Ο Γιώργης ήταν Αθηναίος από κούνια. Είχε γεννηθεί, μεγαλώσει και σπουδάσει στην Αθήνα, σε μια οικογένεια που αγαπούσε τις παραδόσεις, χωρίς όμως να τις παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Σπούδαζε Νομική το έτος 1980 και ονειρευόταν μια ζωή τακτοποιημένη, ευχάριστη και, ει δυνατόν, χωρίς πολλές εκπλήξεις.
Ώσπου γνώρισε τη Μαίρη.
Η Μαίρη καταγόταν από τη Μεσσηνία και είχε έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει κοπτική-ραπτική σε γνωστή σχολή. Ήταν σεμνή, όμορφη, μετρημένη στα λόγια και στις κινήσεις της. Δεν έκανε θόρυβο για να επιβληθεί. Είχε όμως εκείνη τη σπάνια εσωτερική σταθερότητα ανθρώπου που ξέρει τι θέλει και, κυρίως, τι δεν θέλει.
Ο Γιώργης την ερωτεύθηκε από την πρώτη στιγμή.
Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη.
Και επειδή ο έρωτας, όταν είναι δυνατός, κάνει τον άνθρωπο να θεωρεί εύκολα διαχειρίσιμες ακόμη και τις μεγαλύτερες διαφορές, ο Γιώργης δεν ανησύχησε ιδιαίτερα όταν άρχισε να ανακαλύπτει τον κόσμο της Μαίρης.
Η Μαίρη είχε μεγαλώσει χριστιανικά και παραδοσιακά. Πίστευε στην προσευχή, στη νηστεία, στην εγκράτεια και στα εκκλησιαστικά έθιμα. Δεν ήταν άνθρωπος που τα επέβαλλε στους άλλους. Τα ζούσε η ίδια.
Ο Γιώργης, από την άλλη, πίστευε κυρίως σε δύο πράγματα: στη Μαίρη και στην καλή διάθεση.
Κι έτσι, όταν παντρεύτηκαν, άρχισε η πραγματική γνωριμία.
Γιατί άλλο να αγαπάς έναν άνθρωπο όταν τον συναντάς δύο ώρες την ημέρα κι άλλο να ζεις μαζί του. Μέσα στο ίδιο σπίτι αποκαλύπτονται οι συνήθειες, οι φόβοι, οι εμμονές, τα πιστεύω, οι μικρές ιδιοτροπίες. Ακόμη και τα πιο ασήμαντα πράγματα αποκτούν βαρύτητα.
Η Μαίρη, για παράδειγμα, δεν υπήρχε περίπτωση να συνευρεθεί με άνδρα πριν από τον γάμο. Μετά τον γάμο όμως συνέχιζε να τηρεί με ευλάβεια τις νηστείες του εκκλησιαστικού έτους.
Και τότε ο Γιώργης ανακάλυψε πως ο έρωτας είχε και... πρόγραμμα.
Όταν ερχόταν περίοδος νηστείας, η Μαίρη έμπαινε σε έναν άλλο ρυθμό. Προσευχή, εκκλησία, εγκράτεια, απλά φαγητά. Δεν πίεζε τον άνδρα της. Ήταν διακριτική και χαμογελαστή. Απλώς θεωρούσε αυτονόητο ότι ο καθένας πρέπει να σέβεται τις πεποιθήσεις του άλλου.
Ο Γιώργης, κάθε φορά που άκουγε κάτι που δεν του πολυάρεσε, κουνούσε το κεφάλι και έλεγε τυπικά:
— Ό,τι πεις, αγάπη μου!
Το έλεγε με τόση συνέπεια, ώστε η φράση έγινε σχεδόν το οικογενειακό του έμβλημα.
Κάποια μέρα, όμως, έφτασε η πρώτη Αυγούστου.
Η Μαίρη, καθώς τακτοποιούσε την κουζίνα, του είπε:
— Γιώργη μου, από σήμερα αρχίζει η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου. Θα κάνουμε και τις Παρακλήσεις στην εκκλησία.
Ο Γιώργης σταμάτησε να διαβάζει την εφημερίδα.
— Μάλιστα.
— Στο χωριό μου, συνέχισε εκείνη, οι γυναίκες αυτή την περίοδο ντύνονται πιο σεμνά, νηστεύουν, προσεύχονται και αποφεύγουν τη συζυγική συνεύρεση. Υπάρχει η αντίληψη πως δεν πρέπει να συλληφθεί παιδί σε περίοδο νηστείας ή σε μεγάλη γιορτή. Το λένε «γιορτόπιασμα» και το φοβούνται πολύ.
Ο Γιώργης την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Ό,τι πεις, αγάπη μου!
Την πρώτη ημέρα άντεξε το μενού της ημέρας.
Τη δεύτερη άρχισε να κοιτάζει με καχυποψία το πιάτο του.
Την τρίτη, όταν στο τραπέζι εμφανίστηκαν φασόλια χωρίς λάδι, ελιές και ψωμί, ένιωσε ότι η ζωή τον καλούσε να πάρει μια μεγάλη απόφαση.
Σήκωσε το τηλέφωνο και επικοινώνησε με τον πρώτο του ξάδελφο, τον Αλέξη.
— Αλέξη, θα βγούμε για φαγητό;
Ο Αλέξης ήταν διευθυντής σε μεγάλη επιχείρηση και ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό.
— Βεβαίως! Τι έγινε;
— Θέλω να τα πούμε λίγο.
Βρέθηκαν σε ένα εστιατόριο στο κέντρο.
Ο Αλέξης άκουσε προσεκτικά την ιστορία.
— Δηλαδή, μου λες ότι για δεκατέσσερις μέρες τρως αλάδωτα;
— Αυτό ακριβώς, με εξαίρεση το Σάββατο και την Κυριακή που θα τρώμε λάδι και την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που η Μαίρη το λέει και το ξαναλέει ότι θα μου ψήσει ψάρι!
— Κατάλαβα! Σου ψήνει το ψάρι στα χείλη. Γιώργη, εγώ δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να βγαίνει σε επαγγελματικό γεύμα με έναν Ευρωπαίο αντιπρόσωπο και να του λέει: «Συγγνώμη, εμείς εδώ τρώμε αλάδωτα για δεκατέσσερις ημέρες». Θα μας θεωρήσει υπανάπτυκτους!
Ο Γιώργης χαμογέλασε.
— Η Μαίρη είναι αθλήτρια στα θρησκευτικά.
— Τι να σου κάνω; Εσύ ήθελες παντρειά εδώ και τώρα. Ο γάμος έχει δεσμεύσεις. Εγώ προσωπικά ούτε μία ώρα δεν θα άντεχα στη θέση σου.
Ο σερβιτόρος πλησίασε.
— Τι θα παραγγείλετε;
Ο Γιώργης πήρε τον κατάλογο.
— Μία σαλάτα με dressing χωρίς λάδι, για vegan, και τυρί νηστίσιμο.
Ο Αλέξης τον κοίταξε σαν να είχε μπροστά του έναν άνθρωπο που μόλις είχε αλλάξει θρησκεία.
— Εγώ θα πάρω μια μπριζόλα στα κάρβουνα με πατάτες.
Λίγο αργότερα, η μπριζόλα έφτασε αχνιστή και μυρωδάτη.
Ο Αλέξης έφαγε με όρεξη.
Ο Γιώργης έφαγε τη σαλάτα του.
Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.
Ο Γιώργης αισθάνθηκε ανάλαφρος.
Δεν πεινούσε. Δεν ένιωθε στερημένος. Αντίθετα, είχε μια παράξενη καθαρότητα στο μυαλό. Ο Αλέξης, ύστερα από λίγη ώρα, έγειρε πίσω στην καρέκλα του.
— Μου έπεσε βαριά η μπριζόλα.
Παρήγγειλε μια σόδα.
Ο Γιώργης τον κοίταξε και χαμογέλασε.
Στο μυαλό του άρχισε να σχηματίζεται μια σκέψη που δεν είχε ξανακάνει.
Ίσως τελικά το φαγητό να ήταν μεγαλύτερη δέσμευση απ' όσο νόμιζε. Ίσως ο άνθρωπος να μπορούσε να γίνει σκλάβος όχι μόνο των επιθυμιών του, αλλά και της συνήθειάς του να τις ικανοποιεί αμέσως.
Δεν είπε τίποτε στον Αλέξη.
Γύρισε στο σπίτι αργά το απόγευμα.
Η Μαίρη τον περίμενε.
— Συγγνώμη, Γιώργη μου, του είπε λίγο διστακτικά. Ξέρω πως σου είναι δύσκολο. Απόψε μπορούμε τουλάχιστον να κοιμηθούμε αγκαλιά. Απλώς... θα κρατάμε ο ένας το χεράκι του άλλου.
Ο Γιώργης την κοίταξε.
Για πρώτη φορά δεν αισθάνθηκε ότι υποχωρούσε.
Δεν αισθάνθηκε ότι θυσιαζόταν.
Αισθάνθηκε ότι επέλεγε.
Την πλησίασε, τη φίλησε απαλά στο μέτωπο και της έπιασε το χέρι και είπε.
— Ό,τι πεις, αγάπη μου!
Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να αποφύγει τη συζήτηση ούτε να κρατήσει τα προσχήματα.
Το είπε επειδή, μέσα του, είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως ο γάμος δεν είναι να κερδίζει ο ένας και να υποχωρεί ο άλλος.
Είναι να μαθαίνουν δύο άνθρωποι να περπατούν μαζί.
Κάποτε, μάλιστα, σκέφτηκε ο Γιώργης, μπορεί να μη συμφωνούν ούτε για το λάδι, ούτε για τη μπριζόλα, ούτε για τις νηστείες.
Αλλά αν στο τέλος κρατούν με ειλικρίνεια και αγάπη ο ένας το χέρι του άλλου, ίσως να έχουν ήδη συμφωνήσει στα πιο σημαντικά, σε μια κοινή πορεία ζωής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου