Φωτό: Pinterest
Στη Βαλύρα του 1970, τότε που ο χρόνος κυλούσε αργά και οι άνθρωποι μετρούσαν τη ζωή με τις εποχές και τα ζωντανά τους, υπήρχε ένα παλιό σπίτι κοντά στον δημόσιο δρόμο που οδηγεί προς τη Μεσσήνη. Το σπίτι αυτό, χτισμένο με πέτρα και κόπο, φιλοξενούσε τον μπάρμπα Γιώργη, έναν αγρότη και κτηνοτρόφο μιας άλλης εποχής, και μια μικρή άσπρη γατούλα με καστανά αυτιά και γαλάζια μάτια. Τα μάτια της, όταν έπεφτε πάνω τους το φως του δειλινού, άλλαζαν χρώμα και γίνονταν βιολετί, σαν να έκρυβαν μέσα τους μυστικά που δεν προορίζονταν για ανθρώπους.
Τη φώναζαν Ριρή. Κανείς δεν θυμόταν πώς ακριβώς πήρε το όνομά της, μα όλοι συμφωνούσαν πως της ταίριαζε. Ήταν μια γάτα διαφορετική. Όχι μόνο όμορφη, αλλά και προκομμένη, έξυπνη, με σχεδόν ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο μπάρμπα Γιώργης την αγαπούσε σαν παιδί του, αν και σπάνια το παραδεχόταν φανερά. Στους ανθρώπους της γενιάς του τα αισθήματα δεν λέγονταν εύκολα· φαίνονταν μόνο στις πράξεις.
Η Ριρή περνούσε τις μέρες της ανάμεσα στο κατώγι, στην αυλή και στο σπίτι, εκτός και έβλεπε στον κήπο καμία πεταλούδα. Με γρήγορα πηδήματα έτρεχε να την προφθάσει. Κυνηγούσε ποντίκια με επιμέλεια και υπομονή. Κι όταν κατάφερνε να πιάσει κάποιο, δεν το έτρωγε αμέσως. Το έφερνε προσεκτικά με τα δόντια της και το άφηνε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, σαν προσφορά. Ήταν ο δικός της τρόπος να δείξει ευγνωμοσύνη στον άνθρωπο που τη φρόντιζε. Ένα είδος μεζέ για τον μπάρμπα Γιώργη.
Εκείνος, μαθημένος στα καμώματα της ζωής και της φύσης, δεν τρόμαζε ούτε εξοργιζόταν. Έπαιρνε το ποντίκι με μια χαρτοσακούλα και το άφηνε στην αυλή, μαζί με λίγη τροφή. Έτσι έδινε το μήνυμα στη Ριρή πως την ευχαριστούσε για τη γενναιοδωρία της, αλλά πως το έπαθλο ήταν δικό της και έπρεπε η ίδια να αποφασίσει πώς θα το αξιοποιήσει. Ανάμεσά τους υπήρχε μια σιωπηλή συνεννόηση, μια σχέση σεβασμού.
Η Ριρή όμως δεν ήταν μόνο καλή κυνηγός. Είχε διαίσθηση. Μια διαίσθηση που ξεπερνούσε τα όρια του ενστίκτου. Όταν αισθανόταν πως κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί, πλησίαζε τον μπάρμπα Γιώργη, τριβόταν γύρω από τα πόδια του και νιαούριζε επίμονα, με έναν ήχο γεμάτο παράπονο και αγωνία. Εκείνος στην αρχή γελούσε, μα λίγο αργότερα πάντα ανακάλυπτε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Άλλοτε έλειπαν κοτόπουλα από το κοτέτσι, θύματα κάποιας πονηρής αλεπούς ή ενός κουναβιού τη νύχτα. Άλλοτε κάποιο κατσίκι ή πρόβατο ήταν άρρωστο, πεσμένο στην άκρη, και χρειαζόταν φροντίδα. Κάθε φορά, ο μπάρμπα Γιώργης αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν μια μικρή γάτα να καταλαβαίνει όσα εκείνος δεν έβλεπε.
Αργότερα, όταν πήγε στο μαντρί, βρήκε δύο τραγιά ματωμένα. Είχαν παλέψει άγρια μεταξύ τους. Τότε κατάλαβε. Η γάτα προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει. Ένιωσε τύψεις, μα και θαυμασμό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να λυπηθεί για τα τραγιά ή να χαρεί για την οξυδέρκεια της Ριρής.
Ο μπάρμπα Γιώργης, παρά τη σοφία της ζωής του, είχε ένα μεγάλο απωθημένο: να κερδίσει το κρατικό λαχείο. Μια ζωή πάλευε με τη γη και τα ζωντανά. Τα έφερνε γύρω του δύσκολα. Πίστευε πως ένα μεγάλο κέρδος θα του έδινε την ησυχία που ποτέ δεν είχε. Κάθε πρωτοχρονιά αγόραζε λαχείο, μα ποτέ δεν κέρδιζε.
Ο μπάρμπα Γιώργης γύρισε στο σπίτι σκεπτικός. Κοίταξε τη Ριρή και τότε συνειδητοποίησε την αλήθεια. Είχε σπίτι, γη, ζωντανά, υγεία και μια γάτα που τον προστάτευε σιωπηλά. Κατάλαβε πως τελικά ήταν πιο τυχερός απ’ όσο νόμιζε. Η Ριρή δεν ήταν απλώς μια έξυπνη γάτα· ήταν μέρος του σχεδίου του Θεού. Υπηρετούσε σιωπηλά, με αγάπη και πίστη, ένα σχέδιο προστασίας που τον κρατούσε όρθιο.
Και εκείνο το δειλινό, καθώς τα μάτια της Ριρής τον συνάντησαν μέσα από βιολετί αποχρώσεις, ο μπάρμπα Γιώργης χαμογέλασε και ευχαρίστησε τον Θεό, με δάκρυα ευγνωμοσύνης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου