Ο ήλιος έγερνε πίσω από το διάσελο της Ιθώμης, βάφοντας τον ορίζοντα με πορφυρά και χρυσαφένια χρώματα, καθώς ο μπάρμπα-Γιώργος ανηφόριζε το στενό σοκάκι προς το κτήμα του. Ήταν εκείνες οι μέρες του Οκτώβρη, που το Φθινόπωρο άρχιζε να ψιθυρίζει τα πρώτα του κρύα και η φύση στη Βαλύρα ετοιμαζόταν για τον Χειμώνα. Στο χέρι του κρατούσε έναν κουβά με φρεσκοσβησμένο, μοσχοβολιστό ασβέστη και μια χοντρή βούρτσα από τρίχα.
Πίσω του ακολουθούσε ο δεκάχρονος εγγονός του, ο μικρός Γιώργης, που είχε την τύχη να φέρει το όνομά του, γεμάτος απορία.
«Παππού, γιατί κουβαλάμε τον ασβέστη; Θα βάψουμε το σπίτι;» ρωτούσε ξανά και ξανά το παιδί.
Ο γέροντας χαμογέλασε, άνοιξε την ξύλινη καγκελόπορτα του κτήματος και στάθηκε μπροστά στα δέντρα του. Εκεί, στη σειρά, περίμεναν οι λεμονιές, οι πορτοκαλιές, οι μανταρινιές, οι ροδιές και οι αχλαδιές.
«Όχι, παλικάρι μου», απάντησε ο μπάρμπα-Γιώργος με φωνή γεμάτη ζεστασιά. «Απόψε θα ντύσουμε τις νυφούλες της Βαλύρας. Είναι ένα έθιμο και μια ανάγκη που μας έμαθαν οι δικοί μας παππούδες, κι εκείνοι από τους δικούς τους».
Ο γέροντας γονάτισε, βούτηξε τη βούρτσα στον κάτασπρο πολτό και με σταθερές, ευλαβικές κινήσεις άρχισε να βάφει τον κορμό μιας λεμονιάς, από τη ρίζα μέχρι εκεί που άνοιγαν τα πρώτα κλαδιά. Το λευκό του ασβέστη έλαμψε στο απογευματινό φως, κάνοντας το δέντρο να μοιάζει σαν να φόρεσε γιορτινό ένδυμα.
«Κοίταξε γύρω σου, Γιώργη μου», είπε ο παππούς, δείχνοντας τους διπλανούς κήπους και τους μπαξέδες του χωριού. Παντού, το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε Φθινόπωρο και κάθε Άνοιξη. Οι χωριανοί έβαφαν επιλεκτικά τους κορμούς των οπωροφόρων και ορισμένα κλαδιά τους, μεταμορφώνοντας τη γη της Βαλύρας σε ένα απέραντο, ολοζώντανο νυφοπάζαρο.
«Αυτό το λευκό φόρεμα, παιδί μου, δεν είναι μόνο για την ομορφιά», εξήγησε ο μπάρμπα-Γιώργος, καθώς ο μικρός συνονόματος παρακολουθούσε μαγεμένος. «Είναι η ασπίδα τους. Τώρα το Φθινόπωρο, ο ασβέστης μπαίνει στις σχισμές του φλοιού και διώχνει τα έντομα που θέλουν να κρυφτούν εκεί για να γεννήσουν τα αβγά τους. Κι όταν σφίξουν τα βαριά κρύα και οι παγωνιές του Χειμώνα, αυτό το φόρεμα κρατά τον κορμό ζεστό, προστατεύοντάς τον από το να σκάσει. Κι ύστερα, την Άνοιξη, πριν σφίξουν οι μεγάλες ζέστες, θα τις ξαναντύσουμε νύφες. Το λευκό χρώμα θα διώχνει τις καυτές ακτίνες του καλοκαιρινού ήλιου, προστατεύοντας τα δέντρα μας από τα ηλιοεγκαύματα, ενώ θα κρατά μακριά και τους μύκητες που φέρνει η υγρασία».
Ο μικρός Γιώργης άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τον βαμμένο κορμό. Ήταν ακόμα υγρός, αλλά έμοιαζε τόσο καθαρός, σχεδόν ιερός.
Ξαφνικά, το βλέμμα του παιδιού έπεσε στην άκρη του κτήματος. Εκεί στεκόταν μια αιωνόβια ελιά. Ο κορμός της, ροζιασμένος, γεμάτος βαθιές κουφάλες και σχήματα που σμίλεψε ο χρόνος, παρέμενε σκούρος, ανέγγιχτος από τη βούρτσα του παππού.
«Παππού, γιατί αφήσαμε την ελιά παραπονεμένη; Αυτή δεν θα τη ντύσουμε νύφη;»
Ο μπάρμπα-Γιώργος στάθηκε όρθιος, σκούπισε το μέτωπό του και κοίταξε το αρχαίο δέντρο με απέραντο σεβασμό.
«Α, οι υπερήφανες χρυσελιές της Βαλύρας, Γιώργη μου, δεν θέλουν νυφικά. Αυτές καμαρώνουν μέσα στο αιώνιο κορμί τους, ακριβώς έτσι όπως τους το χάρισε η μάνα φύση. Έχουν τον δικό τους τρόπο να παλεύουν με τον χρόνο, τον ήλιο και το κρύο. Το δέρμα τους είναι σκληρό σαν την ψυχή του τόπου μας, δεν πάσχει από καυτά Καλοκαίρια ή παγωμένους Χειμώνες. Στέκονται εκεί, σαν αρχόντισσες και φύλακες, να βλέπουν τις μικρότερες νυφούλες—τις πορτοκαλιές, τις λεμονιές και τις ροδιές—να στολίζονται».
Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν και ο κόσμος προχώρησε. Όμως, αν περπατήσει κανείς ακόμα και σήμερα στους κήπους, στους μπαξέδες και στα κτήματα της Βαλύρας, κάθε Φθινόπωρο και κάθε Άνοιξη θα αντικρίσει το ίδιο θαύμα. Οι άνθρωποι του μόχθου συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή την παράδοση. Ανάμεσα στις αγέρωχες, σκουρόχρωμες χρυσελιές, οι λεμονιές, οι ροδιές , οι πορτοκαλιές κια οι μανταρινιές φορούν πεισματικά το κατάλευκο φόρεμά τους, θυμίζοντας σε όλους τις παντοτινές, αγνές «νυφούλες» της Μεσσηνιακής γης.
Μια ευχή
Σε όλους τους ακούραστους φροντιστές της γης, που με τα ροζιασμένα χέρια τους κρατούν ζωντανές τις παραδόσεις και τις ομορφιές του τόπου μας, ευχόμαστε από καρδιάς καλή σοδειά και ευλογημένους κόπους! Είθε οι μπαξέδες να είναι πάντα γεμάτοι καρπούς, οι «νυφούλες» γερές και προστατευμένες, και οι υπερήφανες ελιές να χαρίζουν απλόχερα το χρυσάφι τους για πολλά ακόμα χρόνια. Υγεία και δύναμη από καρδιάς σε όλους !
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου