Καθώς ο ήλιος έγερνε στο διάσελο της Ιθώμης και η γη δροσιζόταν στα ποτιστικά της Βαλύρας, η Μαρία και η Βούλα ακούμπησαν στο πέτρινο πεζούλι, στα σύνορα του κήπου τους. Η ημέρα είχε αρχίσει να μαλακώνει. Οι φωνές του χωριού έσβηναν σιγά σιγά και από τα περιβόλια ανέβαινε εκείνη η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος που έκανε τα καλοκαιρινά απογεύματα να μοιάζουν με μικρές γιορτές.
Η Μαρία έβγαλε από την τσέπη της μια χούφτα αμύγδαλα και η Βούλα στραγάλια με σταφίδες.
—Να κόψω κανένα τρυφερό αγγουράκι; ρώτησε η Βούλα.
—Άντε να κόψεις ένα και να το μοιραστούμε, είπε η Μαρία.
Η Βούλα σηκώθηκε, προχώρησε ανάμεσα στα φυτά και, ύστερα από λίγο, γύρισε κρατώντας έναν δροσερό θυσαυρό. Το έκοψε στη μέση και έδωσε το ένα κομμάτι στη φίλη της.
Ήταν τραγανό και γλυκό.
—Να! Τι άλλο θέλουμε, είπε γελώντας η Μαρία, καθώς το έπλυνε με το λάστιχο του ποτίσματος και δρόσισε το στόμα της. Τη γλώσσα μέσα και όχι ξερή από την τρεχάλα που κάθε ημέρα η ζωή μας κυνηγάει αλύπητα.
Γέλασαν και οι δύο.
Και, όπως συμβαίνει στις παλιές φιλίες, από ένα αγγουράκι πέρασαν στις αναμνήσεις και από τις αναμνήσεις σε έναν άνθρωπο που δεν υπήρχε πια, μα είχε αφήσει πίσω του λόγια που δεν γερνούσαν.
Τη γιαγιά Γιαννούλα.
Η γιαγιά Γιαννούλα ζούσε σε ένα ευλογημένο αγροτόσπιτο, απέναντι από το παλιό πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου στη Βαλύρα. Ήταν γελαστός άνθρωπος, γεμάτος καλοσύνη και δοτικότητα. Τα χέρια της ήταν χρυσά. Ό,τι έπιανε, λες και το ευλογούσε ο Θεός.
Κάθε απόγευμα περίμενε να φτάσει το νερό στο αυλάκι μπροστά από τον κήπο της. Μόλις το έβλεπε να κατεβαίνει, έπαιρνε την αξίνα και το οδηγούσε με προσοχή προς το μποστάνι.
Ύστερα έκανε τον σταυρό της και έπιανε τη δουλειά.
Φύτευε όλα τα καλά της καλοκαιρινής γης: ντομάτες, φασολιές, πιπεριές, κολοκύθια και, πάνω απ’ όλα, τις αγαπημένες της αγγουρίτσες.
Κοντά στο ποτάμι της Μαυροζούμενας έκοβε γερά καλάμια, τα καθάριζε προσεκτικά και τα έστηνε όρθια για να στηρίζονται οι φασολιές και οι ντομάτες.
Τις αγγουρίτσες όμως τις άφηνε να απλώνονται χαμηλά, πάνω στο χορτάρι.
Αυτό είχε κινήσει την περιέργεια της μικρής Βούλας.
Θυμήθηκε ένα απόγευμα, όταν ήταν μόλις δέκα χρονών. Είχε σταθεί με τη μητέρα της κοντά στη γιαγιά Γιαννούλα, που με την αξίνα πρόσχωνε το χώμα και γύριζε το νερό στο αυλάκι.
—Γιαγιά, γιατί δεν ανεβάζεις τις αγγουρίτσες στα καλάμια, όπως τις φασολιές;
Η ηλικιωμένη γυναίκα σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε.
—Κάποτε κι εγώ τις ανέβαζα, Βούλα μου. Μα όχι πια.
—Γιατί;
Η γιαγιά ακούμπησε την αξίνα στο χώμα.
—Παρατήρησα, παιδί μου, πως ήταν παραπονεμένες.
Η Βούλα την κοίταξε απορημένη.
—Πώς είναι παραπονεμένες οι αγγουρίτσες;
—Είναι, όταν τις πιέζεις να γίνουν κάτι που δεν τους ταιριάζει.
Και συνέχισε:
—Άλλοτε μου έκαναν μικρά αγγουράκια, πολύ λίγα, και ύστερα ξεραίνονταν. Άλλοτε έβγαζαν μεγάλα, μα ήταν πικρά. Από τότε που τις αφήνω να απλώνονται στο γρασίδι και βάζω μόνο δυο καλάμια για να τις ανασηκώνω λίγο στη ρίζα τους, μου κάνουν έξι και εφτά παιδιά η καθεμιά! Μένουν δροσερές και τα αγγουράκια τους είναι ένα γλύκισμα.
Η μικρή Βούλα γέλασε.
Τότε η γιαγιά Γιαννούλα την κοίταξε στα μάτια.
—Έτσι δεν είναι, Βούλα μου;
Η Βούλα δεν κατάλαβε αμέσως.
—Τι πράγμα, γιαγιά;
—Κι εσένα, άμα σε στήσουν πάνω σε ψηλό καλάμι και σου λένε συνέχεια «διάβαζε, αρίστευε, να γίνεις η καλύτερη», τι θα γίνει;
Η μικρή σώπασε.
—Θα μάθω γράμματα, γιαγιά;
—Μπορεί. Μα μπορεί και να πικραθείς. Αν όμως σε βοηθήσουν με ηρεμία να αγαπήσεις το σχολείο, να αγαπήσεις το διάβασμα και να βρεις μόνη σου τον δρόμο σου, δεν θα προχωρήσεις περισσότερο;
Τα λόγια εκείνα έμειναν μέσα στην καρδιά της Βούλας.
Η μητέρα της, που ήταν άνθρωπος αγχώδης, είχε συνηθίσει να παρακολουθεί κάθε τετράδιο, κάθε μάθημα, κάθε βαθμό. Και ο πατέρας της το ίδιο. Ήθελαν το καλό της, μα πολλές φορές το καλό έμοιαζε με δυσβάστακτο βάρος.
Εκείνο το απόγευμα η μητέρα της Βούλας είχε ακούσει προσεκτικά τα λόγια της γιαγιάς Γιαννούλας.
Δεν είπε τίποτε.
Μόνο δαγκώθηκε.
Από την επόμενη ημέρα, όμως, κάτι άλλαξε.
«Εσύ ξέρεις», έλεγε στη Βούλα. «Σου έχω εμπιστοσύνη».
Και η μικρή Βούλα, αντί να αισθάνεται πως την παρακολουθούν, άρχισε να αισθάνεται πως την εμπιστεύονται.
Πέρασαν τα χρόνια.
Η Βούλα μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε τη δική της οικογένεια. Όμως τα λόγια της γιαγιάς Γιαννούλας δεν έφυγαν ποτέ από μέσα της.
—Τι τις θέλεις κάτω τις αγγουριές; Ανέβασέ τες στα καλάμια να φαίνονται τις έλεγαν οι γείτονες!
Η Βούλα γελούσε.
—Μη με παρεξηγήσεις, Μαρία μου, είπε . Εγώ από τότε έμαθα πως δεν είναι ανάγκη όλα να ανεβαίνουν ψηλά για να καρπίσουν.
Έσκυψε και έκοψε και δεύτερο αγγουράκι.
—Άλλωστε, κοίτα πόσο γλυκά είναι.
Η Μαρία πήρε μια δεύτερη μπουκιά και χαμογέλασε. Ύστερα το βλέμμα της έπεσε στα πρησμένα από την κούραση χέρια της.
—Βούλα…
—Τι;
—Λες να είμαστε κι εμείς λίγο σαν τις αγγουρίτσες;
Η Βούλα γέλασε.
—Εμείς; Τι σχέση έχουμε εμείς με τις αγγουρίτσες;
—Έχουμε. Όλη μέρα τρέχουμε. Δουλειές, παιδιά, νοικοκυριό, υποχρεώσεις… Κανείς δεν μας αφήνει να ξαπλώσουμε λίγο στο χορτάρι.
Η Βούλα έμεινε σιωπηλή.
Κοίταξε τον κήπο. Οι αγγουρίτσες είχαν απλωθεί ήσυχα στο χώμα. Δεν έδειχναν ούτε αδύναμες ούτε λιγότερο όμορφες επειδή δεν σκαρφάλωναν ψηλά.
—Έχεις δίκιο, Μαρία, είπε τελικά. Μερικές φορές φτάνουμε στα όριά μας και ύστερα απορούμε γιατί ο λόγος μας γίνεται πικρός.
Η Μαρία χαμογέλασε.
—Του χρόνου κι εγώ τις δικές μου αγγουρίτσες δεν θα τις ανεβάσω στα καλάμια.
—Κι εμείς;
—Κι εμείς θα κατεβαίνουμε πού και πού από τα καλάμια μας!
Γέλασαν.
Ο ήλιος είχε πια χαθεί πίσω από την Ιθώμη.Η μνήμη όμως είχε μείνει εκεί, στη γιαγιά Γιαννούλα. Το νερό στο αυλάκι κυλούσε αργά και ήσυχα. Κάπου μακριά ακουγόταν ένα κουδούνισμα ζώου και από το παλιό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου έφτανε ο αέρας μυρωμένος από θυμάρι.
—Ξέρεις κάτι, Μαρία;
—Τι;
—Η γιαγιά Γιαννούλα δεν μας έμαθε μόνο πώς να φροντίζουμε τις αγγουρίτσες.
—Τι μας έμαθε;
—Πώς να μεγαλώνουμε ανθρώπους χωρίς να τους πικραίνουμε.
Οι δυο γυναίκες σώπασαν.
Και για μια στιγμή, μέσα στη σιγαλιά του καλοκαιρινού δειλινού, ήταν σαν να άκουσαν το γέλιο της γιαγιάς Γιαννούλας να έρχεται από τον παλιό κήπο.
Ένα γέλιο απλό, καθαρό, γεμάτο σοφία.
Κι έτσι, καθώς νύχτωνε στη Βαλύρα, κατάλαβαν πως μερικές από τις μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής δεν γράφονται σε βιβλία.
Μπορεί να κρύβονται σε έναν κήπο, μέσα σε ένα αυλάκι με νερό, σε δυο καλάμια ακουμπισμένα στο χώμα ή σε μια αγγουρίτσα που αρνείται να ανέβει .
Γιατί, τελικά, δεν χρειάζεται πάντα να στεκόμαστε όρθιοι και ψηλά για να καρπίσουμε.
Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να μας αφήσουν λίγο να ξαπλώσουμε στο χορτάρι.
Και να αναπνεύσουμε.
Κι εμείς, ας ευχηθούμε να μάθουμε να ακούμε περισσότερο ο ένας τον άλλον, να εμπιστευόμαστε αντί να πιέζουμε, να ξεκουραζόμαστε χωρίς ενοχές και να αφήνουμε χώρο στους ανθρώπους που αγαπάμε να ανθίσουν με τον δικό τους τρόπο.
Ας έχουμε υγεία, γαλήνη, αγάπη και ανθρώπους δίπλα μας που να μας θυμίζουν πως δεν χρειάζεται να ανεβαίνουμε πάντα στα ψηλά καλάμια για να αξίζουμε.
Ας κρατήσουμε στη ζωή μας τη σοφία της γιαγιάς Γιαννούλας και ας ευχηθούμε οι δικές μας «αγγουρίτσες» να μεγαλώνουν δροσερές, γλυκές και ελεύθερες.
Να είμαστε καλά, να ανταμώνουμε, να θυμόμαστε και να μοιραζόμαστε όμορφες ιστορίες που μοσχοβολούν χώμα, καλοκαίρι και παλιές αγαπημένες πατρίδες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου