Η Ζουζού — έτσι ήταν το παρανόμι της — αγαπούσε πολύ το γρασίδι, τα άνθη, τα παιχνίδια στα πάρκα και στις πλατείες, μα περισσότερο απ’ όλα αγαπούσε τη θάλασσα.
Από μικρό παιδί είχε μια παράξενη, σχεδόν μαγική σχέση με το νερό. Μόλις έβλεπε τη θάλασσα, έτρεχε προς το μέρος της σαν να την καλούσε κάποια αόρατη δύναμη. Έβγαζε τα παπούτσια της, άφηνε τα πόδια της να βυθιστούν στην άμμο και ύστερα ορμούσε στα κύματα γελώντας. Έμοιαζε με μικρό δελφίνι που είχε μόλις ξεφύγει από τα βάθη του πελάγους.
Το σχολείο και τους δασκάλους της τους σεβόταν. Ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και έκανε τα μαθήματά της όπως έπρεπε. Αν ήθελε, μπορούσε να αριστεύει και να κάνει τους γονείς της περήφανους — και πολλές φορές το κατάφερνε. Όμως η αληθινή της χαρά δεν βρισκόταν στους βαθμούς ούτε στα τετράδια.
Η πραγματική της χαρά ερχόταν το καλοκαίρι.
Τότε που έκλειναν τα σχολεία και η Ζουζού κατέβαινε στην Καλαμάτα.
Εκεί, μαζί με συνομήλικα παιδιά, περνούσε ατέλειωτες ώρες στην παραλία. Έχτιζαν κάστρα με βότσαλα πάνω στη χρυσή άμμο, έσκαβαν μικρούς δρόμους που οδηγούσαν στη θάλασσα και έφτιαχναν πολιτείες ολόκληρες, με πύργους και τείχη. Ύστερα περίμεναν το κύμα.
Και το κύμα ερχόταν.
Ένα μεγάλο αφρισμένο κύμα έσβηνε τους δρόμους, γκρέμιζε τους πύργους και ταξίδευε τα βότσαλα προς τα βαθιά νερά.
Η Ζουζού δεν στενοχωριόταν.
«Θα το ξαναχτίσουμε!» φώναζε.
Και το έχτιζαν.
Ίσως τα χρόνια να πέρασαν και τα κύματα να ταξίδεψαν τα παιδικά της κάστρα στα βαθιά νερά. Όμως εκείνη η παιδική φλόγα δεν έσβησε ποτέ μέσα της.
Η Ζουζού μεγάλωσε, μα δεν μεγάλωσε ποτέ εντελώς.
Όποτε της δινόταν η ευκαιρία, ακόμη και στα βαθιά της γεράματα, καλούσε τους παλιούς συμμαθητές και τις φίλες της για θαλάσσιες αποδράσεις. Ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό.
«Τι λέτε; Πάμε θάλασσα;»
Και οι φίλοι της ήξεραν πως η πρόσκληση δεν ήταν απλώς για ένα μπάνιο. Ήταν πρόσκληση για επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας. Για γέλιο, παιχνίδι, ήλιο και εκείνη τη μοναδική αίσθηση πως η ζωή είναι ένα μεγάλο καλοκαιρινό πρωινό.
Η Ζουζού έφυγε κάποτε από τη ζωή.
Οι φίλοι της την αποχαιρέτησαν με δάκρυα, μα κανείς δεν μπόρεσε να πιστέψει πως ένα τέτοιο πλάσμα θα μπορούσε πραγματικά να χαθεί. Ίσως γιατί άνθρωποι σαν τη Ζουζού δεν φεύγουν ολόκληροι. Αφήνουν κάτι πίσω τους. Ένα γέλιο. Μια ανάμνηση. Ένα κοχύλι. Μια πετρούλα από την παραλία.
Κάποια χρόνια αργότερα, ένα καλοκαίρι, η κυρία Ξένια βρέθηκε στην παραλία της Καλαμάτας.
Η Ξένια γνώριζε καλά την αείμνηστη Ζουζού. Είχαν μοιραστεί στιγμές, συζητήσεις, γέλια και θαλάσσιες εξορμήσεις. Ήξερε πόσο αγαπούσε η φίλη της τη θάλασσα και πόσο συχνά επέστρεφε σε αυτήν, σαν να ήταν το σπίτι της.
Εκείνη την ημέρα, η κυρία Ξένια πήγε να στρώσει την πετσέτα της πάνω στην άμμο.
Και τότε το είδε.
Με έναν μαρκαδόρο, κάποιος είχε γράψει πάνω στα βότσαλα το όνομα:
Ζουζού.
Η μπογιά ήταν ακόμη φρέσκια.
Μάλιστα, ένα μέρος της γραφής είχε αποτυπωθεί πάνω στην πετσέτα της.
Η κυρία Ξένια έμεινε για λίγο ακίνητη.
Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί επειδή, έτσι απροσδόκητα, θυμήθηκε τη φίλη της ή να λυπηθεί επειδή λερώθηκε η πετσέτα της.
Έσκυψε και άρχισε να προσπαθεί να καθαρίσει τη μπογιά.
Τότε την πλησίασε μια νεαρή μητέρα μαζί με την επτάχρονη κόρη της.
«Συγγνώμη!» είπε η γυναίκα γελώντας. «Από εδώ η Ζουζού έκανε τη ζημιά. Ήρθαμε να καθαρίσουμε την πετσέτα σας.»
Η κυρία Ξένια σήκωσε το βλέμμα της.
Κοίταξε τη μικρή.
Και τότε ένιωσε κάτι να την διαπερνά.
Δεν ήταν μόνο το όνομα.
Ήταν το βλέμμα της.
Ήταν εκείνο το χαμόγελο.
Ήταν κάτι απροσδιόριστο στο πρόσωπο του παιδιού, κάτι που της θύμισε ξαφνικά, με τρόπο σχεδόν τρομακτικό, την αγαπημένη της φίλη.
«Μήπως έχετε συγγένεια με την κυρία Ζουζού Σπυροπούλου;» ρώτησε.
Η μητέρα κοίταξε απορημένη.
«Όχι», απάντησε. «Δεν έχουμε καμία συγγένεια.»
Η κυρία Ξένια έμεινε σιωπηλή.
«Απίστευτο…» ψιθύρισε.
Έσκυψε προς το παιδί.
«Η Ζουζού σας μοιάζει πολύ με μια άλλη Ζουζού που κάποτε γνώρισα και πολύ αγάπησα.»
Η μικρή την κοίταξε με περιέργεια.
«Εσένα τι σου αρέσει πιο πολύ;»
«Το παιχνίδι!» απάντησε αμέσως.
Η Ξένια χαμογέλασε.
«Είσαι καλή στο σχολείο;»
«Ναι!»
«Και το πάρκο σου αρέσει;»
«Πολύ!»
«Και τι κάνεις στο πάρκο; Μήπως σου αρέσει να κυλιέσαι στο γρασίδι;»
Η μικρή Ζουζού άνοιξε διάπλατα τα μάτια.
«Ναι! Όταν είναι καθαρό και φρεσκοκομμένο!»
Η κυρία Ξένια ένιωσε ένα ρίγος.
Για μια στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε.
Ύστερα χαμογέλασε και είπε:
«Τους όμορφους σπόρους τους κρατά στη σιταποθήκη και τους ξαναφυτεύει ο Θεός.»
Η μικρή δεν κατάλαβε.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε;
Ήταν ακόμη επτά χρονών.
Όμως, χωρίς να ρωτήσει τίποτε άλλο, γύρισε προς τη θάλασσα.
Έτρεξε.
Ορμούσε στα γαλάζια νερά σαν δελφίνι.
Έκανε βουτιές, περιστροφές και φιγούρες. Έπειτα βγήκε στην ακτή, έσκυψε στα βότσαλα και διάλεξε μια μικρή, γυαλιστερή πετρούλα.
Πλησίασε και την έδωσε στην κυρία Ξένια.
«Για εσάς.»
Η Ξένια πήρε την πετρούλα στα χέρια της.
Και τότε δάκρυσε.
Θυμήθηκε ένα γυάλινο βάζο που είχε κάποτε η φίλη της η Ζουζού. Ήταν γεμάτο κοχυλάκια.
Κάθε κοχύλι και μία θαλάσσια εξόρμηση.
Κάθε κοχύλι και μια ιστορία.
Κάθε κοχύλι και μια επιστροφή στα γαλάζια νερά της Καλαμάτας.
Η κυρία Ξένια κοίταξε τη μικρή Ζουζού που στεκόταν μπροστά της.
Και τότε κατάλαβε.
Ίσως ο άνθρωπος να φεύγει, μα η χαρά που χάρισε δεν χάνεται.
Ίσως τα κάστρα που γκρεμίζει το κύμα να μην εξαφανίζονται πραγματικά. Ίσως να ταξιδεύουν κάπου αλλού, σε μια άλλη ακτή, σε μια άλλη εποχή, σε ένα άλλο παιδί.
«Έχει ο καιρός γυρίσματα…» ψιθύρισε.
Και ύστερα, κοιτάζοντας τον ουρανό, συμπλήρωσε:
«Και σχέδια ο Θεός.»
Αγκάλιασε τη μικρή Ζουζού.
«Να χαίρεσαι τη ζωή σου, παιδί μου», της ευχήθηκε. «Και να σε χαίρονται οι φίλοι σου.»
Η μικρή χαμογέλασε.
Και ξαφνικά, η κυρία Ξένια ένιωσε πως η παλιά της φίλη δεν ήταν πια τόσο μακριά.
Κάπου μέσα στα γαλάζια νερά, ένα δελφίνι ίσως ακόμη πηδούσε πάνω από τα κύματα.
Κάπου πάνω στη χρυσή άμμο, ένα παιδί έχτιζε ένα καινούργιο κάστρο.
Και κάπου ανάμεσα στα βότσαλα, ένα μικρό κοχύλι περίμενε να το βρει κάποιος.
Γιατί η ζωή, όπως και η θάλασσα, δεν κρατά τίποτε για πάντα στην ίδια θέση.
Παίρνει τα κάστρα.
Παίρνει τα βήματα.
Παίρνει τους ανθρώπους.
Μα επιστρέφει, με τον δικό της μυστικό τρόπο, ό,τι αγαπήσαμε περισσότερο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου