Φωτό: Pinterest
Κάτω στον τρανό τον κάμπο της Βαλύρας, εκεί όπου απλώνεται ο εύφορος Μεσσηνιακός κάμπος ανάμεσα στον Ταΰγετο και στις εκβολές του Παμίσου, μεγάλωσε κάποτε ένα παιδί που έμελλε να μείνει αξέχαστο σε όσους το γνώρισαν. Ήταν ο Λάκης, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι γύρω στα 1950, τότε που η ζωή κυλούσε πιο αργά και οι άνθρωποι ζούσαν σε βαθιά αρμονία με τη φύση.
Ο μικρός Λάκης από πολύ νωρίς γνώρισε τη ζωή του βοσκού. Κάθε πρωί, πριν ακόμη ο ήλιος σηκωθεί ψηλά πάνω από τον Ταΰγετο, έπαιρνε το ραβδί του και οδηγούσε το κοπάδι της οικογένειάς του προς τα λιβάδια του κάμπου. Τα πρόβατα απλώνονταν αργά στα χορτάρια, ενώ εκείνος περπατούσε δίπλα τους ακούγοντας τους ήχους της γης: το θρόισμα των καλαμιών, το τραγούδι των πουλιών και το χαμηλό μουρμούρισμα του ποταμού.
Στις όχθες του Παμίσου, μέσα στους καλαμιώνες που λικνίζονταν με τον αέρα, γνώρισε τους πρώτους του δασκάλους. Ήταν οι παλιοί βοσκοί του τόπου, άνθρωποι λιγομίλητοι αλλά γεμάτοι σοφία. Με τα χρόνια και τις κακουχίες χαραγμένα στα πρόσωπά τους, γνώριζαν καλά τη γη, τα ζώα και τα μυστικά της φύσης.
Από αυτούς ο μικρός Λάκης έμαθε πολλά. Έμαθε να προβλέπει τον καιρό από τον άνεμο, να ψαρεύει στον Πάμισο, να καλλιεργεί τη γη, αλλά κυρίως έμαθε μια τέχνη που θα τον συντρόφευε σε όλη του τη ζωή: την κατασκευή και το παίξιμο της ποιμενικής φλογέρας.
Για τους βοσκούς της Μεσσηνίας η φλογέρα δεν ήταν απλώς ένα μουσικό όργανο. Ήταν σύντροφος στις μοναχικές ώρες του κάμπου, παρηγοριά στη σιωπή των μεσημεριών και χαρά στις μικρές παρέες των βοσκών. Ήταν, όπως έλεγαν οι παλιοί, η φωνή του κάμπου.
Η κατασκευή της φλογέρας άρχιζε πάντοτε με την επιλογή του σωστού καλαμιού. Οι έμπειροι βοσκοί γνώριζαν ότι το καλύτερο ήταν το τρίχρονο καλάμι, δηλαδή εκείνο που είχε μείνει τρία χρόνια στη ρίζα του και είχε ωριμάσει καλά. Το καλάμι αυτό είχε αποκτήσει σκληρότητα και αντοχή, δεν σχιζόταν εύκολα και μπορούσε να δώσει καθαρό και γεμάτο ήχο.
Η κοπή του γινόταν συνήθως τον χειμώνα. Τότε το φυτό είχε λιγότερους χυμούς και το καλάμι διατηρούσε καλύτερα τη δύναμή του. Οι βοσκοί περπατούσαν στους καλαμιώνες του Παμίσου και διάλεγαν προσεκτικά τα κομμάτια που ήταν ίσια, χωρίς πληγές και με ομοιόμορφο πάχος. Με ένα κοφτερό μαχαίρι το έκοβαν χαμηλά και το κρατούσαν σαν πολύτιμο υλικό.
Το επόμενο βήμα ήταν ο καθαρισμός του καλαμιού. Στο εσωτερικό του υπάρχουν κόμποι που χωρίζουν την κοιλότητά του σε μικρά τμήματα. Για να γίνει φλογέρα έπρεπε να δημιουργηθεί ένας ενιαίος σωλήνας. Οι βοσκοί άναβαν φωτιά και έβαζαν να πυρώσει μια σιδερένια βέργα. Όταν το σίδερο κοκκίνιζε, το περνούσαν μέσα από το καλάμι και έκαιγαν τους εσωτερικούς κόμπους, δημιουργώντας μια καθαρή και λεία δίοδο.
Αφού καθάριζαν το καλάμι, διαμόρφωναν το επάνω μέρος του, εκεί όπου φυσά ο παίχτης. Με έναν σουγιά έκαναν ένα λοξό κόψιμο στην άκρη του καλαμιού, σχηματίζοντας μια λεπτή κόψη. Το σημείο αυτό λειτουργούσε σαν «χείλος». Όταν ο αέρας χτυπούσε πάνω του, χωριζόταν στα δύο και δημιουργούσε τον χαρακτηριστικό ήχο της φλογέρας.
Έπειτα ακολουθούσε το πιο λεπτό στάδιο της κατασκευής: το άνοιγμα των τρυπών. Η παραδοσιακή καλαμένια φλογέρα έχει συνήθως έξι τρύπες στην μπροστινή πλευρά, τις οποίες κλείνουν τα δάχτυλα και των δύο χεριών. Οι αποστάσεις τους δεν υπολογίζονταν με όργανα μέτρησης αλλά με το ίδιο το χέρι του κατασκευαστή. Ο βοσκός τοποθετούσε τα δάχτυλά του πάνω στο καλάμι και σημάδευε τα σημεία όπου θα άνοιγε τις τρύπες ώστε να πέφτουν φυσικά κάτω από τα δάχτυλα όταν παίζεται το όργανο.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η λεγόμενη πίσω τρύπα. Αυτή βρισκόταν στο πίσω μέρος της φλογέρας και κλεινόταν από τον αντίχειρα τού επάνω χεριού. Τοποθετούνταν περίπου ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη μπροστινή τρύπα στο επάνω μέρος της φλογέρας. Ο αντίχειρας άνοιγε και έκλεινε αυτή την τρύπα βοηθώντας στο παίξιμο των ψηλότερων φθόγγων και στο λεγόμενο υπερφύσημα, δηλαδή στη μετάβαση στην ψηλότερη ηχητικά οκτάβα του οργάνου.
Οι τρύπες ανοίγονταν με πυρωμένο σίδερο. Το καυτό μέταλλο έκαιγε απαλά τις ίνες του καλαμιού χωρίς να τις σχίζει και δημιουργούσε καθαρές και στρογγυλές οπές. Οι βοσκοί άνοιγαν πρώτα μικρές τρύπες και έπειτα δοκίμαζαν τον ήχο. Αν κάποια νότα ακουγόταν χαμηλή, ξαναζέσταιναν το σίδερο και μεγάλωναν ελάχιστα την τρύπα μέχρι να πετύχουν το σωστό ύψος.Τις τρύπες τις καθάριζαν προσεκτικά με έναν σουγιά.
Όταν ολοκληρωνόταν το άνοιγμα των τρυπών, ακολουθούσε το κούρδισμα. Ο βοσκός φυσούσε στη φλογέρα και δοκίμαζε διαδοχικά τους φθόγγους ανοίγοντας και κλείνοντας τις τρύπες με τα δάχτυλα. Το κούρδισμα γινόταν μόνο με το αυτί και την εμπειρία.
Τέλος, για να προστατευτεί το καλάμι από την υγρασία της αναπνοής, το περνούσαν εσωτερικά με λίγο ελαιόλαδο. Ένα μικρό πανί δεμένο σε βέργα περνούσε μέσα από το καλάμι και το λάδι έκλεινε τους πόρους του υλικού, κάνοντας τον ήχο πιο καθαρό και λαμπερό.
Ο μικρός Λάκης παρακολουθούσε αυτή τη διαδικασία με θαυμασμό και σιγά σιγά έμαθε να κατασκευάζει μόνος του φλογέρες. Με τα χρόνια έγινε τόσο επιδέξιος που πολλοί βοσκοί του κάμπου ζητούσαν τη βοήθειά του.Επίσης κεντούσε με πυρογραφία διάφορα σχήματα επάνω στις φλογέρες του.
Μα ακόμη πιο θαυμαστό ήταν το παίξιμό του.
Τα απογεύματα, όταν ο ήλιος έγερνε προς τον Μεσσηνιακό κόλπο και ο κάμπος βυθιζόταν σε μια γλυκιά ησυχία, ο Λάκης καθόταν κοντά στο ποτάμι και έπαιζε τη φλογέρα του. Ο ήχος απλωνόταν πάνω από τα χωράφια και ταξίδευε ανάμεσα στις λεύκες, στους ευκάλυπτους και στα ελαιόδενδρα.
Λένε πως πολλές φορές ακόμη και τα πουλιά σώπαιναν για να τον ακούσουν.
Σε εκείνες τις στιγμές οι παλιοί βοσκοί τραγουδούσαν και ένα παλιό τραγούδι της Μεσσήνης (Νησί) που αγαπούσαν ιδιαίτερα:
Έτσι κυλούσαν τα χρόνια στον κάμπο της Βαλύρας. Ο Λάκης μεγάλωσε, μα δεν ξέχασε ποτέ όσα έμαθε από τους παλιούς βοσκούς. Με τον καιρό έγινε κι ο ίδιος δάσκαλος για τους νεότερους.
Τους έδειχνε πώς να φτιάχνουν φλογέρες από καλάμι, πώς να ψαρεύουν στον Πάμισο, πώς να αγαπούν τη γη και να σέβονται τη φύση.
Ανάμεσα σε εκείνα τα παιδιά ήταν και ο Βαλυραίος καθηγητής βιολογίας και ιστοριοδίφης κ. Ιωάννης Δ. Λύρας, ο οποίος συχνά αναφέρει πως ένας από τους ανθρώπους που σημάδεψαν την παιδική του ηλικία ήταν ο κ. Λάκης.
Χάρη σε ανθρώπους σαν κι αυτόν, οι μικρές παραδόσεις του τόπου δεν χάθηκαν. Και κάθε φορά που ακούγεται μια καλαμένια φλογέρα στον κάμπο της Μεσσηνίας, είναι σαν να επιστρέφει για λίγο εκείνη η παλιά εποχή, τότε που ένας μικρός βοσκός έμαθε να μετατρέπει ένα απλό καλάμι σε τραγούδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου