Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Η μικρή Φραχτοπηδήχτρω

 





Ο κ. Αντώνης ανακάτεψε αργά τον καφέ του και έριξε μια ματιά στο απέναντι τραπέζι του καφενείου. Εκεί καθόταν μια κυρία γύρω στα σαράντα, με γαλάζια μάτια και σγουρά καστανά μαλλιά. Μιλούσε ήρεμα στον σύζυγό της ενώ η μικρή κόρη της δίπλα   ζωγράφιζε σε ένα τετράδιο.

«Αυτή η σοβαρή κυρία, η κα Τζίνα, είναι υπόδειγμα συζύγου και μητέρας», σχολίασε διακριτικά ο κ. Αντώνης στον φίλο του.

Ο κυρ Γιάννης, που καθόταν απέναντί του, χαμογέλασε με εκείνο το γνώριμο πονηρό χαμόγελο των ανθρώπων που ξέρουν περισσότερα απ’ όσα φαίνεται.

«Έτσι είναι», απάντησε. «Με μία μόνο εξαίρεση».

Ο κ. Αντώνης σήκωσε τα φρύδια του.

«Τι εννοείς;»

Ο κυρ Γιάννης έγειρε λίγο προς τα μπροστά, σαν να ετοιμαζόταν να αφηγηθεί  παλιά ιστορία.

«Η Τζίνα, η γαλανομάτα με τα σγουρά μαλλιά, έγραψε μεγάλη ιστορία στα παιδικά της χρόνια!»

Ο κ. Αντώνης γέλασε δύσπιστα.

«Αυτή; Αποκλείεται».

«Κι όμως. Μόλις κατάλαβε τον κόσμο γύρω της και στάθηκε καλά στα πόδια της, συναγωνιζόταν τα άλογα στο πήδημα εμποδίων. Δεν άφηνε φράχτη για φράχτη στο χωριό».

«Υπερβολές!»

«Καθόλου. Ιδίως αν έβλεπε κανένα καρποφόρο δέντρο σε γειτονική αυλή. Τα μεσημέρια, που ησύχαζαν όλοι από τη ζέστη, έβγαινε κρυφά από το σπίτι. Πηδούσε τον φράχτη, σκαρφάλωνε στα δέντρα και άρπαζε το βραβείο: τον πιο ζουμερό καρπό».

Ο κ. Αντώνης χαμογέλασε.

«Και δεν την έπιανε κανείς;»

«Πού να την πιάσουν! Ήταν δε τόσο έντονη η δραστηριότητά της που κανείς δεν τη φώναζε με το όνομά της».

Ο κυρ Γιάννης μιμήθηκε τη φωνή των γειτόνων.

«Πάλι εδώ είσαι, Φραχτοπηδήχτρω;»

Ο κ. Αντώνης ξέσπασε σε γέλια.

«Και εκείνη;»

«Εκείνη ούτε που είχε την αίσθηση της ντροπής. Γελούσε σπαρταριστά. Μόνο αν κάποιος έτρεχε να την πιάσει, πηδούσε γρήγορα τον επόμενο φράχτη και εξαφανιζόταν».

«Και πού κρυβόταν;»

«Πίσω από έναν άλλο φράχτη. Εκεί όμως κανείς δεν τολμούσε να πάει κανείς».

«Γιατί;»

Ο κυρ Γιάννης χαμήλωσε τη φωνή του.

«Είχε φίδια».

Ο κ. Αντώνης έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο.

«Και δεν τη δάγκωσε κανένα;»

«Να τη δαγκώσει φίδι; Αυτήν; Τα φίδια τη φοβόντουσαν και έφευγαν γρήγορα!»

Οι δυο άντρες γέλασαν.

«Μέχρι και ο Θεός γελούσε με τη Φραχτοπηδήχτρω», συνέχισε ο κυρ Γιάννης.

Ο κ. Αντώνης κοίταξε ξανά τη σοβαρή κυρία στο απέναντι τραπέζι.

«Και πώς ηρέμησε;»

Ο κυρ Γιάννης ήπιε μια γουλιά καφέ.

«Ηρέμησε στις αρχές του Γυμνασίου. Μια μέρα ζήλεψε μια συμμαθήτριά της που ήταν πρώτη μαθήτρια».

«Ζήλεψε;»

«Ναι. Από τότε άλλαξε. Έβλεπε τους φράχτες και έστριβε το βλέμμα της. Βάλθηκε έναν ολόκληρο χρόνο να φτάσει τη συμμαθήτριά της στα μαθήματα».

«Και τα κατάφερε;»

Ο κυρ Γιάννης γέλασε.

«Αν τα κατάφερε; Πέρασε με τις πρώτες στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Και τώρα είναι μία πολύ καλή δασκάλα».

Ο κ. Αντώνης ένευσε με θαυμασμό.

«Ελπίζω στην τάξη της να μην έχει καμία άλλη Φραχτοπηδήχτρω».

«Έτσι είναι η κόρη της», είπε ο κυρ Γιάννης.

«Τι εννοείς;»

«Είναι γεμάτη ενέργεια. Επειδή ζουν στην Αθήνα, την έχει γράψει σε διάφορες αθλητικές δραστηριότητες. Τρέχει, πηδάει, σκαρφαλώνει. Έτσι εκτονώνεται».

Ο κ. Αντώνης χαμογέλασε.

«Και δεν τη νοιάζει για το παιδί της;»

«Καθόλου. Είναι σίγουρη ότι μεγαλώνοντας θα ηρεμήσει. Όπως η ίδια».

Ο κ. Αντώνης έμεινε λίγο σιωπηλός. Μετά έγειρε προς τον φίλο του.

«Και για να έχουμε καλό ερώτημα… εσύ πώς γνωρίζεις όλες αυτές τις λεπτομέρειες;»

Ο κυρ Γιάννης ανασήκωσε τους ώμους.

«Α! Μας συνδέει από τότε ένα μεγάλο μυστικό».

«Αν θέλεις, μου το λες».

Ο κυρ Γιάννης χαμογέλασε πονηρά.

«Μυστικό ακριβώς δεν είναι πια. Το ξέρουν σχεδόν όλοι στο χωριό».

Ο κ. Αντώνης ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι.

«Για πες».

Ο κυρ Γιάννης πήρε βαθιά ανάσα.

«Ένα καλοκαίρι η Φραχτοπηδήχτρω πήδηξε μέσα στον κήπο μου. Ήθελε να κόψει μικρές κόκκινες ιταλικές ντομάτες».

«Και την έπιασες;»

«Την είδα. Την μάλωσα. Της άρπαξα τις ντομάτες από τις τσέπες που ήταν γεμάτες. Κι αν δεν έτρεχε, θα της έδινα και καμιά στα οπίσθια».

Ο κ. Αντώνης χαμογέλασε.

«Και μετά;»

Ο κυρ Γιάννης έγειρε πίσω στην καρέκλα.

«Με εκδικήθηκε».

«Πώς;»

«Ένα μεσημέρι έκανε πολλή ζέστη. Πλύθηκα με το λάστιχο στην αυλή, έπλυνα το σώβρακό μου και το άπλωσα στο σκοινί».

Ο κ. Αντώνης άρχισε ήδη να γελάει.

«Και;»

«Εκείνη παραφύλαξε. Άρπαξε το σώβρακο από το σκοινί και το έκρυψε μέσα στο καζάνι, κάτω από τα σακιά».

Ο κ. Αντώνης χτύπησε το τραπέζι από τα γέλια.

«Βγαίνω έξω», συνέχισε ο κυρ Γιάννης, «και δεν βλέπω το σώβρακο. Όπως ήμουν, μόνο με το πουκάμισο, ακούω από πίσω από τον φράχτη ένα γέλιο».

Ο κ. Αντώνης σχεδόν δάκρυσε.

«Με έπιασε τέτοια ντροπή! Όπου τη συναντούσα της έλεγα: “Δώσε μου το σώβρακο!” Και όλοι γελούσαν μαζί μου».

«Και το βρήκες ποτέ;»

«Το ανακάλυψα όταν ήταν να πάμε να τινάξουμε τις ελιές. Σήκωσα τα σακιά και το είδα μέσα στο καζάνι».

Ο κ. Αντώνης σκούπισε τα μάτια του.

«Απίστευτο παιδί».

«Και περίμενε. Δεν είναι το καλύτερο».

«Υπάρχει και καλύτερο;»

«Πέρυσι το καλοκαίρι τη συνάντησα στον δρόμο με την κόρη της. Για πλάκα λέω στο κοριτσάκι: “Δεν πιστεύω να μου κλέψεις κι εσύ το σώβρακο!”»

Ο κ. Αντώνης χαμογέλασε περιμένοντας.

«Ξέρεις τι μου απάντησε το άτιμο;»

«Τι;»

Ο κυρ Γιάννης χαμογέλασε.

«Να μάθεις να μοιράζεσαι με τους άλλους ανθρώπους τις ντομάτες στον κήπο σου».

Οι δυο άντρες έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μετά ξέσπασαν πάλι σε γέλια.

Στο απέναντι τραπέζι, η κα Τζίνα σήκωσε το βλέμμα της. Τους κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε ήσυχα.

Σαν να θυμόταν κι εκείνη έναν παλιό φράχτη.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: