Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Σοφία Μπεκρῆ: Ἡ σταυρικὴ πορεία


Ἀκούσαμε τὴν περασμένη Κυριακή, πρὸ τῆς Ὑψώσεως, στὸ Εὐαγγέλιο (Ἰωάν. γ’ 13-17), γιὰ ποιόν λόγο ὑψώθηκε ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρό: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχη ζωὴν αἰώνιον.»  (ὅ. π., γ’ 16)

Πράγματι, αὐτὸ εἴπαμε ὅτι εἶναι τὸ μήνυμα τοῦ Σταυροῦ. Ὅπως ὑψώθηκε ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρό, ὑπακούοντας στὸ θέλημα τοῦ Πατρός Του γιὰ τὴν δική μας σωτηρία, ἔτσι νὰ γινώμαστε καὶ ἐμεῖς ἀληθινὰ σταυρικοὶ ἄνθρωποι, μὲ ὑπακοὴ καὶ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ θυσιαστικὴ προσφορὰ πρὸς τὸν ἀδελφό μας. Ἔτσι ἔπραξαν καὶ οἱ πρῶτοι «σταυράνθρωποι» κοντὰ στὸν Κύριο, ἡ Παναγία μητέρα του, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ στὴν συνέχεια ὅλοι μας οἱ Ἅγιοι. 

Στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς μετὰ ἀπὸ τὴν Ὕψωση (Μάρκ., η’ 34 - θ’ 1), ὁ Κύριος, σὲ συνέχεια τοῦ προηγουμένου μηνύματος, καλεῖ τοὺς μαθητές Του καὶ κατὰ συνέπεια ὅλους μας νὰ κάνουμε συγκεκριμένα βήματα, γιὰ νὰ κερδίσωμε τὴν διὰ τοῦ Σταυροῦ σωτηρία μας. Ναί, ἔτσι εἶναι: ἡ σωτηρία μας περνάει πλέον μέσα ἀπὸ τὸν Σταυρό. Χρειάζεται ἀγώνας, γιὰ νὰ κερδίσωμε ξανὰ τόν «χαμένο» Παράδεισο, τὸν ὁποῖο μᾶς στέρησε ἡ πτώση τοῦ πρώτου Ἀδάμ, καὶ νὰ ἀποκτήσωμε τὴν αἰώνιο ζωή, τὴν ὁποία κατὰ βάθος ὅλοι ποθοῦμε καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ προσπαθήσωμε. 

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ, κατ’ ἀρχάς, νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ κάλεσμά Του: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν» (Μάρκ., η’ 34). Αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀπόφαση χρειάζεται νὰ τὴν πάρουμε ἐλεύθερα: «ὅστις θέλει...» Ἐὰν δὲν εἶναι προϊὸν ἐλευθερίας καὶ ὑπεύθυνης στάσης ἡ ἀπόφασή μας νὰ ἀκολουθήσωμε τὸν Κύριο, νὰ συσταυρωθοῦμε δηλαδὴ ἀλλὰ καὶ νὰ συναναστηθοῦμε μαζί Του, τότε εἶναι πολὺ πιθανὸ ὅτι θὰ κάνωμε πίσω μὲ τὶς πρῶτες δυσκολίες. 

Δὲν εἶναι, βεβαίως, εὔκολη ἡ ἀπόφαση νὰ σταυρώσῃ κανεὶς τὸ θέλημα του, νὰ ξερριζώσῃ ἀπὸ μέσα του τὸν κακό του ἑαυτό, «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (πρὸς Γαλάτας ε’ 24), μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες καὶ ἐπιθυμίες του, ποὺ ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ βαπτισμένου καὶ χαριτωμένου μὲ τήν «βοῦλα» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνθρώπου. 

Στὴν πραγματικότητα, χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιμένῃ διαρκῶς καὶ νὰ ἀνθίσταται σθεναρὰ σὲ ὅ τι τὸν κρατάῃ δέσμιο στό «παρὰ φύσιν», στὴν ἁμαρτία, καὶ νὰ ἀγωνίζεται, μὲ τὴν συνεχῆ μετάνοια, γιὰ τὴν ἀνανέωση τῆς θείας χάριτος, ὥστε νὰ εὐοδωθῇ ὁ ἀγώνας του. 

Πάντως, ἡ ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσωμε τὸν Κύριο, ὑπακούοντας στὴν προτροπή Του νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὸν κακὸ ἑαυτό μας πρὸς χάριν τῆς σωτηρίας μας («ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν...»), ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα γιὰ τὴν ἀπόκτησή της. Αὐτὴ ἡ ἡρωϊκὴ ἀπόφαση ὁδηγεῖ στὴν συνέχεια τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνῃ τὸ δεύτερο ἀποφασιστικὸ βῆμα, γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό: νὰ ἄρῃ τὸν σταυρό του. Αὐτὸ πρακτικὰ σημαίνει νὰ ὑπομείνῃ μὲ ἐγκαρτέρηση καὶ μὲ χαρά, -ναί, μὲ χαρά- τὶς δυσκολίες, τὶς θλίψεις καὶ τὰ δεινὰ τοῦ βίου του. 

Οὔτε αὐτὸ τὸ δεύτερο βῆμα εἶναι εὔκολο. Ὅμως, ὁ σταυρωμένος χριστιανὸς ἔχει συμπαραστάτη καὶ βοηθὸ τοῦ βίου του τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο, τὸν πρῶτο διδάξαντα, Ἐκεῖνον πού, ἂν καὶ ἀναμάρτητος, ὑπέμεινε ἀκόμη καὶ τὸν ταπεινωτικό, πλὴν ὅμως λυτρωτικὸ γιὰ ἐμᾶς σταυρικὸ θάνατο. 

Ἔχοντας, λοιπόν, ὁ σταυρωμένος πιστὸς σταθερὰ προσηλωμένο τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή του, ἀντλεῖ θάρρος καὶ δύναμη νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα του, προχωρῶντας καὶ στὸ τρίτο, ἐξ ἴσου κρίσιμο καὶ σημαντικὸ βῆμα: νὰ ἀκολουθῇ τὸν Κύριο, βαδίζοντας μὲ σταθερότητα καὶ συνέπεια στὴν σταυρική του πορεία. Ἐὰν δὲν κάνωμε καὶ αὐτὸ τὸ βῆμα, τότε δὲν εἴμαστε ὁλοκληρωμένοι «σταυροί» καὶ ἡ θυσία μας δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Κύριο, διότι Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου», εἶπε, συγχρόνως, καί «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.» (Μάρκ., ιβ’ 30-31). 

Ἂς μὴν λησμονοῦμε, λοιπόν, οὔτε νὰ ὑποβαθμίζωμε, ὡς τάχα μὴ σημαντική, τὴν «δευτέραν ταύτην ἐντολήν», πόσο μᾶλλον ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ τελική μας κρίση θὰ γίνῃ ἐμπράκτως, μὲ βάση τὴν ἀγάπη ποὺ ἐπιδείξαμε ἢ ὄχι στὴν ἐπίσης σταυρικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, στὸν συν-αδελφό μας (Ματθ. κε’ 31-46). 

Δὲν εἶναι, ἀλήθεια, κρῖμα νὰ κάνωμε τόσες προσευχές, τόσα κομποσκοίνια, τόσες γονυκλισίες γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ νὰ ἀφήνωμε τὸν ἀδελφό μας ἀπ’ ἔξω, νὰ μὴν δείχνωμε ἀγάπη καὶ κατανόηση γι’ αὐτόν; Δὲν εἶναι κρῖμα γιὰ μερικὰ φτηνὰ καὶ τιποτένια ἀνταλλάγματα, ποὺ στὴν ἁμαρτωλή μας μικρότητα μοιάζουν μεγάλα, νὰ χάσωμε, τελικά, τὴν ἀκριβοπληρωμένη μὲ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου ψυχή μας; «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ., η’ 36-37). 

Ἐάν, ὅμως, σκεφθοῦμε τὸ ἀληθινό μας συμφέρον καὶ ἀξιολογήσωμε σοβαρὰ τὴν σωτηρία μας, τότε θὰ ἀναφωνήσωμε καὶ ἐμεῖς, ὅπως ὁ Παῦλος, στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι. ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Πρὸς Γαλάτας, β’ 19). 

Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτόν, γιὰ τὴν ἀπόκτηση δηλαδὴ τῆς πολυπόθητης σωτηρίας μας, χρειάζεται νὰ κάνωμε, ὁπωσδήποτε, καὶ τὰ τρία βήματα, ποὺ στὴν οὐσία ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη, βασική μας θέληση: τὴν δική μας, καταδική μας, ἐλεύθερη καὶ ξεκάθαρη ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσωμε ὄχι τοὺς κάθε λογῆς ὑποσχόμενους τὴν σωτηρία μας, τοὺς καὶ τελικὰ σταυρωτές μας, ἀλλὰ τὸν μόνον ἀληθινὸ Σωτῆρα, τὸν Σταυρωθέντα, Ἀναστάντα καὶ χαριζόμενο καὶ σὲ ἐμᾶς τὴν Ἀνάσταση Κύριό μας. 

Γι’ αὐτό, στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς μετὰ ἀπὸ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ Κύριος μᾶς τονίζει μὲ νόημα: «ὅς ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν.» Ἐὰν δέν «ἀπολέσωμε τὴν ψυχή μας ἕνεκεν τοῦ χριστοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου του» (Μάρκ., η’ 35), ἐλπίδα σωτηρίας δὲν ἔχομε. Ἐὰν δέν «ἄρωμε τὸν σταυρό» μας, σταυρώνοντας τὸ ἐγώ μας καὶ ἐπιτελῶντας μὲ ὑπομονὴ καὶ συνέπεια τὸ θέλημά Του, δὲν θὰ δοῦμε φῶς ἀναστάσεως. Ἐὰν δὲν ζήσωμε «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» (Πρὸς Τίτον, β’ 12), μὴν περιμένομε νὰ ἀναστηθοῦμε στὸν μέλλοντα αἰῶνα. 

Στὴν πραγματικότητα, καλούμαστε νὰ ἤμαστε καὶ νὰ παραμένωμε ὀρθοὶ καὶ στὴν πίστη, καὶ στὴν ζωὴ καὶ στὴν πολιτεία μας. Ἔτσι καὶ μόνον ἔτσι πορευόμενοι, ὡς ὁλοκληρωμένοι σταυρικοὶ ἄνθρωποι, θὰ ἀξιωθοῦμε, σὺν θεῶ Τριαδικῷ, νὰ ἀπολαύσωμε καὶ τὸ θεῖο δῶρο τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀμήν! Γένοιτο!                     

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Ορθόδοξος Πολιτιστικός Σύλλογος ΕΠΑΛΞΕΙΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: