Φωτογραφίες: κα Μαρία Ντούρου στο FB
Η Βαλύρα δεν μιλά δυνατά. Ποτέ δεν το έκανε. Ό,τι έχει να πει, το λέει χαμηλόφωνα, με τον τρόπο που το χώμα ανασαίνει μετά τη βροχή και τα αγριολούλουδα ξεπροβάλλουν χωρίς να ρωτήσουν αν είναι η ώρα τους. Κι ανάμεσά τους, οι ανεμώνες — οι πιστές αγγελιοφόροι της άνοιξης, οι φρουροί της μνήμης.
Στον κάμπο, εκεί που ο Πάμισος απλώνει την καρποφόρα του ευλογία, οι κόκκινες ανεμώνες φύτρωναν παλιά σαν μικρές φωτιές. Άναβαν κατά μήκος των αρδευτικών καναλιών, στις άκρες των χωραφιών, ανάμεσα σε σιτάρια και τριφύλλια. Δεν τις φύτεψε κανείς. Δεν τις φρόντισε ανθρώπινο χέρι. Ήταν εκεί γιατί έπρεπε να είναι. Σαν σημάδια, σαν στίγματα αίματος επάνω στη γη που δούλεψε σκληρά, πόνεσε και άντεξε.
Πιο πάνω, στην Τσούκα και στις Χούνες, αλλάζει το χρώμα της σιωπής. Οι ανεμώνες ξεπροβάλλουν σε μωβ αποχρώσεις. Όχι το μωβ της πολυτέλειας, αλλά εκείνο το βαθύ, το λιτό, που κουβαλά κάτι από το δειλινό και κάτι από τη χαρμολύπη. Εκεί φύτρωναν παλιά πιο σφιχτές, πιο κοντά η μία στην άλλη, σαν να ήξεραν ότι ο άνεμος στα υψώματα δεν αστειεύεται. Κι όμως άντεχαν. Έσκυβαν, αλλά δεν έσπαγαν.
Και ύστερα, ακόμη ψηλότερα — πέρα από τις Χούνες, προς την Ιερά Μονή Βουλκάνου και τους πρόποδες της Ιστορικής Ιθώμης — η γη έπαιζε με όλα τα χρώματα. Εκεί συναντούσες λευκές, ροζ, βαθυκόκκινες, μωβ και, αν ήσουν τυχερός ή παλιός, κίτρινες ανεμώνες. Οι κίτρινες ήταν οι πιο σπάνιες. Οι πιο αμφισβητούμενες. Σχεδόν θρυλικές.
Η γενιά του 1960 δεν τις θυμάται. Όχι επειδή δεν υπήρξαν, αλλά επειδή η μνήμη έχει κι αυτή τις εποχές της. Θυμάται άλλα πράγματα η ευλογημένηγενιά του 60: τα σχολεία με τις ξυλόσομπες, τις λάσπες του χειμώνα, τα καλοκαίρια με τα τζιτζίκια και τα πρώτα ραδιόφωνα. Οι κίτρινες ανεμώνες πέρασαν λίγο νωρίτερα, σαν μυστικό που δεν γράφτηκε σε τετράδια.
Τις θυμάται όμως ο κ. Ιωάννης Δ. Λύρας.
Καθηγητής Βιολογίας — έτσι τον ξέρουν οι περισσότεροι. Ιστοριοδίφης — έτσι τον γνωρίζουν όσοι τον έχουν ακούσει να μιλά για την Ιθώμη χωρίς σημειώσεις. Μα πάνω απ’ όλα ήταν και είναι παιδί της γης. Ένα παιδί που μεγάλωσε λίγο πιο νωρίς από τους άλλους, σε χρόνια πιο φτωχά αλλά και πιο ανοιχτά.
Θυμάται τις μεσημεριανές του δραπετεύσεις. Τότε που το σχολείο τελείωνε νωρίς, που η μάνα νόμιζε πως διάβαζε, κι εκείνος τραβούσε τον ανήφορο. Δεν είχε χάρτες ούτε στόχους. Μόνο τα πόδια του και μια ανυπομονησία που δεν ήξερε ακόμα πώς να την ονομάσει.
Και τότε τις έβλεπε.
Κίτρινες ανεμώνες, απλωμένες στις ραχούλες σαν καλαματιανό μαντήλι. Όχι ευθείες, όχι συμμετρικές — αλλά κυματιστές, ζωντανές, χορευτικές. Έσκυβε πάνω τους, τις άγγιζε με προσοχή, σαν να φοβόταν ότι θα φύγουν αν τις κοιτάξει επίμονα. Εκεί γεννήθηκε το πρώτο του φλερτ. Όχι με άνθρωπο, αλλά με την ομορφιά που δεν ζητά ανταπόδοση.
Χρόνια μετά, εξηγεί στους μαθητές του πώς η χρωστική ουσία, το έδαφος και το μικροκλίμα επηρεάζουν το χρώμα των ανεμώνων. Μιλά για την εξέλιξη, για τις ποικιλίες, για τις σπάνιες εμφανίσεις των ανεμώνων στη Βαλύρα.
Φέτος, οι μωβ μας τίμησαν γενναιόδωρα. Ήρθαν δυνατές, πλούσιες, σαν να ήθελαν να μας υπενθυμίσουν πως ο χειμώνας δεν είναι μόνο κρύο και αναμονή. Και οι κόκκινες, κατά μήκος των καναλιών του Παμίσου, στάθηκαν σαν φρουροί της καρποφόρας γης. Κανείς δεν τις διέταξε να ανθίσουν. Το έκαναν επειδή εκ Θεού γνωρίζουν πότε είναι η ώρα της γιορτής τους. Φορούν τις μεταξένεις φορεσιές τους κόντρα στον άνεμο.
Ο καιρός, άστατος τον Φεβρουάριο, μας χαρίζει ζεστά Σαββατοκύριακα . Κι έτσι, γονείς με παιδιά, μαθητούδια με χρωματιστά μπουφάν, ξεχύνονται στα λιβάδια. Άκους γέλια, βλέπεις μικρά χέρια να δείχνουν τα λουλούδια, μεγάλους να στέκονται σιωπηλοί για λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται.
Ίσως γιατί κάτι αναγνωρίζουν. Ίσως γιατί, χωρίς να το ξέρουν, τιμούν τις ανεμώνες της Βαλύρας. Όχι με στεφάνια και λόγους, αλλά με παρουσία. Με βλέμματα. Με μνήμη που ξυπνά, με ανθισμένο συναίσθημα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε μωβ και κόκκινες ανεμώνες, ανάμεσα σε παλιές ιστορίες και νέες ανάσες, οι κίτρινες ανεμώνες — έστω κι αν δεν φάνηκαν ακόμη φέτος — χαμογελούν. Γιατί ξέρουν πως δεν χάθηκαν. Προς δόξαν Θεού, περιμένουν αέναα τα ξυπνήματα μίας ευλογημένης Άνοιξης στα σκοτεινά του Άδη δώματα.
Θερμές ευχαριστίες στην κα Μαρία Ντούρου για το φωτογραφικό υλικό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου