1. Εισαγωγή
Η Ορθόδοξη πατερική θεολογία έχει ως κεντρικό της άξονα την εμπειρία του ζώντος Θεού, ο Οποίος αποκαλύπτεται αληθινά στον άνθρωπο, χωρίς ποτέ να εξαντλείται από την ανθρώπινη διάνοια. Η Εκκλησία δεν λατρεύει έναν αφηρημένο φιλοσοφικό Θεό, ούτε μία έννοια που κατασκευάζει ο ανθρώπινος νους, αλλά τον προσωπικό Θεό της Αποκαλύψεως, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αυτός ο Θεός γίνεται γνωστός, αλλά όχι περιληπτός· προσεγγίζεται, αλλά δεν περιορίζεται· αγαπάται, αλλά δεν εξαντλείται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η περίφημη ρήση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου από τον Λόγο ΚΗ΄ (Θεολογικός Β΄):
«Οὔτε τὸν ἀέρα ὅλον ἀνέπνευσέ ποτέ τις, οὔτε τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ χώρεσεν ὁ νοῦς τελείως, ἢ περιέλαβεν ὁ λόγος».
Με μία εικόνα απλή και συνάμα βαθύτατη, ο Άγιος παρουσιάζει το μέτρο της ανθρώπινης δυνατότητας έναντι του απείρου μεγαλείου του Θεού. Όπως κανείς άνθρωπος δεν εισέπνευσε ποτέ ολόκληρο τον αέρα, έτσι και κανένας νους δεν χώρεσε πλήρως την ουσία του Θεού, ούτε κανένας λόγος μπόρεσε να την περιγράψει εξαντλητικά. Το χωρίο αυτό δεν αποτελεί άρνηση της θεογνωσίας, αλλά αποκατάσταση της αληθινής θεογνωσίας μέσα στα όρια της ταπεινώσεως και της Θείας Χάριτος.
2. Η εικόνα του αέρα ως θεολογικό σύμβολο
Ο Άγιος Γρηγόριος χρησιμοποιεί τον αέρα ως παράδειγμα, διότι είναι στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με τη ζωή. Ο άνθρωπος αναπνέει αδιάκοπα, πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιεί. Ο αέρας περιβάλλει τα πάντα, εισέρχεται στον άνθρωπο, τον ζωογονεί και τον συντηρεί. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν δύναται να τον κατακρατήσει ολόκληρο, ούτε να τον εξαντλήσει.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Θεός περιβάλλει τα πάντα διά της παρουσίας Του, ζωοποιεί τα πάντα διά της δυνάμεώς Του και συντηρεί τα πάντα διά της προνοίας Του. Ο άνθρωπος ζει μέσα στη θεία δωρεά ακόμη και όταν δεν το αντιλαμβάνεται. Η ίδια η ύπαρξη είναι δώρο του Θεού. Ωστόσο, ενώ ο άνθρωπος μετέχει της θείας ζωής, δεν δύναται να περιλάβει τον Θεό ως αντικείμενο γνώσεως.
Η εικόνα αυτή συντρίβει κάθε πνευματική αλαζονεία. Ο Θεός δεν γίνεται αντικείμενο κατοχής ή διανοητικής κυριαρχίας. Δεν είναι έννοια που περικλείεται σε φιλοσοφικά σχήματα. Είναι το άπειρο μυστήριο της ζωής.
3. Η ακαταληψία του Θεού στην πατερική παράδοση
Η ακαταληψία του Θεού αποτελεί κοινή διδασκαλία όλων των μεγάλων Πατέρων. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διακηρύσσει:
«Θεὸν νοῆσαι μὲν χαλεπόν, φράσαι δὲ ἀδύνατον» (PG 36, 28C).
Η φράση αυτή σημαίνει ότι ακόμη και η προσέγγιση του Θεού με τον νου είναι δυσχερής, ενώ η πλήρης έκφρασή Του με λόγια είναι αδύνατη. Ο ανθρώπινος λόγος είναι κτιστός και περιορισμένος ·ο Θεός είναι άκτιστος και άπειρος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις ομιλίες του «Περί Ακαταλήπτου», διδάσκει ότι ούτε οι αγγελικές δυνάμεις γνωρίζουν πλήρως το βάθος της θείας ουσίας (PG 48, 701-712). Τα Σεραφείμ καλύπτουν τα πρόσωπά τους, όχι επειδή ο Θεός αποκρύπτεται με κακία, αλλά επειδή η δόξα Του υπερβαίνει κάθε κτιστή δύναμη θεωρίας.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αντιπαρατιθέμενος στον Ευνόμιο, τονίζει ότι όποιος ισχυρίζεται πως γνωρίζει την ουσία του Θεού, στην πραγματικότητα αγνοεί και τον Θεό και τον εαυτό του (PG 45, 941B). Η αληθινή γνώση γεννά ταπείνωση· η ψευδής γνώση γεννά αλαζονεία.
4. Η διάκριση ουσίας και ενεργειών
Η Εκκλησία, ενώ ομολογεί την ακαταληψία της θείας ουσίας, συγχρόνως βεβαιώνει ότι ο Θεός είναι πραγματικά κοινωνήσιμος. Η σύνθεση αυτή γίνεται δυνατή μέσω της πατερικής διακρίσεως μεταξύ ουσίας και ενεργειών.
Η ουσία του Θεού είναι το άρρητο και απρόσιτο είναι Του. Οι ενέργειες είναι η αληθινή και άκτιστη εκπόρευση της θείας ζωής προς την κτίση. Δεν είναι δημιουργήματα ούτε σύμβολα, αλλά ο ίδιος ο Θεός όπως δωρίζεται και φανερώνεται.
Ο Μέγας Βασίλειος συνοψίζει:
«Αἱ μὲν ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος» (PG 32, 869A).
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε τον Θεό από τα έργα Του, από τη χάρη Του, από την παρουσία Του, από το φως Του, όχι όμως καταλαμβάνοντας την ουσία Του. Όπως γνωρίζουμε τον ήλιο από το φως και τη θερμότητα, χωρίς να αγγίζουμε τον πυρήνα του, έτσι και τον Θεό.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, συνεχίζοντας την ίδια παράδοση, υπερασπίστηκε αυτή τη διδασκαλία τον 14ο αιώνα. Εάν δεν υπήρχαν άκτιστες ενέργειες, τότε ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να έχει πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Θα έμενε είτε σε μία εξωτερική ηθική σχέση είτε σε μία καθαρά συμβολική πίστη (PG 150, 1169B).
5. Αγνωστικισμός ή πανθεϊσμός: οι παγίδες της ακαταληψίας του Θεού
Η Ορθόδοξη διδασκαλία περί της ακαταληψίας του Θεού αποτελεί αλήθεια σωτηριολογική και όχι φιλοσοφική αφαίρεση. Όταν όμως παρερμηνεύεται, μπορεί να οδηγήσει σε δύο σοβαρές πνευματικές παγίδες: τον αγνωστικισμό και τον πανθεϊσμό. Από τη μία πλευρά, αν η ακαταληψία νοηθεί ως πλήρης αδυναμία κάθε γνώσεως του Θεού, τότε ο άνθρωπος οδηγείται στον αγνωστικισμό, δηλαδή στην πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να γνωσθεί για τον Θεό και επομένως κάθε πίστη είναι αβέβαιη ή υποκειμενική. Μία τέτοια θέση όμως αντιστρατεύεται την Αποκάλυψη, διότι ο Θεός φανερώθηκε στην ιστορία, μίλησε διά των Προφητών, ενανθρώπησε εν Χριστώ και παραμένει παρών στην Εκκλησία διά του Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός είναι ακατάληπτος κατ’ ουσίαν, αλλά γνωστός αληθινά διά των ενεργειών Του.
Από την άλλη πλευρά, αν η θεία παρουσία μέσα στον κόσμο ταυτισθεί με την ουσία του Θεού, τότε γεννάται ο πανθεϊσμός, δηλαδή η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ο ίδιος ο Θεός ή ότι όλα αποτελούν τμήματα της θεότητας. Η θέση αυτή καταργεί τη διάκριση μεταξύ Κτίστου και Ακτίστου και αλλοιώνει τόσο την ελευθερία του ανθρώπου όσο και την υπερβατικότητα του Θεού. Η Εκκλησία διδάσκει ότι ο Θεός είναι παρών παντού διά των ακτίστων ενεργειών Του, χωρίς να ταυτίζεται με την κτίση. Δημιουργεί, συνέχει και ζωοποιεί τα πάντα, αλλά παραμένει ο απολύτως άλλος και άκτιστος Θεός.
Η ασφαλής οδός των Πατέρων βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Ούτε αγνωστικισμός ούτε πανθεϊσμός, αλλά προσωπική κοινωνία με τον Θεό. Ούτε πλήρης άγνοια ούτε ουσιαστική ταύτιση, αλλά μέθεξη στη Θεία Χάρη. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει αληθινά τον Θεό μέσα στην Εκκλησία, χωρίς να Τον περιορίζει, και να ενώνεται μαζί Του χωρίς να συγχέεται με Αυτόν.
6. Η θεογνωσία ως εμπειρία και όχι ως πληροφορία
Στη σύγχρονη εποχή κυριαρχεί συχνά η αντίληψη ότι γνώση σημαίνει πληροφορία. Στην εκκλησιαστική εμπειρία όμως γνώση σημαίνει κοινωνία. Γνωρίζω κάποιον όχι όταν συγκεντρώνω στοιχεία γι’ αυτόν, αλλά όταν σχετίζομαι προσωπικά μαζί του.
Έτσι και η γνώση του Θεού δεν είναι απλή συλλογή δογματικών δεδομένων, αλλά εμπειρία σχέσεως. Τα δόγματα είναι αληθείς οδοδείκτες που προστατεύουν τη σχέση αυτή από την πλάνη, αλλά δεν υποκαθιστούν τη ζωή της Θείας Χάριτος.
Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει πολλά θεολογικά κείμενα και όμως να μένει μακριά από τον Θεό. Μπορεί όμως και ένας απλός πιστός, με καθαρή καρδιά και ταπεινό φρόνημα, να γνωρίζει βαθιά τον Θεό μέσα από τη μετάνοια, την προσευχή και την αγάπη.
Γι’ αυτό οι Πατέρες θεωρούν τους αγίους αληθινούς θεολόγους. Θεολόγος δεν είναι απλώς ο μορφωμένος, αλλά εκείνος που προσεύχεται αληθινά και καθαίρεται από τα πάθη.
7. Η εφαρμογή στην προσευχή
Η προσευχή είναι ο κατεξοχήν τόπος όπου βιώνεται η αλήθεια της ακαταληψίας και της μετοχής. Ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να Τον εξηγήσει, αλλά μπορεί να Τον επικαλεστεί.
Η νοερά προσευχή της Εκκλησίας, ιδιαίτερα η ευχή του Ιησού, φανερώνει αυτή την πραγματικότητα. Ο πιστός δεν αναλύει τον Θεό, αλλά ανοίγει την ύπαρξή του στη χάρη Του:
«Κύριε Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ο νους παύει να περιπλανάται σε λογισμούς και επιστρέφει στην καρδιά. Εκεί ο άνθρωπος γεύεται ειρήνη, φως, κατάνυξη και παρηγορία, όχι ως ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά ως ενέργεια της Θείας Χάριτος.
Ο Θεός παραμένει αόρατος στην ουσία Του, αλλά γίνεται αισθητός στην καρδιά του μετανοούντος ανθρώπου.
8. Η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας
Η ίδια αλήθεια εκφράζεται στα Ιερά Μυστήρια. Στο Βάπτισμα, ο άνθρωπος αναγεννάται. Στο Χρίσμα, λαμβάνει τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος. Στη Θεία Ευχαριστία, κοινωνεί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Εδώ η θεολογία γίνεται ζωή. Δεν πρόκειται για συμβολικές τελετές, αλλά για πραγματική μετάδοση της Θείας Χάριτος. Ο άνθρωπος δεν κατανοεί το μυστήριο πλήρως, αλλά μετέχει σε αυτό αληθινά.
Η Εκκλησία δεν απαιτεί πρώτα να καταλάβεις τα πάντα και μετά να κοινωνήσεις. Σε καλεί να καθαρθείς, να πιστέψεις, να μετανοήσεις και να εισέλθεις στο μυστήριο.
9. Η πορεία της ατελεύτητης προόδου
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει ότι η πορεία προς τον Θεό δεν τελειώνει ποτέ. Επειδή ο Θεός είναι άπειρος, και η κοινωνία μαζί Του είναι ανεξάντλητη. Ο άνθρωπος προχωρεί από γνώση σε γνώση, από δόξα σε δόξα, από αγάπη σε αγάπη.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στη Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρξει στασιμότητα, αλλά αδιάκοπη αύξηση χαράς και μετοχής. Ο Θεός δεν εξαντλείται ούτε στους αιώνες των αιώνων.
10. Ποιμαντικές συνέπειες για τον σύγχρονο άνθρωπο
Ο σημερινός άνθρωπος συχνά υποφέρει από άγχος ελέγχου. Θέλει να εξηγήσει τα πάντα, να προβλέψει τα πάντα, να κυριαρχήσει στα πάντα. Η θεολογία της ακαταληψίας προσφέρει θεραπεία.
Μας διδάσκει να ζούμε με εμπιστοσύνη στο μυστήριο. Να δεχόμαστε ότι δεν θα έχουμε όλες τις απαντήσεις. Να αφήνουμε χώρο για τη Θεία Χάρη. Να πορευόμαστε με πίστη ακόμη και όταν δεν κατανοούμε πλήρως τα γεγονότα της ζωής.
Η ακαταληψία του Θεού δεν είναι απειλή, αλλά παρηγοριά. Σημαίνει ότι ο Θεός είναι μεγαλύτερος από τα αδιέξοδά μας, από τα λάθη μας, από τις θλίψεις μας και από τα ερωτήματά μας.Η εφαρμογή της πατερικής διδασκαλίας περί της ακαταληψίας του Θεού και της μετοχής στις άκτιστες ενέργειές Του δεν περιορίζεται σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά εισέρχεται δυναμικά στον χώρο της καθημερινής πνευματικής ζωής. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αντιμετώπισε ποτέ τη θεολογία ως αφηρημένο στοχασμό ή ως διανοητική ενασχόληση αποκομμένη από την εμπειρία. Αντιθέτως, η αληθινή θεολογία ταυτίζεται με τη ζωή εν Χριστώ, με την κάθαρση της καρδιάς, με τον φωτισμό του νου και με τη μέθεξη της Θείας Χάριτος. Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ο Θεός είναι «αχώρητος» στον νου, τότε παύει να αντιμετωπίζει την πνευματική ζωή ως κατάκτηση γνώσεων, τίτλων ή θρησκευτικών βεβαιοτήτων. Κατανοεί ότι η λογική, όσο πολύτιμη και αν είναι ως δώρο του Θεού, έχει όρια και δεν μπορεί να διεισδύσει στην ουσία του ακτίστου Θεού. Έτσι γεννάται η ταπεινοφροσύνη, όχι ως εξωτερική συμπεριφορά, αλλά ως αληθινή γνωσιολογία, ως τρόπος γνώσεως. Ο άνθρωπος μαθαίνει να σιωπά ενώπιον του μυστηρίου και να προσκυνεί εκεί όπου προηγουμένως ήθελε να εξηγήσει τα πάντα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στην Κλίμακα συνδέει την αληθινή θεολογία με την καθαρότητα της καρδιάς και όχι με την οξύτητα της διανοίας. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερο γνωρίζει τον Θεό εκείνος που μετανοεί και αγαπά, παρά εκείνος που απλώς επιχειρηματολογεί.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα κατανοείται και η προσευχή ως κοινωνία και όχι ως πληροφορία. Εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος κατ’ ουσίαν, η προσευχή δεν έχει ως στόχο να «λύσει» το μυστήριο του Θεού ούτε να ικανοποιήσει μια διανοητική περιέργεια. Η προσευχή είναι είσοδος σε σχέση, σε κοινωνία, σε ζωντανή συνάντηση με τον Θεό μέσω της χάριτός Του. Στην ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, η νοερά προσευχή και η επανάληψη της ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» δεν αποτελούν τεχνική αυτοσυγκεντρώσεως, αλλά οδό καθάρσεως του νου από την πολυμέρεια των λογισμών. Ο νους απογυμνώνεται από τα κτιστά σχήματα, από τις φαντασίες και τις μέριμνες, ώστε να καταστεί δεκτικός της ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τονίζει ότι ο Θεός γίνεται «όλος μεθεκτός» χωρίς να παύει να είναι «όλος αμέθεκτος» (PG 150, 1120). Δηλαδή ο πιστός αληθινά κοινωνεί τον Θεό, χωρίς όμως να καταλαμβάνει την ουσία Του. Στην προσευχή ο Θεός δεν παρέχει απλώς πληροφορίες περί του Εαυτού Του, αλλά δωρίζει την παρουσία Του, την ειρήνη Του, το φως Του και την αγάπη Του.
Η ίδια αλήθεια φανερώνεται και στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Η διάκριση ουσίας και ενεργειών βοηθεί να κατανοήσουμε ότι η χάρη που λαμβάνεται στα Μυστήρια δεν είναι μια ψυχολογική ενίσχυση ή μία συμβολική υπενθύμιση θρησκευτικών ιδεών, αλλά η ίδια η θεία ζωή που μεταδίδεται στον άνθρωπο κατά χάριν. Στο Άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος αναγεννάται, στο Χρίσμα σφραγίζεται με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ στη Θεία Ευχαριστία κοινωνεί αληθινά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Η Θεία Μετάληψη δεν είναι απλή ανάμνηση, αλλά πραγματική ένωση με τον Θεάνθρωπο Κύριο. Ο άνθρωπος γίνεται, κατά τον λόγο του Αποστόλου Πέτρου, «θείας φύσεως κοινωνός» (Β΄ Πέτρ. 1,4), όχι κατ’ ουσίαν, αλλά κατά χάριν. Δηλαδή δεν μεταβάλλεται σε Θεό ως προς την ουσία, αλλά μετέχει στη ζωή, στην αφθαρσία και στο φως του Θεού. Έτσι η σωτηρία δεν είναι νομική δικαίωση, αλλά υπαρξιακή μεταμόρφωση.
Η πνευματική ζωή όμως δεν εξαντλείται ούτε σε μια ηθική βελτίωση ούτε σε μια στατική κατάσταση ευσεβείας. Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ομιλεί για τον «θείο έρωτα» (PG 3, 712), δηλαδή για εκείνη τη δύναμη της αγάπης του Θεού που εξάγει τον άνθρωπο από τον κλειστό εαυτό του. Η αληθινή σχέση με τον Θεό γεννά έκσταση, με την πατερική έννοια της εξόδου από την φιλαυτία και την αυτάρκεια. Ο άνθρωπος παύει να είναι κέντρο του εαυτού του και αρχίζει να ζει για τον Θεό και τον πλησίον. Επειδή ο Θεός είναι άπειρος, η πνευματική πορεία γίνεται αδιάκοπη κίνηση προς μεγαλύτερη κοινωνία μαζί Του. Ποτέ ο άνθρωπος δεν φθάνει σε σημείο αυτάρκειας ώστε να πει ότι ολοκλήρωσε την πορεία του. Πάντοτε υπάρχει βαθύτερη μετάνοια, καθαρότερη αγάπη, φωτεινότερη προσευχή, πλατύτερη καρδιά. Αυτό διώχνει την πνευματική στασιμότητα και την υπερηφάνεια. Όπως στο παράδειγμα του Αγίου Γρηγορίου υπάρχει πάντοτε περισσότερος αέρας να αναπνεύσει κανείς, έτσι υπάρχει πάντοτε ανεξάντλητο βάθος Θείας Χάριτος προς μετοχή.
Τέλος, η ακαταληψία του Θεού φωτίζει και τη σχέση με τον πλησίον. Αν ο Θεός είναι μυστήριο απερινόητο, τότε και κάθε άνθρωπος, ως εικόνα Θεού, φέρει ανεπανάληπτο βάθος και ιερότητα. Ο πιστός δεν δικαιούται να κατατάσσει τους ανθρώπους σε στερεότυπα, να τους εξαντλεί σε εξωτερικές κρίσεις ή να τους φυλακίζει στα σφάλματά τους. Η ουσία του ανθρώπινου προσώπου είναι κρυμμένη στον Θεό και μόνο Εκείνος γνωρίζει πλήρως την ιστορία, τον πόνο, τις δυνατότητες και την κλήση κάθε ανθρώπου. Γι’ αυτό η πνευματική ζωή καλεί σε επιείκεια, σεβασμό, διάκριση και έμπρακτη αγάπη. Ο χριστιανός καλείται να βλέπει την ενέργεια του Θεού να εργάζεται μυστικά μέσα σε κάθε πρόσωπο και μέσα σε όλη την κτίση.
Συνολικά, η εφαρμογή αυτής της θεολογίας είναι η μετάβαση από το «σκέφτομαι για τον Θεό» στο «ζω εν Θεώ». Ο Θεός παραμένει γνόφος για τη γυμνή λογική, δηλαδή μυστήριο υπερβατικό και απρόσιτο, αλλά γίνεται φως και πυρ για την καθαρμένη καρδιά. Εκεί όπου ο εγωισμός ζητεί εξηγήσεις, η ταπείνωση συναντά παρουσία. Εκεί όπου η διάνοια σταματά, αρχίζει η προσκύνηση. Και εκεί όπου ο άνθρωπος αδειάζει από τον εαυτό του, γεμίζει από τη χάρη του Θεού.
11. Συμπέρασμα
Το απόφθεγμα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου περί του αέρα και της θείας ουσίας συμπυκνώνει ολόκληρη την ορθόδοξη εμπειρία. Ο άνθρωπος ζει από τον Θεό, όπως ζει από τον αέρα, αλλά δεν μπορεί να Τον εξαντλήσει με τον νου ή τον λόγο.
Η αληθινή γνώση του Θεού είναι γνώση ταπεινή, εκκλησιαστική, μυστηριακή και βιωματική. Ο Θεός είναι ακατάληπτος κατ’ ουσίαν, αλλά πλησίον μας κατά χάριν. Είναι υπέρτερος κάθε εννοίας, αλλά εγγύτερος από την αναπνοή μας.
Όσο περισσότερο Τον πλησιάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το άπειρο βάθος Του. Και όσο περισσότερο συνειδητοποιεί το μυστήριο αυτό, τόσο περισσότερο αγαπά, μετανοεί και δοξολογεί.
12. Ευχές
Είθε ο Πανάγαθος Θεός να χαρίζει σε όλους μας φώτιση νου, καθαρότητα καρδιάς, ειρήνη ψυχής και σταθερότητα πίστεως. Να ενισχύει κάθε αγώνα, να θεραπεύει κάθε τραύμα, να ευλογεί κάθε οικογένεια και να οδηγεί όλους μας στην αληθινή γνώση Του, που είναι η αγάπη και η κοινωνία μαζί Του. Αμήν.
13. Βιβλιογραφία
Βασίλειος ο Μέγας. (1857). Epistulae. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 32). Paris: Migne.
Γρηγόριος Νύσσης. (1863). Contra Eunomium. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 45). Paris: Migne.
Γρηγόριος Νύσσης. (1863). De vita Moysis. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 44). Paris: Migne.
Γρηγόριος ο Θεολόγος. (1858). Orationes theologicae. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 36). Paris: Migne.
Γρηγόριος Παλαμάς. (1865). Pro hesychastis. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 150). Paris: Migne.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος. (1862). De incomprehensibili Dei natura. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 48). Paris: Migne.
Μάξιμος ο Ομολογητής. (1865). Capita theologica et oeconomica. Στο J.-P. Migne (Ed.), Patrologia Graeca (Vol. 90). Paris: Migne.
Migne, J.-P. (Ed.). (1857–1866). Patrologiae cursus completus: Series Graeca (Vols. 1–161). Paris: Garnier Fratres.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου