Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου

 



Στη Μεσσηνία, τότε που οι αυλές μοσχοβολούσαν βασιλικό και δυόσμο και τα βράδια οι πόρτες έμεναν ανοιχτές, οι άνθρωποι είχαν έναν δικό τους τρόπο να λένε τον πόνο. Δεν τον εξηγούσαν. Δεν τον ανέλυαν. Τον χάιδευαν με μια κουβέντα, όπως χαϊδεύει η μάνα το κεφάλι του παιδιού της.

Κι άμα έβλεπαν κανένα παιδί να κλαίει, να έχει χτυπήσει ή να το έχει πάρει από κάτω η στενοχώρια, οι γιαγιάδες έσκυβαν από πάνω του και του έλεγαν:

— Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου...

Έτσι το έλεγε η κυρά-Παναγιώτα. Έτσι η κυρά-Ελένη. Έτσι όλες οι παλιές γυναίκες του χωριού.

Κανένας δεν ρωτούσε τι θα πει «μάρα μου». Το ήξεραν με την καρδιά τους.

Ήταν σαν να έλεγαν: «Καημένο μου παιδί», «ψυχή μου», «μάνα μου», «μη μου πονάς». Κι ίσως να τα έλεγαν όλα μαζί.

Στο κάτω-κάτω, η γλώσσα των παλιών ανθρώπων δεν ήταν μόνο λέξεις. Ήταν μνήμη.

Ο μικρός ο Θανάσης ήταν δεν ήταν οχτώ χρονών όταν έπαθε εκείνο το κακό.

Ήταν ένα παιδί ήσυχο, με μεγάλα μάτια και μαλλιά μαύρα σαν την ελιά. Ο πατέρας του έλειπε χρόνια στα καράβια και η μάνα του δούλευε από το πρωί ως το βράδυ. Το παιδί το μεγάλωσε σχεδόν η γιαγιά του, η κυρά-Παναγιώτα.

Τον αγαπούσε σαν τα μάτια της.

Εκείνο το καλοκαίρι είχε πάει με τα άλλα παιδιά στο ρέμα. Έπαιζαν, κυνηγιούνταν, πηδούσαν από τις πέτρες. Κάποια στιγμή ο Θανάσης παραπάτησε, γλίστρησε και έπεσε.

Όταν τον έφεραν στην αυλή της γιαγιάς του, είχε σκίσει το γόνατό του και το αίμα είχε ποτίσει το κοντό του παντελόνι .

Η κυρά-Παναγιώτα βγήκε τρέχοντας.

— Παναγία μου! Τι έπαθες, παιδάκι μου;

Ο Θανάσης δεν έκλαιγε για το τραύμα.

Έκλαιγε γιατί είχε χάσει το μικρό ξύλινο καραβάκι που του είχε φτιάξει ο πατέρας του.

— Έπεσε στο ρέμα, γιαγιά...

Κι εκείνη, αντί να του πει πως ένα ξύλινο καραβάκι φτιάχνεται ξανά, κάθισε δίπλα του.

Του έπλυνε το γόνατο. Του φύσηξε απαλά την πληγή. Ύστερα πήρε το κεφάλι του στα χέρια της.

— Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου...

Το είπε σιγά.

Τόσο σιγά, που έμοιαζε περισσότερο με προσευχή παρά με λόγια.

Το βράδυ, όταν έπεσε η ζέστη, η κυρά-Πανγιώτα  καθόταν στο ασπρισμένο κατώφλι της.

Πέρασε η γειτόνισσα.

— Τι έχεις, Πανγιώτα;

— Το παιδί στενοχωρήθηκε για το καραβάκι.

— Ε, παιδιά είναι. Θα του περάσει.

Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι.

— Να του περάσει. Μα εγώ, σαν το βλέπω να πονάει, πονάω διπλά.

Η γειτόνισσα σώπασε.

Γιατί αυτό ήταν το μυστικό της φράσης.

Το «μάρα μου» δεν ήταν απλώς ένα χαϊδευτικό.

Ήταν ο πόνος του άλλου που είχε περάσει μέσα σου.

Το παιδί γινόταν ο δικός σου καημός.

Η δική σου «μάρα».

Κι έτσι, όταν έλεγαν «μη στενοχωριέσαι, μάρα μου», ήταν σαν να έλεγαν:

«Μην πονάς, γιατί πονάω κι εγώ μαζί σου καημένο μου».

Χρόνια αργότερα, ο Θανάσης γύρισε στο χωριό.

Είχε γίνει άντρας. Είχε φύγει, είχε δουλέψει, είχε γυρίσει τον κόσμο. Μα σαν μπήκε στην παλιά αυλή, του ήρθε ξαφνικά στη μύτη η μυρωδιά του βασιλικού.

Και θυμήθηκε τη γιαγιά.

Δεν ζούσε πια.

Στο σπίτι έμενε τώρα μια ανιψιά της.

Ο Θανάσης κάθισε στο ίδιο κατώφλι όπου κάποτε καθόταν η κυρά- Παναγιώτα.

— Ξέρεις, είπε, η γιαγιά μου είχε μια παράξενη κουβέντα.

— Ποια;

— «Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου».

Η γυναίκα χαμογέλασε.

— Κι η δική μου γιαγιά το έλεγε.

— Ξέρεις τι θα πει;

— Όχι ακριβώς.

Και τότε ο Θανάσης θυμήθηκε πως, μικρός, είχε ρωτήσει κάποτε τη γιαγιά του.

«Γιατί με λες μάρα σου;»

Κι εκείνη είχε γελάσει.

«Γιατί είσαι ο καημός μου, παιδί μου».

Τότε δεν είχε καταλάβει.

Τώρα κατάλαβε.

Ίσως, σκέφτηκε, οι παλιές λέξεις να μην έχουν μία μόνο ρίζα.

Ίσως να είναι σαν τις ελιές του τόπου.

Οι ρίζες τους πηγαίνουν βαθιά και μπλέκονται μεταξύ τους.

Το «μάρα μου» μπορεί να είχε κάποτε τη σκιά του «μάνα μου». Μπορεί να είχε μέσα του τον παλιό καημό, τη «μάρα», το μαράζι και τον μαρασμό. Μπορεί ακόμη να είχε περάσει από στόμα σε στόμα τόσων ανθρώπων, ώστε κανένας πια να μην ξέρει από πού ακριβώς ξεκίνησε.

Μα μήπως αυτό είναι και το θαύμα της λαϊκής γλώσσας;

Μια λέξη γεννιέται κάπου, σε έναν άνθρωπο που αγαπά, σε μια μάνα που συμπονά, σε μια γιαγιά που σκουπίζει τα δάκρυα ενός παιδιού.

Κι ύστερα περνούν τα χρόνια.

Η λέξη αλλάζει λίγο.

Μα η αγάπη μένει ίδια.

Και ίσως, μέσα στο «μάρα μου», να έμεινε κάτι από εκείνη την πανάρχαια ελληνική ανάγκη να ονομάσουμε το θείο μέσα στον άνθρωπο: την ψυχή που αγαπά, που συμπονά, που κάνει τον πόνο του άλλου δικό της.

Ίσως γι' αυτό να μας θυμίζει και τη Μαριάμ, τη Μαρία, τη Μάνα των πονεμένων. Όχι επειδή μπορούμε να αποδείξουμε πως από εκεί προέρχεται η λέξη. Αυτό είναι άλλο πράγμα.

Μα επειδή η ανθρώπινη καρδιά κάνει μόνη της αυτές τις συγγένειες.

Δεν χρειάζεται η ετυμολογία να τις βεβαιώσει.

Τις βεβαιώνει η μνήμη.

Ο Θανάσης σηκώθηκε να φύγει.

Στην πόρτα στεκόταν ένα μικρό κορίτσι, η εγγονή της ανιψιάς.

Είχε σκίσει το γόνατό της και προσπαθούσε να μη βάλει τα κλάματα.

Ο Θανάσης την κοίταξε.

Για μια στιγμή, είδε μπροστά του τον εαυτό του παιδί. Είδε τη γιαγιά του. Είδε το ξύλινο καραβάκι να χάνεται στο ρέμα.

Έσκυψε και της έπλυνε την πληγή.

— Πονάει;

Το κορίτσι έγνεψε.

Κι εκείνος, χωρίς να το σκεφτεί, είπε:

— Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου.

Το παιδί τον κοίταξε απορημένο.

— Τι θα πει μάρα;

Ο Θανάσης χαμογέλασε.

Κοίταξε την ελιά στην άκρη της αυλής, ύστερα τον ουρανό που είχε αρχίσει να κοκκινίζει.

— Δεν ξέρω ακριβώς, είπε. Μα ξέρω πως σημαίνει πως σε αγαπάω τόσο, που όταν πονάς, πονάω κι εγώ.

Το κορίτσι σκούπισε τα μάτια του.

Και χαμογέλασε.

Εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, η φράση της κυρά- Παναγιώτας ξανακούστηκε στην αυλή.

Κι από τότε πέρασε πάλι από στόμα σε στόμα.

Γιατί οι παλιές κουβέντες δεν πεθαίνουν.

Κοιμούνται μέσα στις οικογένειες.

Και ξυπνούν κάθε φορά που ένα παιδί χτυπάει, που μια μάνα φοβάται, που μια γιαγιά σκουπίζει ένα δάκρυ.

«Μη στενοχωριέσαι, μάρα μου...»

Κι ίσως μέσα σ' αυτή τη μικρή φράση να βρίσκεται ολόκληρη η Ελλάδα:

η μάνα, ο καημός, η μνήμη, η Παναγιά, η παλιά γλώσσα και, πάνω απ' όλα, εκείνη η αρχαία και ακατάλυτη συνήθεια του ανθρώπου να παίρνει λίγο από τον πόνο του άλλου και να τον βάζει μέσα στην καρδιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: