Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Όταν φύτρωσαν τα κεραμίδια στη Βαλύρα

  

                                                              Φωτό: Pinterest


Ο Τάκης, ο γιος της γιαγιάς Αλέξως στη Βαλύρα, ήταν άνθρωπος της λογικής. Μεγάλωσε χωρίς πατέρα από τα παιδικά του χρόνια και έμαθε να ακούει προσεκτικά όσα έλεγαν οι μεγαλύτεροι στα καφενεία, να ζυγίζει τα λόγια τους και να  λαξεύει τη δική του  προσωπικότητα. Οι Βαλυραίοι της εποχής του μπορεί να εκκλησιάζονταν τακτικά, όμως δεν πίστευαν εύκολα σε θαύματα. Έτσι ανατράφηκε κι εκείνος — με τετράγωνη σκέψη και γήινη λογική, όπως συνήθιζαν στο όμορφο χωριό μας τα αρσενικά παιδιά.  

Η γιαγιά Αλέξω, αντίθετα, ήταν βαθιά θεοσεβούμενη και, ως έναν βαθμό, προληπτική γυναίκα· ίσως γιατί η ζωή της, ως χήρας μητέρας, ήταν γεμάτη καθημερινά προβλήματα, βαριά και απρόβλεπτα. 

Ένα χρόνο, καθώς τίναζαν τις ελιές σ’ ένα ελαιοπερίβολο του κουνιάδου της, αντίκρισε κοντά σ’ έναν βράχο πλήθος από ολάνθιστα κυκλάμινα να γέρνουν τα μικρά τους κεφάλια στο χλωμό φως του  του ηλίου χειμωνιάτικα. Η ομορφιά τους την καθήλωσε. Θέλησε να ξεριζώσει ένα και να το μεταφυτέψει    στο  παρτέρι της , δίπλα στην αυλόπορτα.

— Κρίμα είναι να το ξεριζώσεις, Αλέξω μου, της είπε ο κουνιάδος της συμβουλευτικά . Ο Θεός το ευλόγησε να φυτρώσει εδώ, στην ερημιά. Δύσκολα θα πιάσει σε άλλα χώματα.

Τα λόγια του τη συγκλόνισαν. Υποχώρησε, εγκατέλειψε την προσπάθειά της και έφυγε μακριά για να μην τα βλέπει και τα λαχταρά. Όμως η εικόνα  των ανθισμένων κυκλάμινων στου βράχου την πλαγιά ρίζωσε βαθιά μέσα της, σαν γλυκό απωθημένο στην ανθισμένη της καρδιά.

Τρία χρόνια αργότερα, μια μέρα που φρόντιζε τα δέντρα  στην παραδοσιακή της αγροικία, και καθώς καθάριζε τα φύλλα  με λυγισμένα γόνατα, είδε κάτι που της έκοψε την ανάσα: κάτω από την καρποφόρα λεμονιά είχε φυτρώσει ένα κυκλάμινο, και την κοιτούσε ντροπαλά με ροζόλευκα κεφαλάκια ολάνθιστα.   Δεν πίστευε στα μάτια της. Έσκυψε, κούνησε απαλά τη ρίζα δεξιά κι αριστερά, μήπως κάποιος το είχε φυτέψει εκεί για εκείνη διακριτικά, μα ήταν βαθιά ριζωμένο στο χώμα.

Χαρούμενη έτρεξε στο σαλόνι, όπου ο Τάκης διάβαζε την εφημερίδα, και του ανήγγειλε τα ευχάριστα:

— Τάκη μου, έλα να δεις ο Θεός τι μου χάρισε! Φύτρωσε κυκλάμινο κάτω από τη λεμονιά!

— Άχου την καημένη τη μανούλα μου… είπε εκείνος  γελαστά. Όλο χαρές και παραμύθια. Σιγά μην  έχει ο Θεός χρόνο να φυτέψει κυκλάμινα!

Τα χρόνια πέρασαν. Η γιαγιά Αλέξω έφυγε από τη ζωή και ο Τάκης ζούσε πια μόνιμα στη Γερμανία. Ένα καλοκαίρι που επέστρεψε στην πατρική του οικία, αποφάσισε να επισκευάσει την κεραμοσκεπή και πήρε για βοηθό έναν Βαλυραίο μάστορα.

Σε ένα σημείο της στέγης, κοντά στον μαχά, ψηλά, είχε φυτρώσει και απλωνόταν ένα αγιόκλημα, πιασμένο πάνω στα κεραμίδια.

— Μα ποιος το έσπειρε τόσο ψηλά, χωρίς χώμα, και πώς απλώνεται έτσι στα καλά καθούμενα; ρώτησε με περιέργεια.

Κι ο μάστορας, με   πίστη στην καρδιά, του απάντησε  ειλικρινά:
— Η Θεία Πρόνοια.

Τότε ο Τάκης θυμήθηκε τα λόγια της αείμνηστης μάνας του.
«Εσύ το φύτεψες, μάνα μου…» αναστέναξε σιωπηλά. «Κι εγώ δεν σε πίστεψα».

Πήγε στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου. Άναψε κερί στο μνήμα της, φίλησε τη μαρμαρόπλακα με πόνο ψυχής και δάκρυα. Καθώς ακούμπησε για λίγο επάνω  στο μνήμα, ένιωσε σαν ένα χέρι να τον αγγίζει   στους ώμους απαλά — αυτή ήταν μια τρυφερή  της μητέρας του συνήθεια.

«Ποιος είναι;» ρώτησε μέσα του, τον νου του και την ψυχή  βαθιά.

Και τότε άκουσε μία λέξη, που χαράχτηκε αιώνια στης ψυχής του τα αρχεία:

Η ευσέβεια.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια: