Φωτό: Pinterest
Η Joanne κατέβηκε από το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο της Καλαμάτας με μια βαλίτσα στο χέρι και μια αίσθηση παράξενης ανησυχίας στην καρδιά. Ήταν η πρώτη φορά που πατούσε το πόδι της στην Ελλάδα. Μέχρι τότε, η χώρα αυτή υπήρχε για εκείνη μόνο μέσα από οικογενειακές ιστορίες, παλιές φωτογραφίες και τις νοσταλγικές αφηγήσεις της θείας της, της Μαρίας, που είχε μείνει μόνιμα στην πατρίδα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν ξενιτευτεί.
Η επίσκεψή της ήταν μια έκπληξη. Χριστούγεννα στην Καλαμάτα, μακριά από την Αυστραλία, τα παιδιά της και τη γνώριμη ρουτίνα της. Σκόπευε αρχικά να μείνει λίγες ημέρες. Όμως από τις πρώτες κιόλας ώρες ένιωσε ότι κάτι μέσα της την κρατούσε εκεί. Έτσι, σχεδόν ασυνείδητα, αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή της για έναν ολόκληρο μήνα.
Η θεία Μαρία την υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, ένα χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη και μια αυλή που μύριζε ξύλα από το τζάκι και φρεσκομαγειρεμένο φαγητό. Η Joanne συγκινήθηκε, αλλά δεν άργησαν να φανούν και οι πρώτες δυσκολίες.
Η διατροφή.
Η Joanne ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος. Πολύ επιλεκτική στο φαγητό, με ιδιαίτερες συνήθειες που είχε υιοθετήσει όλα αυτά τα χρόνια στην Αυστραλία. Πίστευε πως ξεχώριζε από τους άλλους όχι μόνο με τις επιλογές της, αλλά και με έναν τρόπο ζωής που συχνά προκαλούσε εντύπωση. Είχε μια σχεδόν μανιώδη ανάγκη να διαφέρει, να μη μοιάζει με κανέναν. Και πολλές φορές, για να το πετύχει αυτό, οργάνωνε απίστευτα πράγματα.
Ένα από αυτά ήταν και η λίστα με τα ψώνια που έδωσε στον ξάδελφό της, τον Κώστα, τις πρώτες ημέρες της άφιξής της.
— Κώστα, σε παρακαλώ, πήγαινε στο σούπερ μάρκετ και πάρε αυτά, του είπε δίνοντάς του ένα χαρτί γραμμένο στα Αγγλικά.
Εκείνος διάβαζε και ξαναδιάβαζε τη λίστα με ολοένα και μεγαλύτερη απορία.
«Ένα κιλό φρέσκες μπλε ντομάτες ή τσερόκι μωβ. Ένα κιλό μελιτζάνες πορτοκαλί Τουρκίας και ένα κιλό κόκκινες Αφρικής. Πέντε κρεμμύδια ξερά πράσινα. Τρεις μεγάλες μωβ γλυκοπατάτες. Από ζυμαρικά, ένα πακέτο φαρφάλες».
— Τι είναι όλα αυτά, Joanne; της είπε τελικά στα αγγλικά, ξύνοντας το κεφάλι του. Μόνο τις φαρφάλες γνωρίζω. Τα άλλα δεν τα έχω δει ποτέ μου.
— Δεν πειράζει! Πήγαινε και ζήτησέ τα. Στο σούπερ μάρκετ ξέρουν. Θα σου πουν, απάντησε με σιγουριά.
Ο Κώστας πήγε. Ζήτησε. Οι υπάλληλοι κράτησαν τα προσχήματα, χαμογέλασαν ευγενικά, αλλά η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: τέτοια προϊόντα δεν εισάγονται, ούτε υπήρχουν στα σούπερ μάρκετ της επαρχίας.
Έτσι, κατέληξε να επιστρέψει με ένα πακέτο φαρφάλες — τα «φιογκάκια», όπως τα λέει η μητέρα του — και λίγα φρέσκα πράσινα κρεμμυδάκια. Γιατί πράσινα και ξερά ταυτόχρονα, όπως έγραφε η λίστα, δεν είχε δει ποτέ κανείς.
Η Joanne πανικοβλήθηκε.
— Θα μείνω νηστική εδώ! έλεγε και ξανάλεγε. Δεν μπορώ να φάω αυτά τα πράγματα!
Η θεία Μαρία την άκουγε σιωπηλά. Δεν της αντιμίλησε. Το ίδιο βράδυ, όμως, έβαλε μια κατσαρόλα στη φωτιά. Έφτιαξε φαρφάλες με κόκκινη σάλτσα, όπως τις μαγειρεύουν στην περιοχή, και τις πασπάλισε με μπόλικη μυζήθρα από τα αιγοπρόβατα της ντόπιας παραγωγής.
— Δοκίμασε, παιδί μου, της είπε απλά.
Αν δεν πεινούσε τόσο πολύ, ίσως να έπαιρνε ταξί και να έφευγε για την Αθήνα, αναζητώντας τα τρόφιμα που είχε συνηθίσει. Όμως η πείνα δεν άφηνε περιθώρια.
Δοκίμασε.
Και κάτι μέσα της μαλάκωσε.
Οι ημέρες περνούσαν. Τα φαγητά της θείας Μαρίας ήταν απλά, καλομαγειρεμένα, γεμάτα φροντίδα. Χορταστικά χωρίς υπερβολή. Η Joanne ένιωθε για πρώτη φορά μετά από χρόνια πλήρης — όχι μόνο στο στομάχι, αλλά και στην ψυχή.
Μετά από δέκα ημέρες, άρχισε να συμπεριφέρεται σαν να ζούσε χρόνια στην Καλαμάτα. Βοηθούσε στο μαγείρεμα, ρωτούσε για τις συνταγές, γελούσε. Άκουγε.
Δεν ήταν μόνο το φαγητό.
Ήταν η σεμνότητα της θείας της. Η ευγένεια. Η απλότητα. Η πίστη της. Η ηρεμία με την οποία αντιμετώπιζε τη ζωή.
Τότε η Joanne κατάλαβε κάτι βαθύτερο: πόσο κουραστικό είναι να αγωνιάς διαρκώς να διαφέρεις. Πόσο όμορφο, αντίθετα, είναι να εντάσσεσαι στο «εμείς», χωρίς να χάνεις τα πολύτιμα κομμάτια της προσωπικότητάς σου.
Σκέφτηκε τα παιδιά της. Τα μηνύματα που τους είχε περάσει. Τις υπερβολές της. Οι ενοχές ήρθαν βαριές, αλλά το χαμόγελο της θείας Μαρίας της έδωσε ελπίδα.
Ποτέ δεν είναι αργά.
Όταν επέστρεψε στην Αυστραλία, τα παιδιά της την περίμεναν. Την πρώτη Κυριακή μαζεύτηκαν όλοι μαζί για φαγητό. Η Joanne μαγείρεψε κοκκινιστές χυλοπίτες με κοτόπουλο, αλά Καλαμάτα, και τις περιέχυσε με μυζήθρα, δώρο της θείας της.
— Τι είναι αυτό, μαμά; ρώτησαν με απορία.
— Αυτό έχουμε, απάντησε αυστηρά.
Ο μικρός γιος χαμογέλασε.
— Ανανεωμένη σε βρίσκω, της είπε. Θυμάσαι που σου έλεγα «μαγείρεψε ό,τι έχουμε» κι εσύ έτρεχες για κόκκινες μελιτζάνες;
Η Joanne χαμήλωσε το βλέμμα.
— Έχω χάσει απίστευτες γεύσεις…
— Εμείς, μαμά, είπε ο μεγάλος, τρώμε καλά και υγιεινά στη φοιτητική εστία.Και για τα επιπλέον, εκτός εστίας, αυτό που έχουμε και αντέχουμε.....
Η Joanne χαμογέλασε. Θυμήθηκε τη θεία της.
— Ποτέ δεν είναι αργά… ψιθύρισε. Ο Θεός προστάτευσε τα παιδιά μου κι ούτε που το είχα καταλάβει.
Και για πρώτη φορά, ένιωσε πραγματικά την αίσθηση της ευγνωμοσύνης βαθιά μέσα της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου