Έτσι μετρούσαν παλιά και τη ζωή του Θεμιστοκλή στο όμορφο χωριό του.
«Ο Θεμιστοκλής;» έλεγαν στο καφενείο. «Αυτός γεννήθηκε τη χρονιά που ξεράθηκε ο πλάτανος στην πλατεία».
Ο Θεμιστοκλής ήταν παράξενος άνθρωπος. Όχι κακός. Το αντίθετο μάλιστα. Ευγενικός, χαμηλόφωνος, καθαρός σαν κυριακάτικο τραπεζομάντιλο. Ψηλός, περιποιημένος, με μάτια ήρεμα και κάπως λυπημένα. Είχε περιβόλια πολλά, καλό σπίτι, χρήματα στην άκρη και κτήματα που απλώνονταν από τον κάμπο μέχρι τις παρυφές του Ταϋγέτου.
Μα όσο περνούσαν τα χρόνια, έμενε μόνος.
Στο χωριό δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι δυνατά για να ακουστεί. Η σιωπή ταξιδεύει πιο γρήγορα από τον αέρα.
Και πράγματι φοβόταν.
Κάθε φορά που του έφερναν κάποιο προξενιό, έβρισκε μια νέα δικαιολογία για να το αποφύγει. Τη μια έλεγε πως ήθελε πρώτα να μεγαλώσει το σπίτι του. Την άλλη πως δεν είχε αρκετές πορτοκαλιές. Μετά πως χρειαζόταν καινούρια αποθήκη. Ύστερα πως δεν ήταν εποχές για οικογένεια.
Οι προξενητάδες του χωριού είχαν κουραστεί μαζί του.
«Βρε Θεμιστοκλή», του είπε κάποτε ο μπάρμπα-Σταύρος, ο πιο παλιός προξενητής της περιοχής, «αν περιμένεις να γίνουν όλα τέλεια, θα σε φάει το μαύρο σκοτάδι μόνο σου».
Ο Θεμιστοκλής χαμογέλασε αμήχανα και σιώπησε.
Το 2010 όμως συνέβη κάτι που έδωσε νέα τροφή στις κουβέντες του χωριού.
Ένα πρωινό του Μαρτίου, έφτασαν στο κτήμα του μικρά δενδρύλλια, εισαγωγής από την Αμερική. Ψηλόλιγνα, εύθραυστα, δεμένα με λινάτσα στις ρίζες. Ο Θεμιστοκλής τα φύτεψε με τέτοια προσοχή, σαν να κρατούσε βρέφη.
—Τι είναι αυτά; τον ρώτησε ο γείτονας.
—Πεκάν, αποκρίθηκε εκείνος με σοβαρότητα.
—Και τι είναι το πεκάν;
—Αμερικανική καρυδιά. Μεγάλο πράγμα. Υπερτροφή.
Οι χωριανοί γέλασαν.
Εκείνος όμως δεν μιλούσε πολύ. Διάβαζε βιβλία, σημείωνε αποστάσεις φύτευσης, έλεγχε το pH του χώματος, έβαζε ποτίσματα με πρόγραμμα. Έλεγε πως το δέντρο αυτό είναι αιωνόβιο. Πως στην Αμερική υπάρχουν δέντρα εκατόν πενήντα χρονών που ακόμη καρποφορούν.
«Σαν άνθρωπος που φυτεύει για τα εγγόνια του», σχολίαζαν.
Μόνο που ο Θεμιστοκλής δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδιά.
Την ίδια χρονιά, ο μπάρμπα-Σταύρος τού έφερε ίσως το καλύτερο προξενιό που είχε περάσει ποτέ από το κατώφλι του.
Η κοπέλα λεγόταν Ειρήνη.
Ήταν από διπλανό χωριό. Ψηλή, μελαχρινή, με μάτια καθαρά και χέρια μαθημένα στη δουλειά. Ήξερε από χωράφια, από νοικοκυριό, από ανθρώπους. Δεν μιλούσε πολύ, ούτε γελούσε άσκοπα. Είχε εκείνη τη γαλήνη που έχουν οι γυναίκες που μπορούν να κρατήσουν το σπίτι όρθιο.
Όταν την είδε ο Θεμιστοκλής, ένιωσε έναν κόμπο στο στήθος.
Δεν της έβρισκε κανένα ελάττωμα.
Κι αυτό τον φόβισε περισσότερο.
Το ίδιο βράδυ ο προξενητής πήγε σπίτι του.
—Λοιπόν; είπε. Τι λες;
Ο Θεμιστοκλής ανακάτεψε νευρικά το χαμομήλι του.
—Καλή κοπέλα.
—Ε, τότε;
Σιωπή.
—Δεν είμαι έτοιμος ακόμη.
Ο μπάρμπα-Σταύρος χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
—Εξήντα χρονών άνθρωπος! Πότε θα είσαι έτοιμος; Στα ογδόντα;
Ο Θεμιστοκλής σήκωσε τα μάτια του σαν μαθητής που απολογείται.
—Πρέπει πρώτα να αποδώσει το πεκάν.
—Το… τι;
—Το πεκάν. Αν δεν παίρνω εκατόν πενήντα με διακόσια κιλά καρπό από κάθε δέντρο, πώς θα συντηρήσω τη γυναίκα;
Ο προξενητής τον κοίταξε αποσβολωμένος.
—Εσύ, με τόση περιουσία! Και πότε θα γίνει αυτό;
—Σε δεκαπέντε χρόνια.
Ο μπάρμπα-Σταύρος έμεινε ακίνητος για λίγο και μετά ξέσπασε:
—Αν είναι να περιμένει δεκαπέντε χρόνια η κοπέλα, κάτσε Μάη μου να φας τριφύλλι! Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει μέχρι τότε.
Ο Θεμιστοκλής δεν απάντησε.
Μόνο χαμήλωσε το βλέμμα.
Η αλήθεια ήταν άλλη. Δεν φοβόταν τη φτώχεια. Φοβόταν τη ζωή μαζί με άλλον άνθρωπο. Φοβόταν τη δέσμευση, την ευθύνη, τις φωνές των παιδιών μέσα στο σπίτι, τις αλλαγές, τα κοινά πρωινά, τις συζυγικές και καθημερινές υποχρεώσεις.
Η μοναξιά είχε γίνει συνήθεια. Και οι συνήθειες ριζώνουν βαθιά σαν τα παλιά δέντρα.
Η Ειρήνη παντρεύτηκε δύο χρόνια αργότερα έναν τυροκόμο. Έφτιαξαν μεγάλη μονοκατοικία, απέκτησαν τρία παιδιά και στις γιορτές γέμιζαν το σπίτι τους με κόσμο.
Ο Θεμιστοκλής με σταθερότητα ναυτιλομένου συνέχιζε με τα πεκάν.
Τα δέντρα ψήλωναν χρόνο με τον χρόνο. Το χωράφι άλλαζε μορφή. Την Άνοιξη γέμιζε πράσινο φως. Το καλοκαίρι οι κορμοί μοσχοβολούσαν υγρασία και χώμα. Το φθινόπωρο τα φύλλα χρύσιζαν σαν παλιές εικόνες.
Οι χωριανοί στην αρχή τον κορόιδευαν. Ύστερα άρχισαν να τον ρωτούν.
Το πεκάν έγινε μόδα.
Έλεγαν πως είναι πιο δυνατό κι από το αμύγδαλο. Πως έχει αντιοξειδωτικά. Πως στην Αμερική το πουλάνε πανάκριβα. Νέοι αγρότες άρχισαν να φυτεύουν κι αυτοί από λίγα δέντρα ο καθένας.
Κι ο Θεμιστοκλής ένιωθε δικαιωμένος.
Μα τα βράδια, όταν επέστρεφε στο σπίτι, η σιωπή τον περίμενε στην πόρτα.
Καμιά φορά στεκόταν στην αυλή και κοιτούσε τα φωτισμένα σπίτια του χωριού. Άκουγε γέλια, πιάτα, φωνές παιδιών.
Έπειτα γύριζε μέσα.
Τα χρόνια πέρασαν όπως περνά το νερό στο αυλάκι: αθόρυβα.
Το πεκάν είχε πλέον αποδώσει.
Τα δέντρα ήταν θεόρατα. Άπλωναν βαριές φυλλωσιές και κάθε φθινόπωρο οι καρποί έπεφταν κατά χιλιάδες στο χώμα. Έμποροι έρχονταν από την Αθήνα. Διατροφολόγοι έγραφαν άρθρα για την αξία του καρπού. Κάποιοι μάλιστα αποκαλούσαν το πεκάν «χρυσό καρύδι».
Ένα πρωινό του Νοέμβρη, ο μπάρμπα-Σταύρος πέρασε από το κτήμα.
Είχε γεράσει πολύ. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει τελείως και περπατούσε αργά.
—Ήρθα να αγοράσω λίγα πεκάν, είπε χαμογελώντας. Η γιατρός της κόρης μου λέει πως κάνουν καλό στην καρδιά.
Ο Θεμιστοκλής τον κέρασε καφέ κάτω από τα δέντρα.
Για λίγη ώρα μιλούσαν για σοδειές, για βροχές, για τιμές αγοράς.
Ύστερα ο Θεμιστοκλής ρώτησε ξαφνικά:
—Εκείνη η κοπέλα… η Ειρήνη… τι απέγινε;
Ο προξενητής τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλά.
—Εκείνη; Καλά είναι. Παντρεύτηκε έναν τυροκόμο. Έχουν τρία παιδιά. Ζουν στην Καλαμάτα, σε ωραίο σπίτι.
Ο Θεμιστοκλής έμεινε σιωπηλός.
Ο αέρας κουνούσε αργά τα φύλλα πάνω από τα κεφάλια τους.
—Κρίμα, είπε τελικά χαμηλόφωνα. Ήταν καλή περίπτωση.
Ο μπάρμπα-Σταύρος δεν απάντησε.
—Αλλά τι να το κάνεις… συνέχισε ο Θεμιστοκλής. Χρειαζόμουν χρόνο για να αποδώσει το πεκάν.
Τότε ο γέρος προξενητής χαμογέλασε πικρά.
Η διαπίστωση έπεσε βαριά.
Το απόγευμα, αφού έφυγε ο μπάρμπα-Σταύρος, περπάτησε μόνος του ανάμεσα στα δέντρα. Οι καρποί έσπαγαν κάτω από τα παπούτσια του. Τα πεκάν είχαν γίνει ακριβώς όπως τα είχε ονειρευτεί: δυνατά, παραγωγικά, πολύτιμα.
Μόνο που τώρα κατάλαβε κάτι που δεν χωρούσε σε γεωπονικά βιβλία.
Υπάρχουν πράγματα που αν αργήσεις να τα ζήσεις, χάνονται ακόμη κι αν έρθει η κατάλληλη στιγμή.
Στάθηκε κάτω από το μεγαλύτερο δέντρο και ακούμπησε στον κορμό του.
Τα πεκάν του θα ζούσαν εκατό χρόνια ακόμη. Ίσως και περισσότερα.
Θα έδιναν καρπούς σε ανθρώπους που δεν είχαν γεννηθεί ακόμη.
Μα εκείνος είχε ήδη ξοδέψει τη ζωή του περιμένοντας να έρθει η κατάλληλη ώρα για να αρχίσει....
Και η ώρα αυτή, χωρίς να το καταλάβει, είχε πλέον περάσει.
Από μακριά ακούστηκαν παιδικές φωνές από το χωριό.
Ο Θεμιστοκλής σήκωσε το βλέμμα προς τον δρόμο, σαν να περίμενε κάποιον.
Μα δεν ερχόταν κανείς.
Μόνο ο αέρας περνούσε μέσα από τα φύλλα των πεκάν, κάνοντας έναν ήχο βαθύ και μακρινό, σαν ψίθυρο σε παραμύθι. Έναν χρόνο αργότερα, ο Θεμιστοκλής ταξίδεψε ήσυχα και ήρεμα, καθώς καθόταν κάτω από ένα πεκάν και η καρδιά του προσπαθούσε να σπάσει το κέλυφος σε ένα πολύ σκληρό καρύδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου