Η νότια Μεσσηνία του 1950 ξυπνούσε με το λάλημα του πετεινού και κοιμόταν με το καντήλι αναμμένο μπροστά στο εικονοστάσι. Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι μετρούσαν τον πλούτο όχι μόνο με τα στρέμματα και τις ελιές, αλλά και με την τιμή, την πίστη και τον λόγο τους. Τα χωριά μοσχοβολούσαν ασβέστη, βασιλικό και φρεσκοζυμωμένο ψωμί. Οι γυναίκες άπλωναν τα λευκά υφαντά στις αυλές, οι άνδρες έφευγαν χαράματα για τα χωράφια με το μουλάρι, κι από τα καμπαναριά ακουγόταν η καμπάνα σαν να ευλογούσε κάθε καινούρια μέρα.
Στο μεγαλύτερο αρχοντικό του χωριού κατοικούσε ο κυρ Ανέστης. Ήταν ευσεβής γαιοκτήμονας, άνθρωπος που είχε τελειώσει το σχολαρχείο, μα περισσότερο από τα γράμματα αγαπούσε τον νόμο του Θεού. Δεν υπήρχε Κυριακή που να μη σταθεί ευλαβικά στο στασίδι του, ούτε βράδυ που να μη διαβάσει λίγες γραμμές από το Ψαλτήρι πριν σβήσει το λυχνάρι.
Ο Θεός όμως του είχε δώσει και βαρύ σταυρό.
Η γυναίκα του είχε φύγει νέα από ανίατη αρρώστια, αφήνοντάς του στα χέρια τη μοναχοκόρη τους, την Ελπηνίκη. Από τότε ο κυρ Ανέστης έγινε και πατέρας και μητέρα. Δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα. Δεν σκέφτηκε δεύτερο γάμο, ούτε λογάριασε τη μοναξιά του.
Η ζωή του είχε ένα μόνο κέντρο.
Την κόρη του.
Καμία νύχτα δεν ξάπλωνε πριν ακούσει την πόρτα του δωματίου της να κλείνει απαλά. Περίμενε ώσπου να περάσει λίγη ώρα, να βεβαιωθεί πως αποκοιμήθηκε, κι έπειτα έκανε τον σταυρό του.
«Δόξα σοι ο Θεός...»
ψιθύριζε.
«Φύλαγέ μου το παιδί.»
Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό στο αυλάκι.
Η Ελπηνίκη έγινε μια κοπέλα που όλοι στο χωριό θαύμαζαν. Ψηλή, μελαχρινή, με μάτια ήρεμα σαν τη θάλασσα του Μεσσηνιακού όταν δεν φυσούσε αγέρας. Μα η ομορφιά της δεν ήταν εκείνη που έκανε τους ανθρώπους να τη θυμούνται.
Ήταν η πραότητά της.
Είχε σπουδάσει δασκάλα οικοκυρικών στην Καλαμάτα. Γνώριζε κοπτική και ραπτική, κεντούσε προικιά που έμοιαζαν με έργα τέχνης, έπαιζε μαντολίνο τα καλοκαιρινά δειλινά, ενώ κάθε Κυριακή έψελνε χαμηλόφωνα μαζί με τις γυναίκες της εκκλησίας.
Δεν γελούσε δυνατά.
Δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή.
Η σεμνότητά της έκανε ακόμη πιο φωτεινή την ομορφιά της.
Όταν έκλεισε τα είκοσι πέντε, ο κυρ Ανέστης άρχισε να ανησυχεί .
Εκείνα τα χρόνια οι περισσότερες κοπέλες είχαν ήδη αποκτήσει παιδιά σε αυτή την ηλικία.
Το σαράκι της ευθύνης δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
«Θεέ μου... μόνο να βρω έναν άνθρωπο να την αγαπήσει όπως της πρέπει. Μετά ας πάρεις κι εμένα...»
έλεγε μπροστά στο εικονοστάσι.
Το σπίτι του έγινε στέκι προξενιών.
Είχε στρώσει κόκκινο χαλί στην είσοδο, όχι από επίδειξη, αλλά από σεβασμό στους επισκέπτες. Η πόρτα έμενε πάντα ανοιχτή.
Προξενήτρες μπαινόβγαιναν κρατώντας καλαθάκια με κουλούρια και λουκούμια.
Έρχονταν υποψήφιοι γαμπροί από γειτονικά χωριά.
Δικηγόροι.
Έμποροι.
Γαιοκτήμονες.
Απόφοιτοι γυμνασίου.
Άνθρωποι με χρήματα.
Άνθρωποι με γνωριμίες.
Ο κυρ Ανέστης άκουγε υπομονετικά όλους.
Μιλούσε λίγο.
Παρατηρούσε περισσότερο.
Έβλεπε τον τρόπο που κάποιος καθόταν, που μιλούσε στους μεγαλύτερους, που κοίταζε τις γυναίκες.
Κι έπειτα, όταν έφευγαν, έλεγε μόνο:
«Δεν είναι για το παιδί μου.»
Η Ελπηνίκη ποτέ δεν παραπονέθηκε.
Εμπιστευόταν τον πατέρα της.
Ήξερε πως δεν αναζητούσε πλούτη ούτε τίτλους.
Έψαχνε άνθρωπο.
Ένα απόγευμα, λίγο πριν σημάνει ο εσπερινός, εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Ήταν η θεία του Στρατή.
Κρατούσε μαύρο μαντίλι και στο χέρι ένα μικρό δισάκι.
«Καλώς την κυρά Μαριγώ.»
«Καλώς σας βρήκα, κυρ Ανέστη.»
Κάθισαν στην αυλή κάτω από την κληματαριά.
Ύστερα από λίγες κουβέντες, η γριά πήρε βαθιά ανάσα.
«Ήρθα για προξενιό.»
Ο κυρ Ανέστης την κοίταξε ήρεμα.
«Ποιον έχεις κατά νου;»
«Τον ανιψιό μου... τον Στρατή.»
Το όνομα έμεινε για λίγο μετέωρο στον αέρα.
Ο κυρ Ανέστης γνώριζε τον νέο.
Ορφανός από πατέρα.
Δουλευταράς.
Φτωχός.
Είχε μεγαλώσει με κόπους.
Πρώτα φρόντισε τη μητέρα του.
Ύστερα πάντρεψε την αδελφή του.
Και μόνο όταν εκείνη νοικοκυρεύτηκε, σκέφτηκε τον εαυτό του.
«Έχει λίγα υπάρχοντα...»
είπε διστακτικά η θεία.
«Μα έχει καθαρή ψυχή.»
Ο κυρ Ανέστης δεν αποκρίθηκε αμέσως.
Φώναξε μόνο:
«Ελπηνίκη... έλα παιδί μου.»
Η κοπέλα πλησίασε με το εργόχειρο στα χέρια.
«Η κυρά Μαριγώ ήρθε για τον Στρατή.»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό της.
Ο πατέρας της το πρόσεξε.
«Τον γνωρίζεις;»
«Ναι, πατέρα.»
«Και πού τον γνώρισες;»
Η Ελπηνίκη χαμήλωσε τα μάτια.
«Πηγαίναμε μαζί στο κατηχητικό όταν ήμασταν παιδιά.»
«Και;»
Χαμογέλασε ακόμη περισσότερο.
«Θυμάμαι κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.»
Ο κυρ Ανέστης έσκυψε να ακούσει.
«Ο διάκονος είχε ρωτήσει τα αγόρια πώς πρέπει να φέρεται ένας άνδρας στη γυναίκα του όταν παντρευτεί.»
Η φωνή της έγινε σχεδόν ψίθυρος.
«Όταν ήρθε η σειρά του Στρατή, σηκώθηκε όρθιος και είπε χωρίς να διστάσει:
— Σαν εικόνισμα, κύριε. Στη γυναίκα οφείλουμε την ίδια μας τη ζωή. Παναγία είναι η μητέρα μας.»
Η αυλή βυθίστηκε στη σιωπή.
Μόνο τα τζιτζίκια ακούγονταν.
Ο κυρ Ανέστης ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό.
«Αυτό θυμάσαι τόσα χρόνια;»
Η Ελπηνίκη κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Δεν ήταν μόνο τα λόγια του. Από τότε έβλεπα πώς φρόντιζε τη μητέρα του. Πώς κουβαλούσε ξύλα, πώς δεν άφηνε τη χήρα μάνα του να βγει στα χωράφια. Πώς δούλευε για να σπουδάσει την αδελφή του στη μοδιστρική και ύστερα να την παντρέψει. Δεν μιλούσε πολύ. Μα όσα έλεγε τα έκανε πράξη.»
Η γριά θεία δάκρυσε.
«Έτσι είναι, κόρη μου...»
Ο κυρ Ανέστης δεν απάντησε.
Σηκώθηκε.
Πήγε στο εικονοστάσι.
Άναψε το καντήλι.
Έμεινε ώρα πολλή προσευχόμενος.
Το άλλο πρωί ζήτησε να δει τον Στρατή.
Ο νέος ήρθε ντυμένος με το μοναδικό καλό του κοστούμι.
Τα χέρια του ήταν ροζιασμένα από τη δουλειά.
Στεκόταν αμήχανος στην αυλή.
«Κάθισε, παιδί μου.»
Ο Στρατής κάθισε στην άκρη της καρέκλας.
«Φοβάσαι;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
Κατέβασε το βλέμμα.
«Γιατί είμαι φτωχός.»
Ο κυρ Ανέστης χαμογέλασε.
«Κι άλλο;»
«Φοβάμαι μήπως δεν είμαι άξιος για την κόρη σας.»
Ο ηλικιωμένος τον κοίταξε βαθιά.
«Ξέρεις ποιος είναι πραγματικά φτωχός;»
«...»
«Εκείνος που δεν έχει Θεό μέσα του.»
Ο Στρατής σήκωσε τα μάτια.
«Και ξέρεις ποιος είναι πραγματικά πλούσιος;»
«...»
«Αυτός που σέβεται τη μάνα του.»
Έπειτα ο κυρ Ανέστης τον ρώτησε:
«Αν ποτέ ο Θεός σου χαρίσει γυναίκα, πώς θα της φερθείς;»
Ο νέος έκανε τον σταυρό του.
«Σαν εικόνισμα.»
Τα μάτια του κυρ Ανέστη βούρκωσαν.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως τόσα χρόνια αναζητούσε τον πιο πλούσιο άνθρωπο του τόπου και δεν το γνώριζε.
Όχι εκείνον με τα περισσότερα χωράφια.
Αλλά εκείνον με τη μεγαλύτερη καρδιά.
Ο γάμος έγινε τον Σεπτέμβρη.
Όλο το χωριό στολίστηκε με μυρτιές και δάφνες.
Το μαντολίνο της Ελπηνίκης ακούστηκε για τελευταία φορά στο πατρικό της.
Οι γυναίκες τραγουδούσαν τα παλιά νυφιάτικα.
Οι άνδρες έψηναν τα κρέατα στις αυλές.
Η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα.
Πριν παραδώσει το χέρι της κόρης του στον γαμπρό, ο κυρ Ανέστης τον τράβηξε λίγο παράμερα.
«Στρατή.»
«Ορίστε, πατέρα.»
Ήταν η πρώτη φορά που τον αποκάλεσε έτσι.
«Δεν σου δίνω μόνο την κόρη μου.»
Η φωνή του έτρεμε.
«Σου δίνω όλη μου τη ζωή.»
Ο Στρατής έσκυψε και φίλησε το χέρι του.
Ο κυρ Ανέστης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό.
«Δόξα σοι ο Θεός...»
ψιθύρισε.
Τα χρόνια πέρασαν.
Όσοι γνώριζαν το ζευγάρι έλεγαν πως ποτέ δεν άκουσαν δυνατή κουβέντα στο σπίτι τους.
Ο Στρατής εξακολουθούσε να φιλά κάθε πρωί το χέρι της μάνας του και κάθε βράδυ να περιμένει την Ελπηνίκη να τελειώσει την προσευχή της πριν πέσουν για ύπνο.
Δεν της πρόσφερε πλούτη.
Της πρόσφερε ασφάλεια.
Σεβασμό.
Τρυφερότητα.
Και κάθε χρόνο, την ημέρα του γάμου τους, ο κυρ Ανέστης καθόταν στο ίδιο εκείνο παλιό πεζούλι κάτω από την κληματαριά, έβλεπε την κόρη του να γελά με τα παιδιά της και τον γαμπρό του να τη φροντίζει αθόρυβα, χωρίς επιδείξεις.
Τότε έκλεινε τα μάτια και ευχαριστούσε τον Θεό.
Γιατί είχε καταλάβει πως οι γάμοι δεν στεριώνουν με τα πλούτη, ούτε με τις προίκες, ούτε με τα μεγάλα σπίτια.
Στεριώνουν όταν ο άνδρας βλέπει στη γυναίκα του όχι σαν υπηρέτρια, ούτε ένα στολίδι του σπιτιού, αλλά σαν ιερή παρουσία, πλασμένη «κατ' εικόνα Θεού».
Ένα εικόνισμα που δεν το αγγίζεις με σκληρότητα, δεν το πληγώνεις με λόγια, δεν το αφήνεις να σκονιστεί από την αδιαφορία.
Το κρατάς ψηλά, με ευλάβεια.
Όπως κρατά κανείς στα χέρια του το πιο πολύτιμο κειμήλιο της ψυχής του.
«Οι παλιοί έλεγαν πως το σπίτι δεν στεριώνει με τα πλούτη, αλλά με την ευλάβεια της καρδιάς. Όταν ο ένας βλέπει τον άλλον "σαν εικόνισμα", τότε η αγάπη γίνεται ευλογία και ο γάμος προσευχή.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου