H χήνα της κας Μαρίας Μιχαλοστάμου προσεύχεται!
Η νύχτα της 6ης Φεβρουαρίου 2026 απλώθηκε βαριά πάνω από τη Βαλύρα, σαν υγρό πέπλο ανησυχίας που σκέπασε τα σπίτια, τα περιβόλια και τις καρδιές των ανθρώπων. Ο ουρανός δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν θα δείξει έλεος ή αν θα συνεχίσει να δοκιμάζει τις αντοχές του τόπου. Η βροχή, άλλοτε επίμονη και άλλοτε ύπουλα σιωπηλή, πότισε τη γη πέρα από τα όριά της, και ο ποταμός της Μαυροζούμενας, φουσκωμένος και ανήσυχος, έδειχνε να έχει ξεχνάσει την ομαλή του ροή του και τη συγκράτηση της χαμηλής στάθμης του.
Το νερό ανέβαινε αργά αλλά σταθερά, σαν να μετρούσε κάθε του βήμα. Οι όχθες είχαν αρχίσει να υποχωρούν σε κάποια σημεία, και οι παλαιότεροι του χωριού, που γνωρίζουν τα σημάδια, παρέμειναν άγρυπνοι με βλέμμα σκεπτικό, γεμάτο μνήμη και εμπειρία. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Μαυροζούμενα δοκιμάζει τη Βαλύρα, μα κάθε φορά η αγωνία είναι ίδια, σαν πρωτόγνωρη.
Στο σπίτι του κ. Κώστα Θ. Καυκούλα και της κας Μαρίας Μιχαλοστάμου, κοντά στην ανατολική όχθη της Μαυροζούμενας, τα φώτα παρέμειναν αναμμένα. Η Μαρία, με καρδιά πλατιά σαν τον ανθισμένο κάμπο που απλώνεται στην ποδιά της Βαλύρας, στεκόταν συχνά στο παράθυρο, κοιτάζοντας έξω. Το νερό είχε ήδη καλύψει μέρος του κήπου, εκεί όπου φροντίζει με αγάπη όχι μόνο τα λαχανικά και τα λουλούδια της, αλλά και τις τρεις αγαπημένες της χήνες.
Δίπλα της, ο Κώστας, στρατιωτικός και Σύμβουλος της Κοινότητας Βαλύρας, κρατούσε μια πιο συγκρατημένη στάση, μα η ανησυχία του ήταν φανερή. Ως άνθρωπος της τάξης και της ευθύνης, γνωρίζει πως η φύση δεν υπακούει σε βαθμούς και αξιώματα. Τη νύχτα, όμως, δεν ήταν μόνο ο ρόλος του Συμβούλου που τον βάραινε· ήταν και ο φίλος, ο γείτονας, ο άνθρωπος που συμμεριζόταν την ίδια αγωνία.
Οι τρεις χήνες, λες και καταλάβαιναν τη σοβαρότητα της κατάστασης, δεν είχαν κουρνιάσει όπως άλλες νύχτες. Στέκονταν κοντά η μία στην άλλη, με τους λαιμούς τεντωμένους, κοιτώντας πότε τον ουρανό και πότε τα νερά που πλησίαζαν. Η πιο έμπειρη από τις τρεις, κουβαλά μέσα της όχι μόνο την πείρα, αλλά και την αγάπη για τα αυγά της που αυξάνονται σιωπηλά. Σε λίγο καιρό θα καθήσει να τα κλωσήσει, να συνεχίσει τον κύκλο της ζωής, αρκεί η φύση να της το επιτρέψει.
Κι αν οι άνθρωποι της Βαλύρας προσεύχονταν μέσα τους, οι χήνες το έκαναν με τον δικό τους τρόπο. Με ένα απαλό, σχεδόν μελωδικό κελάηδισμα, σήκωναν τον λαιμό τους ψηλά, σαν να ήθελαν να φτάσουν τον ουρανό. Αν υπήρχε κάποιος παρατηρητής εκείνη την ώρα, θα έλεγε πως οι χήνες μιλούσαν με τον Ύψιστο, ζητώντας Του έλεος και κατανόηση. Όχι μόνο για τις ίδιες, αλλά και για τα αγέννητα μικρά τους, για το σπίτι που τους έχει χαρίσει η Μαρία, για την ισορροπία που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή.
Η νύχτα πέρασε βασανιστικά αργά. Κάθε θόρυβος από το ποτάμι έκανε τις καρδιές να σφίγγονται. Κάθε δυνατή ριπή αέρα έφερνε στο νου εικόνες καταστροφής. Κι όμως, λίγο πριν χαράξει, κάτι άλλαξε. Η βροχή άρχισε να αραιώνει. Τα σύννεφα, αν και ακόμη βαριά, δείχνουν λιγότερο απειλητικά. Το νερό της Μαυροζούμενας σταμάτησε να ανεβαίνει.
Το πρωινό φως βρήκε τη Βαλύρα κουρασμένη αλλά ασφαλή. Οι κάτοικοι βγήκαν δειλά από τα σπίτια τους, κοιτώντας πρώτα τον ουρανό και έπειτα τον ποταμό. Ένα κύμα ανακούφισης απλώθηκε σιωπηλά, από αυλή σε αυλή. Η Μαυροζούμενα αποφάσισε να επιστρέψει στην ομαλή της ροή.
Η Μαρία στάθηκε στον κήπο της με μάτια υγρά, όχι από τη βροχή, αλλά από ευγνωμοσύνη. Η υποδομή των χηνών άντεξε. Τα νερά υποχώρησαν αρκετά, αφήνοντας πίσω τους λάσπες, μα όχι καταστροφή. Οι τρεις χήνες, πανευτυχείς, άρχισαν να κινούνται ξανά στο φυσικό τους περιβάλλον, σαν να ήθελαν να επιβεβαιώσουν πως η ζωή συνεχίζεται.
Και τότε, μέσα από τις λάσπες, φάνηκε μια μικρή χελώνα ξηράς. Είχε εγκλωβιστεί εκεί, ανήμπορη να κινηθεί, με το βλέμμα στραμμένο μπροστά, γεμάτο υπομονή. Σαν να περίμενε κι εκείνη το σημάδι της σωτηρίας της. Οι χήνες την πλησίασαν χωρίς φόβο. Την περικύκλωσαν σχεδόν προστατευτικά, λες και αναγνώρισαν σε εκείνη ένα ακόμη δοκιμασμένο πλάσμα από τα νερά της πλημμύρας.
Η Μαρία έσκυψε, την πήρε προσεκτικά και την τοποθέτησε σε ασφαλές σημείο. «Κι εσύ παιδί του Θεού είσαι», ψιθύρισε. Η χελώνα έμεινε κοντά στις χήνες, δεχόμενη σιωπηλά την παρέα τους, σαν να βρήκε ένα προσωρινό καταφύγιο, περιμένοντας την περιστερά του Νώε, το σημάδι πως τα νερά οριστικά υποχώρησαν.
Τα λόγια του δεν είναι απλή παρατήρηση. Είναι υπενθύμιση. Η φύση δεν είναι εχθρός, ούτε εργαλείο. Είναι μέρος του θείου σχεδίου, που συχνά οι άνθρωποι αδυνατούν να κατανοήσουν. Οι χήνες, όμως, το γνωρίζουν καλά. Με την απλή τους πίστη, με την αθόρυβη προσευχή τους, έχουν εμπιστευθεί τον εαυτόν τους στον Πλάστη τους. Και Εκείνος χθες βράδυ ναι....τις άκουσε!
Η Μαρία, κοιτώντας τις χήνες της, ένιωσε βαθιά μέσα της πως χθες τη νύχτα δεν σώθηκε μόνο ένας κήπος ή μια υποδομή. Σώθηκε μια σχέση αγάπης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Οι χήνες, με τον δικό τους τρόπο, την ευχαριστούν. Κι εκείνη τις ευγνωμονεί, γιατί της έδειξαν πως η πίστη τους, όσο μικρή κι αν φαίνεται, μπορεί να σταματήσει ακόμη και μια πλημμύρα στη Βαλύρα του σήμερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου