Εισαγωγή
Η Εκκλησία αποτελεί ένα μοναδικό θεανθρώπινο σώμα μέσα στην ιστορία. Από τη μία πλευρά φέρει το θείο στοιχείο, καθώς ιδρύθηκε από τον Ιησού Χριστό και ζωοποιείται διαρκώς από το Άγιο Πνεύμα. Από την άλλη πλευρά, συγκροτείται από ανθρώπους, οι οποίοι, παρά την κλήση τους προς αγιασμό, παραμένουν φορείς αδυναμιών, παθών και περιορισμών. Αυτή η διττή πραγματικότητα συνιστά το θείο και το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας, δύο όψεις αλληλένδετες και αδιαχώριστες, οι οποίες καθορίζουν την πορεία της μέσα στον κόσμο (Meyendorff, 1983).
Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, παγκοσμιοποίηση, πολιτισμικές μεταβολές, κρίση θεσμών και αναζήτηση νέων μορφών νοήματος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Εκκλησία καλείται να διατηρήσει αλώβητη τη θεία της ταυτότητα, ενώ παράλληλα να εκφράσει με σύγχρονο τρόπο τη σωτηριολογική της αποστολή. Το ζητούμενο δεν είναι η προσαρμογή στο πνεύμα του κόσμου, αλλά η μεταμόρφωση του κόσμου διά της παρουσίας του Χριστού. Γι’ αυτό η Εκκλησία καλείται να είναι «εν τω κόσμω», χωρίς να γίνεται «εκ του κόσμου» (Ιω. 17:14-16).
Το θείο πρόσωπο της Εκκλησίας
Η θεία διάσταση της Εκκλησίας θεμελιώνεται στο γεγονός ότι αυτή αποτελεί το Σώμα του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος παρουσιάζει την Εκκλησία ως οργανική ενότητα με κεφαλή τον Χριστό (Εφ. 1:22-23). Η ζωή της δεν εξαρτάται από ανθρώπινες δυνάμεις ή οργανωτικές δομές, αλλά από τη χάρη του Θεού, η οποία ενεργεί μέσα στα μυστήρια και τη λειτουργική της ζωή.
Κέντρο της εκκλησιαστικής ύπαρξης παραμένει η Θεία Ευχαριστία. Μέσα από αυτήν οι πιστοί μετέχουν στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού και συγκροτούνται σε κοινότητα αγάπης και ενότητας (Ζηζιούλας, 1993). Η Ευχαριστία δεν αποτελεί απλώς μια θρησκευτική τελετή, αλλά τη φανέρωση της Βασιλείας του Θεού μέσα στην ιστορία.
Παράλληλα, η Εκκλησία διαφυλάσσει την αποκεκαλυμμένη αλήθεια μέσω της Αγίας Γραφής, της Ιεράς Παραδόσεως και της διδασκαλίας των Πατέρων. Σε μια εποχή σχετικισμού και αμφισβήτησης κάθε αντικειμενικής αλήθειας, η Εκκλησία καλείται να διατηρήσει ανόθευτο το Ευαγγελικό μήνυμα, χωρίς να υποκύπτει σε πιέσεις εκκοσμίκευσης (Lossky, 1976).
Επιπλέον, η θεία διάσταση της Εκκλησίας εκφράζεται μέσα από τον εσχατολογικό της προσανατολισμό. Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα συχνά εγκλωβίζεται σε μια καθαρά υλιστική αντίληψη της ζωής. Η Εκκλησία υπενθυμίζει ότι ο τελικός προορισμός του ανθρώπου δεν είναι η φθορά και ο θάνατος, αλλά η κοινωνία με τον Θεό και η αιώνια ζωή (Ware, 1997).
Το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας
Παρά τη θεία της προέλευση, η Εκκλησία δρα μέσα στην ιστορία μέσω ανθρώπων. Κληρικοί και λαϊκοί αποτελούν μέλη του ιδίου σώματος και συμμετέχουν στην κοινή πορεία προς τη σωτηρία. Ωστόσο, η ανθρώπινη φύση φέρει αδυναμίες, οι οποίες πολλές φορές τραυματίζουν την εκκλησιαστική μαρτυρία.
Στη σύγχρονη εποχή, σκάνδαλα, φαινόμενα γραφειοκρατίας, πνευματικός αυταρχισμός και ελλείψεις ποιμαντικής ευαισθησίας δημιουργούν αποστάσεις μεταξύ Εκκλησίας και κοινωνίας. Οι αδυναμίες αυτές δεν αναιρούν την αγιότητα της Εκκλησίας, αλλά υπενθυμίζουν ότι η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά δωρεά του Θεού (Florovsky, 1972).
Ταυτόχρονα, το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας εκφράζεται μέσα από την κοινωνική και φιλανθρωπική της δράση. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, πανδημιών, πολεμικών συγκρούσεων και μεταναστευτικών ρευμάτων, η Εκκλησία καλείται να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που υποφέρει. Η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της χριστιανικής ταυτότητας (Ματθ. 25:35-40).
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η ψηφιακή παρουσία της Εκκλησίας. Η τεχνολογία προσφέρει νέες δυνατότητες επικοινωνίας και κατήχησης, ιδίως προς τους νέους ανθρώπους. Ωστόσο, η διαδικτυακή δραστηριότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική σχέση και τη ζωντανή εμπειρία της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η ψηφιακή πραγματικότητα αποτελεί εργαλείο και όχι σκοπό.
Η σύνθεση του θείου και του ανθρωπίνου προσώπου
Η γνησιότητα της εκκλησιαστικής μαρτυρίας αναδεικνύεται όταν το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο συνυπάρχουν αρμονικά. Η Εκκλησία καλείται να προσφέρει το θείο πρόσωπό της –τη μεταμόρφωση, τη χάρη και την ελπίδα– μέσα από το ανθρώπινο πρόσωπό της –την κατανόηση, την αλληλεγγύη και την αγάπη.
Η σύνθεση αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο πρόσωπο του ποιμένα. Ο ιερέας δεν καλείται να παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν αλάθητο και απρόσιτο άνθρωπο, ούτε να καλλιεργεί μια εικόνα επίγειας τελειότητας. Αντίθετα, καλείται να βιώνει την ταπείνωση του Χριστού και να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους ως αδελφός και συνοδοιπόρος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η ποιμαντική διακονία θεμελιώνεται στην αγάπη και στη θυσία και όχι στην εξουσία (Chrysostom, 1983). Ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να εμπιστευθεί μορφές αυθεντίας που προβάλλουν ανωτερότητα. Αντίθετα, συγκινείται από την αυθεντικότητα, την ειλικρίνεια και την ταπεινή διακονία.
Ο ιερέας, όπως κάθε άνθρωπος, είναι θνητός, περιορισμένος και ευάλωτος. Η ιεροσύνη δεν καταργεί την ανθρώπινη φύση του αλλά την καθαγιάζει. Όπως ο αναστημένος Χριστός διατήρησε τα σημάδια των ήλων στο δοξασμένο σώμα Του, έτσι και ο ποιμένας παραμένει φορέας της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά ταυτόχρονα μάρτυρας της αναστάσιμης ελπίδας.
Στην εξομολόγηση, για παράδειγμα, ο πνευματικός δεν ενεργεί ως δικαστής αλλά ως ιατρός των ψυχών. Στηρίζει τον μετανοούντα με διάκριση και αγάπη, προσφέροντας τη θεία συγχώρηση μέσα από ανθρώπινη κατανόηση. Στο πένθος, δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διαβεβαιώσεις, αλλά συμμετέχει στον πόνο των ανθρώπων, προσφέροντας συγχρόνως την ελπίδα της Ανάστασης.
Παρόμοια, η παρουσία του κληρικού στα νοσοκομεία, στις φυλακές, στα ιδρύματα και στις κοινωνικές δομές φανερώνει ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας αφηρημένος θεσμός αλλά μια ζωντανή κοινότητα αγάπης. Εκεί όπου ο άνθρωπος βιώνει την εγκατάλειψη, η Εκκλησία καλείται να γίνεται σημείο παρουσίας του Θεού.
Η Εκκλησία ως Θεανθρώπινος Οργανισμός
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως έναν απλό θρησκευτικό οργανισμό ούτε ως έναν κοινωνικό θεσμό ανάμεσα σε άλλους. Πρόκειται για τον θεανθρώπινο οργανισμό, μέσα στον οποίο συνεχίζεται η παρουσία του Αναστημένου Χριστού στην ιστορία. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως «τον Θεάνθρωπο Χριστό παρατεινόμενο εις τους αιώνας», υπογραμμίζοντας ότι η ζωή της Εκκλησίας είναι η ίδια η ζωή του Χριστού, η οποία μεταδίδεται στους πιστούς διά του Αγίου Πνεύματος (Popović, 1978).
Η πραγματικότητα αυτή σημαίνει ότι το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο δεν βρίσκονται σε ανταγωνισμό αλλά σε κοινωνία. Όπως στο πρόσωπο του Χριστού οι δύο φύσεις ενώνονται «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως», έτσι και στην Εκκλησία η θεία χάρη αγιάζει την ανθρώπινη φύση χωρίς να την καταργεί (Meyendorff, 1983). Η Εκκλησία είναι συγχρόνως ουράνια και επίγεια, αιώνια και ιστορική, αγία και αποτελούμενη από ανθρώπους που αγωνίζονται για τον αγιασμό τους.
Η δυναμική αυτή εκφράζεται ιδιαίτερα στη λειτουργική ζωή. Η Θεία Ευχαριστία δεν αποτελεί απλή ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου, αλλά πραγματική είσοδο της Εκκλησίας στη Βασιλεία του Θεού, όπου ο χρόνος συναντά την αιωνιότητα (Ζηζιούλας, 1993).
Ο ποιμένας ως εικόνα του Χριστού και όχι ως υποκατάστατός Του
Ιδιαίτερα στον 21ο αιώνα, ο ποιμένας καλείται να ανακαλύψει εκ νέου το ήθος της διακονίας. Η ιεροσύνη αποτελεί δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αλλά δεν καταργεί την ανθρώπινη φύση του κληρικού ούτε τον καθιστά αλάνθαστο. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος ομολογεί ότι «ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ. 4:7), δηλαδή η θεία χάρη ενεργεί μέσα σε εύθραυστους ανθρώπους.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο ποιμένας οφείλει να προηγείται του ποιμνίου με το παράδειγμα της ζωής του και όχι με την επιβολή εξουσίας (Chrysostom, 1983). Η ποιμαντική εξουσία δεν είναι κυριαρχία αλλά σταυρική διακονία.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα παρατηρείται συχνά ο πειρασμός του «ιερατικού κληρικαλισμού», δηλαδή της αντίληψης ότι ο ιερέας αποτελεί μια απρόσιτη αυθεντία. Μια τέτοια στάση όμως δυσκολεύει τη συνάντηση με τον άνθρωπο της εποχής μας. Ο πιστός αναζητεί πνευματικό πατέρα και όχι διοικητικό προϊστάμενο.
Ο ποιμένας δεν καλείται να παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν «επίγειο Χριστό». Ο Χριστός είναι ο μόνος Μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων (Α΄ Τιμ. 2:5). Ο ιερέας είναι λειτουργός των Μυστηρίων και εικόνα του Χριστού μέσα στη λατρεία, όχι όμως αντικαταστάτης Του. Όσο περισσότερο φανερώνει την ταπείνωσή του, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η δύναμη της Θείας Χάριτος.
Η αυθεντική ποιμαντική δεν φοβάται να δείξει την ανθρώπινη αδυναμία. Όταν ο ιερέας παραδέχεται τα όριά του, ζητά συγγνώμη όταν σφάλλει και συμπορεύεται με τους ανθρώπους στις δυσκολίες τους, τότε γίνεται αληθινός μάρτυρας της Αναστάσεως. Η ανθρώπινη φύση του παραμένει φθαρτή, αλλά φωτίζεται από την ελπίδα της Αναστάσεως, όπως ολόκληρη η Εκκλησία.
Η ταπείνωση ως η μεγαλύτερη ποιμαντική αρετή
Ίσως η μεγαλύτερη ανάγκη της Εκκλησίας στον 21ο αιώνα να μην είναι η ανάπτυξη νέων οργανωτικών δομών αλλά η ανανέωση του ήθους της ταπεινώσεως.
Ο Κύριος δίδαξε τους μαθητές Του:
«Ὃς ἂν θέλῃ μέγας γενέσθαι ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. 20:26).
Η ποιμαντική εξουσία είναι διακονία και όχι προνόμιο. Ο κληρικός δεν υψώνεται πάνω από το ποίμνιο· γονατίζει μαζί του μπροστά στον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό.
Γι' αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει ότι ο ποιμένας πρέπει να υπερέχει όχι στην επιβολή αλλά στην αγάπη, στη μακροθυμία και στη θυσιαστική προσφορά (Chrysostom, 1983).
Οι σύγχρονοι Άγιοι ως πρότυπα ποιμαντικής
Η σύγχρονη εποχή προσφέρει σπουδαία παραδείγματα ποιμένων που κατόρθωσαν να ενώσουν το θείο με το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης προσέγγιζε κάθε άνθρωπο με λεπτότητα, διάκριση και ανεπιτήδευτη αγάπη. Δεν επέβαλλε κανόνες χωρίς διάκριση, αλλά οδηγούσε τις ψυχές στον Χριστό μέσω της ελευθερίας και της προσωπικής σχέσης.
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συνδύαζε τη βαθιά ασκητική ζωή με το χαμόγελο, την απλότητα και την κατανόηση των προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου. Χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν κοντά του όχι έναν αυστηρό κριτή αλλά έναν στοργικό πατέρα.
Παρόμοια, ο Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ δίδασκε ότι ο ποιμένας πρέπει να βαστάζει μέσα στην προσευχή του ολόκληρο τον κόσμο, μιμούμενος την αγάπη του Χριστού προς κάθε άνθρωπο.
Τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι η αγιότητα δεν απομακρύνει τον ποιμένα από τον κόσμο· αντίθετα, τον καθιστά περισσότερο προσιτό, περισσότερο ανθρώπινο και περισσότερο ικανό να φανερώνει τη χάρη του Θεού.
Η Εκκλησία ως κοινότητα σχέσεων και όχι ως θεσμός εξουσίας
Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα δεν απορρίπτει κατ' ανάγκην τον Θεό· συχνά απορρίπτει μια εικόνα της Εκκλησίας που φαίνεται απρόσιτη, τυπική ή εξουσιαστική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν συγκροτήθηκε για να λειτουργεί ως μηχανισμός διοίκησης αλλά ως ευχαριστιακή κοινότητα προσώπων. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν οικοδομείται πάνω στην εξουσία αλλά πάνω στην κοινωνία της αγάπης, όπως αυτή αποκαλύπτεται στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος (Ζηζιούλας, 1993).
Η ποιμαντική διακονία, επομένως, δεν είναι πρωτίστως διοικητικό έργο αλλά σχέση. Ο πιστός χρειάζεται να αισθανθεί ότι ο ποιμένας τον γνωρίζει προσωπικά, προσεύχεται γι' αυτόν και συμμερίζεται τους αγώνες του. Η σχέση αυτή δεν δημιουργεί εξάρτηση από τον ποιμένα, αλλά οδηγεί σε βαθύτερη κοινωνία με τον Χριστό.
Ο Άγιος Πορφύριος συνήθιζε να λέει ότι «ο Χριστός δεν πιέζει κανέναν· στέκεται έξω από την πόρτα και χτυπά», υπογραμμίζοντας ότι η αγάπη σέβεται πάντοτε την ανθρώπινη ελευθερία. Αυτή η ποιμαντική αρχή παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.
Η Εκκλησία ενώπιον των προκλήσεων του 21ου αιώνα
Η Εκκλησία καλείται σήμερα να διαλεχθεί με ζητήματα που οι προηγούμενες γενιές δεν αντιμετώπισαν στον ίδιο βαθμό. Η βιοηθική, η γενετική μηχανική, η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιακή ταυτότητα και οι οικολογικές κρίσεις απαιτούν σοβαρό θεολογικό προβληματισμό.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή της Εκκλησίας στην καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης. Ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος αλλά οικονόμος της δημιουργίας. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος συνιστά πνευματικό πρόβλημα, καθώς διαταράσσει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και την κτίση (Bartholomew, 2012).
Επιπλέον, η Εκκλησία οφείλει να αναπτύξει γνήσιο διάλογο με τους νέους. Πολλοί νέοι απομακρύνονται όχι επειδή απορρίπτουν τον Χριστό, αλλά επειδή δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη ζωντανή παρουσία Του μέσα στις εκκλησιαστικές δομές. Η αυθεντικότητα, η διαφάνεια και η αίσθηση συμμετοχής μπορούν να συμβάλουν στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης.
Η πρόκληση συνίσταται στην αποφυγή δύο άκρων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η πλήρης εκκοσμίκευση, η οποία μετατρέπει την Εκκλησία σε κοινωνικό οργανισμό χωρίς πνευματικό περιεχόμενο. Από την άλλη βρίσκεται η απομόνωση από τον κόσμο, η οποία οδηγεί σε αυτάρκεια και αδυναμία επικοινωνίας με τον σύγχρονο άνθρωπο. Η Ορθόδοξη εκκλησιολογία προτείνει τη δημιουργική παρουσία μέσα στον κόσμο, χωρίς απώλεια της πνευματικής ταυτότητας.
Καταληκτική σκέψη
«Το μέλλον της Εκκλησίας δεν θα κριθεί από την κοινωνική της ισχύ, ούτε από την τεχνολογική της παρουσία, ούτε από την οργανωτική της αποτελεσματικότητα. Θα κριθεί από το κατά πόσο οι άνθρωποι θα μπορούν, συναντώντας τους ποιμένες και τα μέλη της, να αναγνωρίζουν το πρόσωπο του Χριστού. Όταν η ταπείνωση υπερνικά την αυταρέσκεια, όταν η διακονία αντικαθιστά την εξουσιομανία και όταν η αγάπη γίνεται ο μοναδικός τρόπος ποιμαντικής παρουσίας, τότε το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας γίνεται διαφανές στη χάρη του Θεού. Έτσι, το θείο πρόσωπο της Εκκλησίας δεν επιβάλλεται αλλά αποκαλύπτεται· δεν εντυπωσιάζει αλλά μεταμορφώνει· δεν κυριαρχεί αλλά σώζει.»
Συμπέρασμα
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Εκκλησία δεν είναι οι εξωτερικές προκλήσεις αλλά η απώλεια της αυθεντικής μαρτυρίας της. Όταν οι ποιμένες λησμονούν ότι είναι διάκονοι και όχι άρχοντες, τραυματίζεται το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας. Όταν όμως υπηρετούν με ταπείνωση, διάκριση και αγάπη, τότε το θείο πρόσωπο της Εκκλησίας λάμπει μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία.
Όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, «ὅταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι» (Β΄ Κορ. 12:10). Μέσα σε αυτή την παράδοξη δύναμη της ταπεινώσεως αναδεικνύεται η αληθινή αποστολή της Εκκλησίας στον 21ο αιώνα: να μαρτυρεί τον Αναστάντα Χριστό όχι με κοσμική ισχύ αλλά με τη δύναμη της αγάπης.
Επίλογος
Το θείο και το ανθρώπινο πρόσωπο της Εκκλησίας αποτελούν δύο αλληλένδετες διαστάσεις της ίδιας πραγματικότητας. Η Εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη Θεία Χάρη που τη ζωοποιεί, ούτε όμως μπορεί να μαρτυρήσει αποτελεσματικά το Ευαγγέλιο χωρίς την ανθρώπινη παρουσία των μελών της.
Στον 21ο αιώνα η Εκκλησία καλείται να παραμείνει πιστή στην αποστολή της, προσφέροντας την αλήθεια του Χριστού με γλώσσα κατανοητή και στάση διακονίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί αυθεντικούς μάρτυρες και όχι απρόσιτους εκπροσώπους θρησκευτικής εξουσίας. Η ταπεινή ποιμαντική, η κοινωνική ευαισθησία, η λειτουργική ζωή και η εσχατολογική ελπίδα αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής παρουσίας στον κόσμο.
Η Εκκλησία θα συνεχίσει να αποτελεί φως και ελπίδα για τον άνθρωπο μόνο εφόσον κατορθώσει να είναι πράγματι «εν τω κόσμω», χωρίς να γίνεται «εκ του κόσμου», φανερώνοντας το θείο πρόσωπό της μέσα από τη γνήσια ανθρώπινη μαρτυρία των μελών της.
Ευχές
Ολοκληρώνοντας την παρούσα μελέτη, ευχόμαστε όλοι εμείς οι πιστοί ο λαός του Θεού να πορευόμαστε εν μετανοία, εν αγάπη και εν ενότητι, ώστε να γινόμαστε ζωντανά μέλη του Σώματος του Χριστού. Ευχόμαστε προς τους σεβαστούς ποιμένες της Εκκλησίας μας να τους χαρίζει ο Πανάγαθος Θεός υγεία, φωτισμό, διάκριση, ταπείνωση και πνευματική δύναμη, ώστε να διακονούν το ποίμνιο με το παράδειγμα της θυσιαστικής αγάπης του Χριστού. Ευχόμαστε επίσης προς το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας να αξιωθούμε όλοι να βιώνουμε τη χαρά της Αναστάσεως, να ενισχυόμαστε στους αγώνες της καθημερινότητας και να πορευόμαστε «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4:13), δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό στους αιώνες.
Βιβλιογραφία
Bartholomew. (2012). On Earth as in Heaven: Ecological Vision and Initiatives of Ecumenical Patriarch Bartholomew. Fordham University Press.
Chrysostom, J. (1983). On the Priesthood (G. A. Stegman, Trans.). St. Vladimir's Seminary Press.
Florovsky, G. (1972). Bible, Church, Tradition: An Eastern Orthodox View. Nordland Publishing.
Lossky, V. (1976). The Mystical Theology of the Eastern Church. St. Vladimir's Seminary Press.
Meyendorff, J. (1983). Byzantine Theology: Historical Trends and Doctrinal Themes. Fordham University Press.
Ware, K. (1997). The Orthodox Church. Penguin Books.
Ζηζιούλας, Ι. Δ. (1993). Το Είναι ως Κοινωνία. Δόμος.
-Λόγος Θείου Φωτός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου