Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα



                                                              Φωτογραφίες: Pinterest



Ο μπάρμπα Γιάννης γεννήθηκε και πέρασε όλη τη ζωή του σε ένα χωριό της βόρειας Μεσσηνίας ως γεωργός και κτηνοτρόφος. Το έτος 1950 ήταν 45 χρονών, παντρεμένος με κοπέλα από το χωριό του, και είχαν δύο μικρά παιδιά. Αν και είχε τελειώσει το Σχολαρχείο της Ανδρούσης και καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια, η έπαρση του πατέρα του και το κυνήγι του χρήματος μαύρισαν την καρδιά του· έτσι αναζήτησε άλλη, πιο στενή οδό για να σταθεί στα πόδια του και να προκόψει.

Κι ενώ τα κατάφερνε πολύ καλά ως κτηνοτρόφος, ένα πράγμα δεν άντεχε: τη σφαγή των προβάτων, που έπρεπε εκείνη την εποχή να την πράττει με τα δυο του γυμνά χέρια και να τα βουτά στο αθώο αίμα. Υπέφερε πάρα πολύ, αλλά δεν το μοιραζόταν με κανέναν. Για να ηρεμήσει έπινε δυο ποτηράκια κρασί και έχυνε κρυφά δάκρυα, γιατί συνδεόταν συναισθηματικά με τα ζωντανά του και δεν ήθελε να τα αποχωριστεί.

Μια ημέρα, καθώς κατηφόριζε από τον Μελιγαλά για να πάει μέσω Βαλύρας στη Λάμπαινα να παραδώσει δύο σφαχτά, και η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι —ώρα κοινής ησυχίας, που, κατά τη λαϊκή φαντασία, προβάλλουν και χορεύουν στις ερημιές οι νεράιδες— του συνέβη το απίστευτο κοντά σε έναν ελαιώνα με αιωνόβιες ελιές, στην περιοχή Κουβέλι προς τη Λάμπαινα. Κοιτάζει και τι να δει!

Μέσα στις κουφάλες των δέντρων είχαν φωλιάσει πολλές κότες και κοτόπουλα. Μάλιστα, κάποια είχαν ανέβει πάνω σε μια  παλιά σκάλα που είχε αφήσει ο ιδιοκτήτης του κτήματος και είχαν κουρνιάσει ψηλά στα κλαδιά ενός δέντρου. Έντρομος ο μπάρμπα Γιάννης, αφού σταυροκοπήθηκε, πήρε φόρα με την άμαξά του για να ξεφύγει από το κακό και να φτάσει γρήγορα στη Λάμπαινα.

Ξεφόρτωσε τα σφαχτά και πληρώθηκε καλά, αλλά η χαρά του δεν κράτησε περισσότερο από πέντε λεπτά. Μόλις σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε εναλλακτική οδός και ότι από τον ίδιο δρόμο έπρεπε να επιστρέψει, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά κάτω από το γιλέκο του. Πάνω στο κάρο η γυναίκα του είχε αφήσει μια μαύρη μαντίλα, που τη φορούσε γιατί πενθούσε τη μητέρα της. Τυλίχθηκε με τη μαντίλα στο κεφάλι και πήρε γρήγορα τον δρόμο της επιστροφής.

Μόλις έφτασε πάλι σε εκείνο το σημείο και τον είδαν οι κότες, άρχισαν να κακαρίζουν δυνατά, γιατί ζητούσαν νερό και τροφή. Εκείνος, απτόητος, συνέχισε γρήγορα την πορεία του, μαστιγώνοντας το άλογο να τρέξει.

Μόλις έφτασε στην πλατεία της Βαλύρας, τον είδε ο χασάπης του χωριού και τον σταμάτησε για να παραγγείλει σφαχτά. Ο μπάρμπα Γιάννης κάθισε στο καφενείο· τον κέρασαν ούζο και μεζέ από κόκορα που είχαν σφάξει το πρωί. Μόλις είδε το κρέας του κόκορα, χλώμιασε ολόκληρος.

«Σκέτο με ελίτσες το ουζάκι», είπε. «Δεν τρώω κρέας από κοτόπουλο…»

Κανένας δεν ρώτησε να μάθει τι του συνέβαινε· η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τα επαγγελματικά τους.

Μόλις έφτασε στο σπίτι του και διηγήθηκε το πάθημά του στη γυναίκα του, εκείνη σταυροκοπήθηκε, αλλά άρχισε να απορεί.

— Δεν είναι δυνατόν, Γιάννη μου, να είδες τις νεράιδες δύο φορές μεταμορφωμένες σε κότες. Αυτές ένα λεπτό τις βλέπεις και εξαφανίζονται. Κάτι άλλο συμβαίνει. Θα πω της ξαδέλφης μου στη Βαλύρα να ρωτήσει και να μάθει τι συμβαίνει.



Έτσι κι έγινε.

Εκείνος που τα γνώριζε όλα ήταν ο αγροφύλακας  της Βαλύρας και ο ιερέας από την εξομολόγηση, με τη μόνη διαφορά ότι ο εφημέριος ουδέποτε ανακοίνωνε αυτά που άκουγε.

Ο αγροφύλακας, μόλις πληροφορήθηκε το πρόβλημα, έτρεξε στο κτήμα και διαπίστωσε ότι  τριάντα κότες και αρκετά μικρά κοτόπουλα ήταν στο έλεος της μοίρας τους. Εντόπισε τον ιδιοκτήτη και τελικά έμαθε ολόκληρο το χωριό τι ακριβώς είχε συμβεί.

Ο παππούς που είχε το κτήμα ήταν δυσαρεστημένος, γιατί η γηραιά γυναίκα του έδινε περισσότερη φροντίδα στις κότες της παρά στον ίδιο. Γι’ αυτό, μια ημέρα που εκείνη απουσίαζε από το σπίτι, επειδή είχε πάει στην Καλαμάτα στον γιατρό, έπιασε μία μία τις κότες, τις έκλεισε μέσα σε τρίχινα σακιά και τις αμόλησε στο κτήμα της γιαγιάς για να βρει το δίκιο του. Οι καημένες, αναζητώντας έναν ασφαλή χώρο να κουρνιάσουν, τρύπωσαν μέσα στις κουφάλες των δέντρων και κάποιες ανέβηκαν στα ψηλά κλαδιά.

Όταν έμαθε την αλήθεια ο μπάρμπα Γιάννης, πήγε και εξομολογήθηκε, γιατί μπήκε στον πειρασμό με τις νεράιδες και δεν κυριάρχησε η εμπιστοσύνη του στον Θεό στην καρδιά του, αλλά κατακλύστηκε από μεγάλο φόβο.Πϊστεψε στις νεράιδες.



— Γιατί το έπαθα, παππούλη; ρώτησε.

— Παιδί μου, προς δόξαν Θεού δοκιμάζεται η πίστη του ανθρώπου. Εσύ τι κατάλαβες;

— Κυριάρχησε ο φόβος μου. Έκανα χωρίς δύναμη ψυχής τον σταυρό μου και κόντεψα να σκοτωθώ στον δρόμο που γλιστρούσε· μόνο που δεν έφυγε καμία ρόδα από το κάρο. Ευτυχώς που το άλογο δεν γονάτισε!

— Το άλογο, παιδί μου, που πατά στα τρία του δάχτυλα για να μην πονέσει τη γη, είναι συντονισμένο στον λόγο του Θεού και υπηρετεί με υπομονή τον άνθρωπο.

— Εσύ, όμως, γιατί λιγοψύχησες;

— Γιατί, παππούλη, αισθάνομαι ένοχος που πρέπει να σφάζω τα αρνιά και περιμένω ανά πάσα στιγμή από τον Θεό την τιμωρία μου.

— Να   αγιάζεις και να σταυρώνεις τα προβατάκια σου και να πράττεις με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό το έργο σου. Δεν βλέπεις πως τα ευλογημένα σκύβουν το κεφάλι τους, έτοιμα για θυσία; Νομίζεις ότι θέλουν να είναι μέσα στη βρωμιά, στην ταλαιπωρία και στην αρρώστια; Στον Πατέρα τους ζητούν να αναπαυθούν, στον Παράδεισο. Μέχρι να καταργήσει ο Θεός τις τροφές, εσύ να κάνεις τη δουλειά σου, ακολουθώντας παράλληλα τη νηστεία της Εκκλησίας μας.

Ο Γιάννης, μετά την εξομολόγηση, ένιωσε μεγάλη χαρά. Μάλιστα πήγε και ρώτησε τον παππού στο κτήμα αν η γιαγιά πωλούσε τις κότες της και, αν δεν τις ήθελαν πλέον, να τις φιλοξενήσει στον μεγάλο κήπο του.

Η γιαγιά είχε κρυώσει από τα πολλά καθαρίσματα στα κοτέτσια, και ο γιατρός της είπε να αναπαύεται και να μην κρατήσει πάνω από τρεις κοτούλες που κάνουν αυγά. Η ίδια έψαχνε να τις δώσει, τον πληροφόρησε ο παππούς.

Ο μπάρμπα Γιάννης χαμογέλασε και αναφώνησε:

— Ας το καλό που φοβήθηκα! Ο Θεός με αγαπά! Όχι μόνο τα αρνιά, αλλά και είκοσι επτά κότες θέλει να μου δώσει!

Πλήρωσε καλά τις κότες στη γιαγιά, σήκωσε και το ένα της κοτέτσι και το έστησε στον κήπο του.

Πρωτίστως, προς δόξαν Θεού, πάταξε τον φόβο και έστησε την αγάπη του Θεού μέσα στην αδύναμη καρδιά του.

-Λόγος Θείου Φωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια: