Καλαμάτα 2026. Φωτό: κα Βάσω Φ. Ηλιοπούλου
Είχε μάθει να προχωρά μόνη της. Από νωρίς. Με πείσμα και ευφυΐα, με μια σιωπηλή φιλοδοξία που δεν ζητούσε χειροκρότημα. Έγινε μια επιτυχημένη επαγγελματίας, από αυτές που όλοι σέβονται αλλά λίγοι γνωρίζουν. Στο γραφείο της υπήρχε τάξη, συνέπεια, έλεγχος. Στην ψυχή της, όμως, υπήρχε ένα κλάμα που ανέβαινε μέχρι τον λαιμό και σταματούσε εκεί, σαν να ντρεπόταν να ακουστεί.
Δεν έκλαψε ποτέ μπροστά σε άλλους. Το θεωρούσε αδυναμία. Κάτι σχεδόν ανήθικο. «Οι δυνατοί αντέχουν», έλεγε μέσα της. Κι έτσι άντεξε. Κατάπιε. Αποθήκευσε.
Η αγάπη, όταν χτύπησε δειλά την πόρτα της, βρήκε το σπίτι τακτοποιημένο αλλά κλειστό. Δεν ήξερε πώς να τη μοιραστεί. Δεν έμαθε ποτέ να συνυπάρχει. Οι άνθρωποι τής φαίνονταν απαιτητικοί, η εγγύτητα επικίνδυνη. Ακόμη και την εκκλησία την προσπερνούσε· όχι από άρνηση, αλλά από μια παράξενη πεποίθηση ότι και με τον Θεό τα καταφέρνει κανείς μόνος του.
Ένα πρωινό στην Καλαμάτα, περπατώντας μόνη στην παραλία η Μαρίνα, στάθηκε μπροστά σε ένα άδειο παγκάκι. Ο ήλιος το φώτιζε γλυκά, η θάλασσα ανάσαινε ήρεμα, κι όμως κάτι έλειπε. Σκέφτηκε πως αν κάθονταν εκεί δυο άνθρωποι, η εικόνα θα ομόρφαινε. Ένα γέλιο, μια κουβέντα, μια σιωπή μοιρασμένη.
Και τότε, σαν καθρέφτης, το παγκάκι γύρισε μέσα της.
Για πρώτη φορά δεν έτρεξε να δικαιολογηθεί. Δεν κατηγόρησε τη ζωή, ούτε τους άλλους. Αναρωτήθηκε απλά: τι έφταιξε; Και η απάντηση ήρθε χωρίς φωνή, βαριά αλλά καθαρή. Δεν άφησε κανέναν να καθίσει δίπλα της. Δεν τόλμησε να αγαπήσει. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να είναι αδύναμος.
Ένιωσε το τίμημα αυτής της επιλογής. Η μοναξιά δεν ήταν πια ασπίδα· ήταν βάρος. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη συνειδητοποίηση, κάτι μαλάκωσε. Ένα δάκρυ κύλησε. Το πρώτο χωρίς ντροπή.
Και τότε κατάλαβε κάτι ακόμη.
Σε όλη της τη ζωή, κάποιος ήταν εκεί. Σιωπηλός. Υπομονετικός. Δεν απαίτησε θέση στο παγκάκι. Δεν θύμωσε που τον αγνόησε. Την υπηρέτησε χωρίς να το διαφημίσει. Της έδωσε δύναμη όταν νόμιζε πως τα καταφέρνει μόνη.
Σήκωσε το βλέμμα. Το παγκάκι δεν της φάνηκε πια άδειο. Έμοιαζε σαν πρόσκληση. Ίσως να μην ήταν αργά. Ίσως να υπήρχε ακόμη χώρος για έναν άλλον άνθρωπο. Ή, έστω, για έναν εαυτό λιγότερο φοβισμένο.
Συνάντησε τον Θεό μέσα της.
Σαν φως που δεν τυφλώνει αλλά αποκαλύπτει. Σαν παρουσία που δεν ελέγχει αλλά αγκαλιάζει. Κατάλαβε πως όλη εκείνη την αυτάρκεια δεν την είχε χτίσει μόνη της· κάποιος την κρατούσε όρθια όταν εκείνη νόμιζε πως απλώς «αντέχει». Ο Θεός δεν της ζήτησε ποτέ να αποδείξει δύναμη. Της ζητούσε μόνο να ανοιχτεί.
Και τότε πλημμύρισε από ευγνωμοσύνη. Όχι για τις επιτυχίες, αλλά για την υπομονή που της χαρίστηκε. Για το ότι δεν εγκαταλείφθηκε ούτε όταν εγκατέλειψε η ίδια την τρυφερότητα. Ένιωσε αγάπη — όχι σαν συναίσθημα, αλλά σαν ρεύμα ζωής που έσπαγε τα εσωτερικά της τείχη.
Δεν ήθελε πια να κρατήσει αυτή τη χαρά για τον εαυτό της. Η αγάπη δεν αντέχει τη μοναξιά. Ζητά να μοιραστεί.
Σηκώθηκε από το παγκάκι και περπάτησε χωρίς σχέδιο. Κι όμως, ο δρόμος ήξερε. Την οδήγησε στην παλιά εκκλησία. Εκείνη που είχε βαπτιστεί παιδί. Μια μικρή, ταπεινή εκκλησία, που στεκόταν ακόμη όρθια, όπως κι Εκείνος στεκόταν όρθιος μέσα της όλα αυτά τα χρόνια.
Μπήκε αθόρυβα. Κάθισε στο πίσω στασίδι. Δεν ήξερε προσευχές. Δεν χρειάστηκε. Τα δάκρυα έγιναν λόγια. Η σιωπή έγινε κοινωνία.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου