Ἔχουμε ἤδη ὑπογραμμίσει καὶ σὲ προηγούμενο ἄρθρο ὅτι κάθε κίνηση τοῦ Κυρίου μας ἐντάσσεται στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ προκειμένου οἱ μαθητές Του νὰ ἀποφύγουν τὴν περηφάνεια ἀπὸ τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιά (Ἰωάν., στ’ 14-15), ὁ Κύριος «ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν» (Ματθ., ιδ’ 22-23), νὰ πᾶνε, δηλαδή, πρὶν ἀπὸ Αὐτὸν στὴν ἀπέναντι ὄχθη.
Ἔπρεπε, στὴν παροῦσα φάση, νὰ μείνη μακρυὰ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ὥστε καὶ ὁ Ἴδιος νὰ προετοιμαστῇ, μὲ τὴν προσευχή, γιὰ τὸ ἑπόμενο θαῦμα, καὶ ἐκεῖνοι νὰ προετοιμαστοῦν, μὲ τὴν δοκιμασία ποὺ τοὺς ἀναμένει, γιὰ νὰ ἀναφωνήσουν ἐπὶ τέλους ὅτι εἶναι «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός», γεγονὸς πού, παρὰ τὰ πολλὰ καὶ θαυμαστά Του σημεῖα, δυσκολεύονταν νὰ πιστέψουν.
Εἶναι πράγματι θαυμαστὸς ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος προετοιμάζει τοὺς μαθητές Του γι’ αὐτὴν τὴν σωτήρια ἐκ μέρους των ὁμολογία. Δὲν ἐκβιάζει τὴν πίστη των στὴν θεότητά Του, ἀλλὰ τοὺς ὁδηγεῖ σταδιακὰ στὴν ἐνδυνάμωση, ὥστε, ὅταν πλέον τὸ ἔχουν πετύχει, ἡ πίστη των νὰ εἶναι σταθερή. Ὁ Κύριος δὲν ἐπιθυμεῖ οἱ μαθητές Του νὰ σαγηνευθοῦν ἀπὸ τὰ θαύματά Του καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ὡς βασιλιά, ὅπως ἤθελε τὸ πλῆθος, διότι δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νὰ κερδίση ὁ Ἴδιος τὴν ἐπίγεια δόξα, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσουν ἐκεῖνοι τὴν οὐράνια βασιλεία.
Ἔτσι, ἀφ’ ἑνὸς μέν «ὀψίας γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ» προσευχόμενος, ἀφ’ ἑτέρου δέ «τὸ πλοῖον (μὲ τοὺς μαθητὲς) ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων. ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος» (ὅ. π., 23-25). Καὶ ὅταν πλέον κινδύνευαν νὰ καταποντιστοῦν, τότε καὶ μόνον τότε ὁ Κύριος «ἀπῆλθεν πρὸς αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης» (ὅ. π., 25).
Γιατί ὁ Κύριος ἀφήνει τοὺς μαθητές Του νὰ ταλαιπωρηθοῦν τόσες ὧρες; Πράγματι, ἀπὸ τὸ βραδάκι ποὺ προσευχόταν μέχρι τήν «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός» (ὅ. π., 25), ποὺ ἐμφανίστηκε μπροστά των, δηλαδὴ μιὰ ὁλόκληρη νύχτα, πάλευαν οἱ μαθητὲς μὲ τὰ ἄγρια κύματα. Σημειωτέον ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι, ὅπως καὶ οἱ Ῥωμαῖοι, εἶχαν χωρίσει τὴν νύχτα σὲ τέσσερις φυλακές, ποὺ ἡ κάθε μία διαρκοῦσε 3 ὧρες, ἀπὸ τὸ ἑσπέρας, στὶς 6 τὸ ἀπόγευμα, μέχρι τήν «τετάρτη φυλακὴ τῆς νυκτός», στὶς 6 τὸ πρωΐ.
Καὶ ὅμως! Παρ’ ὅτι ὁ Κύριος τοὺς ἄφησε τόσες ὧρες νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὶς δυνάμεις των, οἱ μαθητές Του «ἰδόντες αὐτὸν ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα», ἀρχικά, τοὐλάχιστον, δὲν πίστεψαν ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος, ἀλλά «ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν.» (ὅ. π., 26).
Ὁ Κύριος διαλύει τοὺς φόβους καὶ τὶς ἀμφιβολίες των, μιλῶντας των καὶ ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι. μὴ φοβεῖσθε.» (ὅ. π., 28). Εἶναι ὅμως τόσο μεγάλος ὁ φόβος καὶ ἀκόμη μεγαλύτερη ἡ ἀδυναμία τῆς πίστεως τῶν μαθητῶν, ὥστε ζητοῦν ἐπιπλέον διευκρινίσεις, διὰ στόματος τοῦ Πέτρου. «Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.» (ὅ. π., 28). Ὁ γνωστὸς Πέτρος, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὴν ἀμφιβολία του, τολμάει καὶ ἀνταποκρίνεται στὴν πρόσκληση τοῦ Κυρίου «ἐλθέ», προκειμένου νὰ τὸν συναντήσῃ!
Πῶς ὁ Κύριος νὰ μὴν τὸν ἀνταμείψῃ γιὰ τὸ τόλμημά του! Πράγματι, ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο τῆς ἀσφαλείας του καί «περιεπάτησεν» στὴν θάλασσα τῶν κυμάτων. Καὶ ὅσο ἀντίκρυζε τὸν Κύριο καὶ ἄφησε τὴν ἀγάπη του πρὸς Ἐκεῖνον νὰ τὸν κατευθύνη, τὰ κατάφερε! Μόλις ὅμως κατάλαβε τί πήγαινε νὰ κάνη, μόλις δηλαδὴ πρόταξε τὴν λογική, τότε δειλίασε καί «βλέπων τὸν ἄνεμον ἰσχυρόν, ἐφοβήθη καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων. Κύριε, σῶσόν με.» (ὅ. π., 30). Φανταστῆτε τὴν κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ Πέτρου, μπροστὰ στὸν καταποντισμό του: «Κύριε, σῶσόν με». Μοιάζει μὲ τὴν δική μας κραυγὴ ἀγωνίας σὲ στιγμὲς ἐξαιρετικῆς δυσκολίας, ποὺ νοιώθομε ὅτι ἀνθρωπίνως δὲν ἔχουμε πλέον καμμία χεῖρα βοηθείας.
Ἐκεῖ, ὅμως, ποὺ ὁ Πέτρος καὶ ὅλοι μας ἀπελπιζόμαστε ὅτι πλέον χάθηκε κάθε ἐλπίδα καὶ ἔλλειψε κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια, ὁ Κύριος ἐκτείνει τὸ θεϊκό Του χέρι καὶ μᾶς πιάνει, λέγοντάς μας, ὅπως καὶ στὸν Πέτρο: «ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;» (ὅ. π., 31). Σὰν νὰ μᾶς λέει ὁ Κύριος: Ἀφοῦ γνώριζες ὅτι θὰ σὲ βοηθήσω, γιατί ἔχασες τὸ θάρρος σου, γιατί ὀλιγοπίστησες;
Πράγματι, ἡ βεβαιότητά μας ὅτι ὁ Κύριος θὰ βοηθήσῃ εἶναι μιὰ ἀφανὴς βεβαιότητα, διότι ἡ πίστη μας εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος μὴ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια’ 1). Γιὰ νὰ ἀντικρύσουμε τὰ μὴ βλεπόμενα, δὲν ἐπαρκοῦν ἀσφαλῶς οἱ φυσικοί μας ὀφθαλμοί, ἢ μᾶλλον αὐτοὶ χρειάζονται ἐνίσχυση, ὅπως καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν μαθητῶν, κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Μὲ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς πίστεως ἔβλεπαν καὶ οἱ Ἅγιοί μας καὶ ἐνισχύονταν καὶ στὴν μαρτυρία καὶ στὸ μαρτύριό των. Εἰ δ’ ἄλλως, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀντέξουν!
Πάντως, μόλις ὁ Κύριος ἀνεβαίνει στὸ κλυδωνιζόμενο ἀπὸ τὴν τρικυμία καὶ τοὺς ἀνέμους πλοῖο, ἀμέσως κοπάζουν οἱ ἄνεμοι, τὰ κύματα ἠρεμοῦν: «ἐμβάντων αὐτῶν (τῶν μαθητῶν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο) εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος» (ὅ. π., 32) καὶ μὲ τὸν Κύριο πλοηγὸ ὅλοι φθάνουν μὲ ἀσφάλεια στὸν προορισμό των: «καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ» (ὅ. π., 34).
Ἐν τέλει, ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα νὰ ἀγκυροβολήσωμε σὲ ἀπάνεμο λιμάνι εἶναι ὁ Χριστός μας. Ἐὰν στηριχθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὶς δικές μας δυνάμεις, τὰ κάνομε θάλασσα! Τὸ κλειδί, ἑπομένως, γιὰ τὴν σωτηρία μας εἶναι νὰ ἀφεθοῦμε στὸ ἔλεός Του, μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα, ὅτι Ἐκεῖνος ὄχι μόνον δὲν θὰ μᾶς ἀφήση ποτὲ ἀβοήθητους ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐνισχύση κιόλας, ὥστε νὰ περπατᾶμε ἀκόμη καὶ πάνω στὰ κύματα, χωρὶς νὰ κλυδωνιζώμαστε καὶ χωρὶς νὰ φοβώμαστε!
Ἂς μὴν δειλιάσωμε, λοιπόν, νὰ κατέβωμε ἀπὸ τὸ πλοῖο μας καὶ νὰ βαδίσωμε πάνω στὰ κύματα, προκειμένου νὰ ἔλθωμε πρὸς τὸν Κύριο, ὅπως ὁ Πέτρος! Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὀλιγοψυχήσωμε καὶ κινδυνεύσωμε νὰ καταποντιστοῦμε, Ἐκεῖνος θὰ μᾶς πιάσῃ καὶ θὰ μᾶς στήσῃ καὶ πάλι ὀρθούς, γιὰ νὰ συνεχίσωμε μὲ ἀσφάλεια τὴν πορεία μας, μέχρι τὴν ὁλοκληρωτικὴ συνάντηση μαζί Του, στὴν αἰώνια Βασιλεία. Ἀμήν! Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος - θεολόγος
Ορθόδοξος Πολιτιστικός Σύλλογος ΕΠΑΛΞΕΙΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου