Εκείνη η Παρασκευή του Μαρτίου 1980 στη Βοστώνη, είχε μια ιδιαίτερη αύρα. Η μικρή αίθουσα, με τις καρέκλες τοποθετημένες κυκλικά, έσφυζε από μια ανεπαίσθητη ένταση και προσμονή. Η Κατερίνα, μικρόσωμη και γεμάτη ζωντάνια, χαμογέλασε και είπε με σιγουριά: «Είμαστε ακριβά αρώματα σε μικρά μπουκαλάκια.» Η φράση της αιωρήθηκε στον χώρο σαν να ήθελε να θυμίσει σε όλους ότι η αξία δεν μετριέται με εμφανή μεγέθη.
Ο Ιωάννης, που σπούδαζε θεολογία, την κοίταξε ήρεμα και απάντησε: «Ο Θεός χωράει παντού.» Η Τόνια, φοιτήτρια διοίκησης επιχειρήσεων, πρόσθεσε με τη λογική της: «Το λίγο είναι ακριβό, δεν είναι δεδομένο.» Η Μελίνα, καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας, ανέφερε ήρεμα: «Υπάρχουν άνθρωποι κοντοί που άφησαν ιστορία στην ανθρωπότητα.» Ο Μίμης, λίγο ανήσυχος, σχολίασε: «Και οι λιγότερο ψηλοί κομμωτές, με ένα ξύλινο και σταθερό βοήθημα, μπορούν να κουρέψουν ακόμη και λιοντάρια». Και να παντρευτούν γυναίκες στο μπόι τους, ο μισός πληθυσμός δεν είναι ψηλός, πρόσθεσε η Ελένη που ήταν μοδίστρα.
Μετά από εκείνη τη συνεδρία, ο Μίμης άρχισε να συναντά την Ελένη, την κοντούλα και κοντοχωριανή του και εκτός ομάδας κρυφά. Οι Παρασκευές τους γέμιζαν από λόγια σοφίας, και οι εξωομαδικές συναντήσεις τους από γέλια και μικρές χαρές. Σιγά σιγά, η αγάπη τους έγινε καθημερινότητα, ώσπου αποφάσισαν να παντρευτούν. Εκείνος δούλευε στο κομμωτήριο, εκείνη φρόντιζε το σπίτι τους. Η ζωή κυλούσε γλυκά, ώσπου ήρθε ο Νικολάκης, το πρώτο τους παιδί, που δεν έμοιαζε με κανέναν από τους δύο. Ψήλωνε με απίστευτη ταχύτητα, και οι γονείς του τρομοκρατήθηκαν. Ρωτούσαν επί χρόνια τον παιδίατρο και τον παθολόγο, ανησυχώντας για το μέλλον του, ώσπου, πριν καταρρεύσουν από το πολύ άγχος, αποφάσισαν να αφεθούν στην πρόνοια του Θεού.
Και τότε, με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει, ο Νικολάκης σταμάτησε να ψηλώνει. Σταμάτησε ακριβώς στο ένα μέτρο και ογδόντα εννέα εκατοστά. Η γυμναστική του άρεσε, το μπάσκετ τον γέμιζε με χαρά και του έδινε αποδοχή, ενώ ήταν περιζήτητος ακόμη και στις αντίπαλες ομάδες. Μεγάλωσε, πέρασε στη Γυμναστική Ακαδημία, προσλήφθηκε σε σχολείο της περιοχής και δημιούργησε τη δική του οικογένεια. Από την εξίσου ψηλή σύζυγό του απέκτησε έναν γιο ψηλό και μια κόρη κοντούλα, ίδια με τη μητέρα του. Κανένας δεν εξήγησε πώς συνέβη, ούτε και αναρωτήθηκε.
Μόνο όταν η μητέρα του πλησίαζε στο τέλος της ζωής της και εκείνος της κρατούσε το χέρι στο νοσοκομείο μέρα και νύχτα, ψιθύρισε: «Ο Θεός με λυπήθηκε και μου έδωσε μια κόρη ίδια σαν εσένα, τόσο πολύ που σε αγαπώ, μανούλα μου, να παρηγοριέμαι όταν θα μου φύγεις.» Εκείνη, με αχνή φωνή, του απάντησε: «Κι εμένα… Δεν ήθελα ο γιος μου να έχει το κρυφό μαράζι του πατέρα του. Ο Θεός όλα τα ακούει μέσα μας και κρίνει τι είναι το καλύτερο, παιδί μου.»
Η ζωή συνέχισε να κυλά, με μικρές στιγμές χαράς και σιωπηλής σοφίας. Οι κοντοί, όπως η Κατερίνα, ο Ιωάννης, η Τόνια, η Μελίνα, ο Μίμης και η Ελένη, κατάφεραν να ζουν με αξιοπρέπεια, αγάπη και σημασία, δείχνοντας ότι η αξία δεν μετριέται με εκατοστά αλλά με την καρδιά, την πίστη και τη δύναμη που κουβαλά κανείς μέσα του. Οι μικρές σπίθες, οι θετικές σκέψεις φράσεις και πράξεις, ακόμη και τα αόρατα όρια, εκ Θεού κατευθυνόμενα, μπορούν να μεγαλώσουν και να αλλάξουν τον κόσμο.
Και έτσι, η οικογένεια του Μίμη και της Ελένης συνέχισε τη ζωή της με ηρεμία και αγάπη, κρατώντας ζωντανό μέσα τους το μήνυμα εκείνης της Παρασκευής στη Βοστώνη: το ύψος δεν καθορίζει την αξία, και οι κοντοί τα καταφέρνουν θαυμάσια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου