Το δειλινό έπεφτε αργά πάνω στον Βόσπορο, σαν ένα διάφανο πέπλο που κανείς δεν βιαζόταν να τραβήξει. Μια νεαρή γυναίκα, θυγατέρα Έλληνα και μητέρας Τουρκικής καταγωγής, καθόταν μόνη σε ένα μικρό καφενείο, κοντά στο παράθυρο. Μπροστά της είχε έναν γλυκύ βραστό καφέ, ένα ποτήρι νερό και ένα τετράδιο με λευκές σελίδες.
Δεν είχε έρθει στην Πόλη από τη Θεσσαλονίκη για να γράψει.
Αυτό έλεγε τουλάχιστον στον εαυτό της.
Είχε έρθει για να ξεφύγει από τις λέξεις.
Κι όμως, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον Βόσπορο, κατάλαβε πως είχε κάνει λάθος. Η Πόλη ήταν γεμάτη λέξεις. Κρέμονταν από τα μπαλκόνια, ταξίδευαν με τα πλοία, κρύβονταν στις μυρωδιές των μπαχαρικών, στις φωνές των πωλητών, στα βήματα των περαστικών. Ακόμη και η σιωπή της είχε κάτι να πει.
Σήκωσε τα μάτια.
Απέναντι, η Αγία Σοφία στεκόταν μέσα στο φως του δειλινού. Οι μιναρέδες της υψώνονταν στον ουρανό και, για μια στιγμή, της φάνηκαν σαν τέσσερα δάχτυλα που έδειχναν προς κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορούσε ποτέ να αγγίξει.
Δίπλα της, ένας ηλικιωμένος καφετζής άφησε στο τραπέζι ένα μικρό πιατάκι με λουκούμι.
«Ευχαριστώ.»
Ο άντρας δεν έφυγε αμέσως. Κοίταξε το τετράδιο.
«Γράφεις;»
Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα.
«Προσπαθώ.»
«Αυτό είναι καλό. Η Πόλη βοηθάει.»
«Στη χαρά;»
Ο καφετζής γέλασε χαμηλά.
«Στη λύπη.»
Η κοπέλα τον κοίταξε.
«Στη λύπη;»
«Ναι. Γιατί η λύπη έχει πολλά να πει. Η χαρά είναι σαν τον καφέ. Την πίνεις και τελειώνει. Η λύπη είναι σαν το νερό του Βοσπόρου. Περνάει και ξαναπερνάει.»
Εκείνη κατέβασε το βλέμμα.
Η λέξη που είχε έρθει μαζί της στην Πόλη ήταν μία.
Μπερεκέτι.
Την είχε ακούσει από τη γιαγιά της, παιδί ακόμη. «Να ’χει το σπίτι μας μπερεκέτι», αφθονία και ευλογία και να την μοιραζόμαστε απλόχερα, έλεγε εκείνη κάθε φορά που έβγαζε από τον φούρνο το ψωμί. Και ύστερα έκοβε μια φέτα και την έδινε πρώτα στα παιδιά.
Η γιαγιά της δεν είχε πολλά. Είχε όμως πάντα κάτι να προσφέρει.
Ένα πιάτο φασολάδα στον γείτονα.
Λίγα αυγά στη γυναίκα που είχε ανάγκη.
Ένα βάζο γλυκό του κουταλιού.
«Το μπερεκέτι», έλεγε, «δεν είναι να έχεις πολλά. Είναι να φτάνουν για όλους.»
Τότε δεν καταλάβαινε η μικρή εγγονή.
Τώρα, κοιτάζοντας τον Βόσπορο, άρχιζε να φιλοσοφεί.
Ίσως το μπερεκέτι να μην ήταν ποτέ η αφθονία των πραγμάτων. Ίσως να ήταν η αφθονία της μνήμης.
Γιατί η Πόλη είχε περίσσευμα από μνήμες.
Πάνω στα νερά της είχαν ταξιδέψει αυτοκράτορες, πρόσφυγες, έμποροι, στρατιώτες, ερωτευμένοι, άνθρωποι που έφευγαν και άνθρωποι που περίμεναν κάποιον να γυρίσει.
Κάθε καράβι που περνούσε άφηνε πίσω του έναν απόηχο.
Κάθε γλάρος έμοιαζε να κουβαλάει μια ιστορία.
Κάθε πέτρα είχε δει περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να αντέξει ένας άνθρωπος.
Και τότε ένιωσε εκείνη τη γνώριμη μελαγχολία.
Όχι τη λύπη που σε γονατίζει.
Μια άλλη, πιο ήσυχη.
Εκείνη που σε κάνει να αγαπάς περισσότερο κάτι επειδή ξέρεις πως δεν μπορείς να το κρατήσεις.
Κοίταξε τους ανθρώπους που περνούσαν.
Ένας πατέρας κρατούσε το χέρι ενός μικρού παιδιού. Δύο γυναίκες γελούσαν. Ένας νεαρός φωτογράφιζε το ηλιοβασίλεμα. Ένας ψαράς στεκόταν ακίνητος στη γέφυρα.
Όλοι έμοιαζαν να έχουν κάτι.
Και όλοι, σκέφτηκε, κάποτε θα το χάσουν.
Ίσως αυτό να ήταν το μυστικό της αφθονίας: ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά δικό μας.
Η στιγμή μόνο.
Το βλέμμα.
Η μυρωδιά του καφέ.
Το φως πάνω στο νερό.
Μια φωνή που ακούγεται τυχαία και ύστερα χάνεται μέσα στο πλήθος.
Έσκυψε πάνω από το τετράδιο.
Άρχισε να γράφει.
«Το μπερεκέτι δεν είναι αυτό που γεμίζει το τραπέζι. Είναι αυτό που γεμίζει την καρδιά πριν ακόμη καθίσουν οι άνθρωποι γύρω του.»
Σταμάτησε.
Έξω, το πρώτο φως της νύχτας άναβε στην απέναντι όχθη.
Σκέφτηκε τη γιαγιά της.
Δεν θυμόταν πια τη φωνή της καθαρά. Αυτό ήταν που την πονούσε περισσότερο. Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι άνθρωποι που αγαπούσε γίνονταν σκιές. Όχι επειδή τους αγαπούσε λιγότερο, αλλά επειδή η μνήμη, όπως και η θάλασσα, παίρνει λίγο λίγο πίσω ό,τι της εμπιστεύεσαι.
Έκλεισε για λίγο τα μάτια.
Και τότε, μέσα στη βοή της πόλης, άκουσε σχεδόν καθαρά τη φωνή της:
«Να ’χεις μπερεκέτι, παιδί μου.»
Άνοιξε τα μάτια.
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.
Δεν το σκούπισε.
Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η μελαγχολία δεν ήταν το αντίθετο της ευλογίας.
Ήταν μέρος της.
Γιατί μόνο όποιος ξέρει πως κάτι χάνεται μπορεί να νιώσει πόσο πλούσιο ήταν όταν το είχε.
Ο καφετζής πλησίασε και στάθηκε δίπλα της.
«Έγραψες;»
Εκείνη έγνεψε.
«Τι έγραψες;»
Η κοπέλα κοίταξε το τετράδιο.
«Για το μπερεκέτι.»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε.
«Και τι είναι;»
Σήκωσε το βλέμμα προς τον Βόσπορο.
Τα νερά είχαν σκοτεινιάσει. Μόνο οι αντανακλάσεις των φώτων έτρεμαν πάνω τους.
«Είναι», είπε αργά, «όλα όσα μας δόθηκαν και δεν μπορέσαμε να κρατήσουμε.»
Ο καφετζής έμεινε σιωπηλός.
Ύστερα χαμογέλασε.
«Αυτό είναι μεγάλη σοφία για τόσο μικρή κοπέλα.»
Εκείνη γέλασε.
«Ή μεγάλη λύπη.»
«Το ίδιο πράγμα είναι μερικές φορές.»
Το καράβι πέρασε αργά μπροστά τους, κορνάροντας μέσα στη νύχτα.
Η κοπέλα πήρε το στυλό και έγραψε την τελευταία της φράση:
«Κι αν υπάρχει Θεός, σκέφτηκε, ίσως η μεγαλύτερη ευλογία Του να είναι πως μας επιτρέπει, έστω για λίγο, να στεκόμαστε στην όχθη και να βλέπουμε τον κόσμο να περνά.»
Έκλεισε το τετράδιο.
Ο Βόσπορος συνέχιζε να κυλά.
Ανάμεσα σε δύο ηπείρους.
Ανάμεσα σε δύο εποχές.
Ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη.
Κι εκείνη, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, δεν ένιωθε φτωχή.
Είχε τον καφέ της.
Το τετράδιό της.
Τη θάλασσα μπροστά της.
Και μια παλιά φωνή μέσα στην καρδιά της.
Είχε μπερεκέτι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου