε ποτέ δεδομένα τα αγαθά που έχουμε, να βοηθούμε τον συνάνθρωπο, να αξιοποιούμε με σύνεση τους πόρους μας και να εμπιστευόμαστε τον Θεό ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι σαν τη γιαγιά Αλεξάνδρα δεν πολλαπλασίαζαν μόνο το σαπούνι, το αλεύρι ή το ρύζι.
Πολλαπλασίαζαν την ελπίδα.
Και η ελπίδα είναι το πολυτιμότερο αγαθό που μπορεί να αφήσει μια γενιά στην επόμενη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου