Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Τα γεννητούρια

 



Πέρυσι τέτοιον καιρό,  η γειτονιά μου στο  χωριό  , είπε ο κύριος Γιάννης, ένας καλός αναγνώστης μας,   είχε χάσει την ησυχία της. Από τα χαράματα ως το σούρουπο ακουγόταν ένας παράξενος ήχος, κάτι ανάμεσα σε κακάρισμα κότας και πνιχτό παράπονο. Δεν ερχόταν από έναν μόνο κήπο· πότε ακούγονταν από το σπίτι του Μήτσου του καφετζή, πότε από την αυλή της κυρα-Φρόσως και πότε από το παλιό σπίτι του Παναγιώτη του σιδερά. Ο ήχος ταξίδευε σαν να είχε δική του βούληση, λες και κάποιο αόρατο πλάσμα γύριζε τις αυλές και διαμαρτυρόταν.

—Κάποιος μας κάνει φάρσα με το κινητό του! είπε ο Στέλιος ο ηλεκτρολόγος.

—Όχι, βρε, κότα θα ’ναι που ξέφυγε και κρύβεται στα βάτα, απαντούσε η κυρα-Φρόσω.

Μα κότα δεν φαινόταν πουθενά. Τα παιδιά άρχισαν να ψάχνουν πίσω από τις γλάστρες, μέσα στα κοτέτσια, ακόμη και στις αποθήκες. Τίποτα. Μονάχα εκείνο το επίμονο κακάρισμα συνέχιζε, άλλοτε δυνατό και άλλοτε βραχνό, λες και κάποιος πάλευε να μιλήσει χωρίς να μπορεί.

Η υπόθεση έγινε θέμα σε όλη τη γειτονιά. Στο καφενείο ο καθένας είχε τη θεωρία του. Άλλοι έλεγαν πως ήταν σημάδι βροχής, άλλοι πως κάποιο παιδί είχε βάλει ήχο σε bluetooth ηχείο για να γελάει με τους μεγάλους. Ο μόνος που δεν μιλούσε ήταν ο παππούς ο Λάμπης. Καθόταν στην άκρη, έπινε τον Ελληνικό του και άκουγε.

—Κάτι γυρεύει αυτό το πλάσμα, είπε μόνο μια μέρα. Όταν η φύση φωνάζει, κάτι ζητάει.

Κανείς δεν έδωσε σημασία.

Ώσπου ένα ζεστό απόγευμα του Μαΐου, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, η αλήθεια φανερώθηκε.

Η Μαρία, που πότιζε τις ντοματιές της, άκουσε πάλι τον ήχο. Αυτή τη φορά ερχόταν από το πίσω μέρος του κήπου. Άφησε το λάστιχο κάτω και προχώρησε προσεκτικά ανάμεσα στα βασιλικά και τις πιπεριές. Εκεί, δίπλα στη λεμονιά, στεκόταν μια μεγάλη θηλυκή χελώνα.

Ήταν πανέμορφη.

Το καβούκι της έλαμπε σαν παλιό γυαλισμένο ξύλο, με χρώματα μελί και σκούρα καφέ σχέδια που έμοιαζαν ζωγραφισμένα στο χέρι. Τα μάτια της ήταν μαύρα και γυαλιστερά, γεμάτα ανησυχία. Μα το πιο παράξενο ήταν ο λαιμός της· τον τέντωνε ψηλά προς τον αέρα και τότε έβγαζε εκείνον τον αλλόκοτο ήχο, τόσο δυνατό που ακουγόταν ως το διπλανό σπίτι.

—Η κότα! φώναξε η Μαρία γελώντας. Η κότα είναι χελώνα!

Σε λίγα λεπτά μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Τα παιδιά κάθισαν οκλαδόν γύρω της, οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν μην την τρομάξουν και οι άντρες κοιτούσαν απορημένοι.

Η χελώνα δεν έμοιαζε άγρια ούτε φοβισμένη. Έμοιαζε κουρασμένη. Προχωρούσε αργά, σταματούσε, σήκωνε το κεφάλι ψηλά και άφηνε εκείνο το παράπονο να βγει από μέσα της.

Ο παππούς ο Λάμπης γονάτισε δίπλα της και την κοίταξε προσεκτικά.

—Δεν φωνάζει χωρίς λόγο, είπε. Είναι ετοιμόγεννη.

Οι περισσότεροι γέλασαν.

—Χελώνα είναι, όχι γυναίκα, είπε ο Στέλιος.

Ο γέρος όμως κούνησε το κεφάλι.

—Κι όμως. Ψάχνει τόπο να γεννήσει τα αυγά της. Και δεν βρίσκει.

Τότε όλοι πρόσεξαν καλύτερα τις κινήσεις της. Η χελώνα προχωρούσε λίγα βήματα, σταματούσε σε μαλακό χώμα και δοκίμαζε να σκάψει με τα πίσω πόδια. Ύστερα εγκατέλειπε το σημείο και συνέχιζε αλλού. Σαν να τίποτα να μη της άρεσε.

Η Μαρία έφερε ένα ρηχό πιάτο με νερό. Η χελώνα πλησίασε αργά, βούτηξε το στόμα της και ήπιε λαίμαργα. Ύστερα έμεινε ακίνητη κάτω από τη σκιά της λεμονιάς.

—Διψασμένη είναι η καημένη, είπε η κυρα-Φρόσω.

—Και εξαντλημένη, συμπλήρωσε ο παππούς. Τα αυγά την βαραίνουν.

Η είδηση απλώθηκε γρήγορα. Μέχρι το βράδυ όλο το χωριό ήξερε για τη χελώνα που «κακάριζε» σαν κότα γιατί ετοιμαζόταν να γεννήσει.

Την άλλη μέρα η γειτονιά αποφάσισε να τη βοηθήσει.

Ο Μήτσος έφερε μαλακό χώμα από το περιβόλι του. Ο Στέλιος καθάρισε μια ήσυχη γωνιά του κήπου από πέτρες και σίδερα. Η Μαρία άφησε φύλλα μαρουλιού, τριφύλλια και λίγο αγγούρι για να φάει. Ακόμη και τα παιδιά σταμάτησαν τα παιχνίδια για να μην την τρομάζουν.

Η χελώνα περιφερόταν αργά στον κήπο σαν να επιθεωρούσε τον χώρο. Πότε-πότε τέντωνε τον λαιμό και έβγαζε ξανά εκείνον τον ήχο. Τώρα όμως κανείς δεν κορόιδευε. Ήταν σαν κραυγή αγωνίας. Σαν να έλεγε:

«Βοηθήστε με να φέρω τα μικρά μου στον κόσμο».

Το ίδιο βράδυ φυσούσε ζεστό αεράκι και το χώμα μύριζε νοτισμένη Άνοιξη. Η χελώνα στάθηκε στη γωνιά που είχαν ετοιμάσει. Άρχισε να σκάβει αργά με τα πίσω πόδια. Έσπρωχνε το χώμα δεξιά κι αριστερά με επιμονή, ανοίγοντας μια βαθιά τρύπα σαν μικρό πηγάδι.

Κανείς δεν μιλούσε.

Οι γείτονες παρακολουθούσαν από μακριά με δέος, λες και έβλεπαν αρχαίο μυστήριο.

Κάθε τόσο η χελώνα σταματούσε, τέντωνε τον λαιμό και άφηνε έναν βαθύ ήχο να βγει από μέσα της. Όχι πια σαν κακάρισμα, αλλά σαν ανάσα πόνου.

Η διαδικασία κράτησε ώρες.

Ο ουρανός γέμισε αστέρια όταν επιτέλους η χελώνα έμεινε ακίνητη πάνω από τη φωλιά. Ο παππούς  Λάμπης έκανε νόημα να μη πλησιάσει κανείς.

—Τώρα γεννάει.

Η γειτονιά περίμενε σχεδόν με ευλάβεια.

Ύστερα από λίγη ώρα η χελώνα άρχισε να σκεπάζει προσεκτικά τη φωλιά με χώμα. Το πατούσε απαλά με το καβούκι και τα πόδια της, λες και ήθελε να κρύψει το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου.

Κανείς δεν είδε τα αυγά. Μα όλοι ήξεραν πως βρίσκονταν εκεί.

Όταν τελείωσε, η χελώνα έμεινε για λίγο ακίνητη. Έπειτα γύρισε αργά προς τους ανθρώπους. Σαν να τους κοίταξε έναν έναν. Και τότε, για πρώτη φορά ύστερα από τόσες μέρες, δεν ακούστηκε κανένας ήχος.

Ησυχία.

Μόνο τα τριζόνια.

—Ηρέμησε, είπε χαμηλόφωνα η Μαρία.

Ο παππούς χαμογέλασε.

—Έκανε το χρέος της.

Τις επόμενες μέρες η χελώνα έμεινε λίγο ακόμη στη γειτονιά. Έτρωγε ήσυχα κάτω από τη λεμονιά και λιαζόταν το πρωί. Οι φωνές είχαν σταματήσει εντελώς. Ήταν σαν να είχε φύγει από πάνω της ένα τεράστιο βάρος.

Τα παιδιά της έδωσαν όνομα.

Τη φώναζαν «Κοτομάρω».

Κάθε μέρα πήγαιναν να δουν αν η φωλιά ήταν καλά. Έβαλαν μικρές πέτρες γύρω-γύρω για να μην πατήσει κανείς κατά λάθος το σημείο. Η κυρα-Φρόσω μάλιστα μάλωσε τον γιο της όταν πήγε να σκάψει εκεί κοντά για να φυτέψει πιπεριές.

—Εδώ έχουμε γεννητούρια, του είπε. Πρόσεχε!

Το καλοκαίρι προχώρησε. Οι μέρες έγιναν πιο καυτές και η χελώνα μια μέρα χάθηκε όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί. Αθόρυβα.

Όμως κανείς δεν την ξέχασε.

Κάθε απόγευμα οι γείτονες κοιτούσαν τη φωλιά περιμένοντας. Και μια πρωινή μέρα του Σεπτέμβρη, ύστερα από νυχτερινή βροχή, συνέβη το θαύμα.

Ο μικρός Νικόλας είδε πρώτος το χώμα να έχει ανοίξει.

—Βγήκανε! φώναξε.

Μέσα από τη γη ξεπρόβαλαν μικροσκοπικές χελωνίτσες, όχι μεγαλύτερες από ένα καρύδι. Περπατούσαν αδέξια πάνω στο βρεγμένο χώμα, κουβαλώντας στις πλάτες τους μικροσκοπικά καβούκια που έλαμπαν στον ήλιο.

Η γειτονιά μαζεύτηκε ξανά, μα αυτή τη φορά κανείς δεν μιλούσε δυνατά.

Μονάχα κοιτούσαν.

Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή του πρωινού, όλοι κατάλαβαν κάτι που είχαν ξεχάσει χρόνια τώρα· πως η φύση βρίσκει πάντα τρόπο να μιλήσει στους ανθρώπους. Αρκεί κάποιος να σταματήσει για λίγο και να την ακούσει.

Από τότε, κάθε Άνοιξη, όταν ακούγεται κάποιος παράξενος ήχος στις αυλές του χωριού, οι παλιοί χαμογελούν.

—Μη φοβάστε, λένε στους νεότερους. Ετοιμαστήτε για τα  γεννητούρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: