Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Μαστίχα Χιώτικη

 



Τη δεκαετία του ’70, ο εξάχρονος Κωνσταντίνος μεγάλωνε στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Οι γονείς του εργάζονταν εκεί και η ζωή τους κυλούσε ανάμεσα στο σχολείο, στο κρύο, στις τακτοποιημένες πολυκατοικίες και στις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες.

Μα για τον Κωνσταντίνο το καλοκαίρι είχε άλλη πατρίδα.

Ήταν η Βαλύρα.

Εκεί τον περίμεναν οι παππούδες, τα ξαδέλφια, οι φίλοι του χωριού και, πάνω απ’ όλα, ο παππούς Γιώργος. Ο πατέρας της μητέρας του τον λάτρευε. Παρόλο που το παιδί είχε πάρει το όνομα του άλλου παππού, ο αείμνηστος παππούς Γιώργος τον θεωρούσε τον δικό του μικρό βασιλιά.

Τα καλοκαίρια ήταν γεμάτα παιχνίδι, ποδήλατα, ατέλειωτες βόλτες και μπάνια στη Μπούκα, στη Μεσσήνη. Το νερό, η ζέστη, η μυρωδιά από τα ξερά χόρτα και τα σύκα που ωρίμαζαν στα δέντρα ήταν για τον Κωνσταντίνο ένας κόσμος ολόκληρος.

Εκείνο όμως το καλοκαίρι κάτι είχε αλλάξει.

Ο Κωνσταντίνος είχε έρθει στο χωριό σκεπτικός και ολιγομίλητος. Δεν έτρεχε όπως άλλοτε να βρει τα ξαδέλφια του. Δεν ζητούσε αμέσως να πάει για μπάνιο. Καθόταν και κοιτούσε πότε τα σύννεφα, πότε τον δρόμο και πότε τα χέρια του.

Ένα απόγευμα καθόταν στη βεράντα απέναντι από τον παππού Γιώργο και έτρωγε βανίλια με το κουτάλι μέσα σε ένα ποτήρι με κρύο νερό.

Ο παππούς τον παρατηρούσε ώρα.

—Τι έχεις, Κωνσταντίνε μου;

Το παιδί άργησε να απαντήσει.

—Παππού...

—Τι συμβαίνει;

Ο Κωνσταντίνος πήρε μια μεγάλη κουταλιά βανίλια και την άφησε να λιώσει στο στόμα του.

—Θέλω να παντρευτώ.

Ο παππούς Γιώργος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά χαμογέλασε.

—Μάλιστα. Και ποια είναι η τυχερή;

—Η Μαίρη.

—Α, η Μαίρη! Και γιατί δεν την παντρεύεσαι;

—Δεν με αφήνουν οι γονείς μου. Μου είπαν να μεγαλώσω πρώτα.

Ο παππούς έγνεψε σοβαρά, σαν να συζητούσαν για μια μεγάλη οικογενειακή υπόθεση.

—Έχουν ένα δίκιο κι αυτοί...

Ο μικρός χαμήλωσε τα μάτια.

—Εγώ όμως θέλω να την αγκαλιάσω.

—Ε, αυτό μπορείς να το κάνεις όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή.

—Και θέλω να της δώσω κι ένα ρουφηχτό φιλί. Σαν αυτά που δίνουν στην ασπρόμαυρη τηλεόραση.

Ο παππούς έβαλε τα γέλια, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει.

—Και τι σε φοβίζει;

—Μήπως θυμώσει. Μήπως δεν με αγαπήσει περισσότερο. Μήπως δεν μου ξαναμιλήσει.

Ο παππούς Γιώργος έσκυψε προς το μέρος του.

—Άκου να σου πω, Κωνσταντίνε μου. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Για ένα τέτοιο φιλί χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία.

Ο μικρός άνοιξε διάπλατα τα μάτια.

—Τι προετοιμασία;

—Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεσαι... μαστίχα Χιώτικη.

—Έχω!

—Τι έχεις;

—Η μαμά έχει ένα πακετάκι μέσα στην τσάντα της.

—Όχι αυτή, βρε παιδί μου! Αυτή είναι επεξεργασμένη και τυλιγμένη με ζάχαρη. Εγώ μιλάω για την πραγματική. Αυτή που βγαίνει από το δέντρο.

Ο Κωνσταντίνος έμεινε συλλογισμένος.

—Και πού θα τη βρω;

—Να κάνεις υπομονή. Να περάσεις καλά με τα ξαδέλφια σου, να κάνεις τα μπάνια σου, να παίξεις και θα την παραγγείλουμε.

Ο μικρός όμως δεν εγκατέλειψε την έρευνα.

—Παππού, κι αν τη φιλήσω χωρίς να μασήσω Χιώτικη μαστίχα, τι θα συμβεί;

Ο παππούς σοβάρεψε.

—Τι θα συμβεί; Δεν θα έχει γλύκα το φιλί. Θα είναι πικρό στο στόμα της κοπέλας σου και δεν θα θέλει να την ξαναφιλήσεις.

Ο Κωνσταντίνος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή.

Ίσως τελικά ο παππούς να ήξερε πολλά για τον έρωτα....

Οι μέρες πέρασαν. Τα μπάνια στη Μπούκα διαδέχονταν το ένα το άλλο, οι βόλτες με τα ξαδέλφια γέμιζαν τα απογεύματα και ο Κωνσταντίνος, χωρίς να το καταλάβει, ξέχασε για λίγο τη μεγάλη του υπόθεση.

Ώσπου πλησίασε ο Δεκαπενταύγουστος.

Οι γονείς του θα επέστρεφαν σύντομα στη Ζυρίχη, καθώς τελείωναν οι άδειες εργασίας τους. Η γιαγιά Κωνσταντίνα αποφάσισε να ζυμώσει τσουρέκια για το ταξίδι.

Το πρωί, η κουζίνα μοσχοβολούσε.

Ο Κωνσταντίνος καθόταν στο τραπέζι και παρατηρούσε τη γιαγιά του να χτυπά τα μπαχαρικά μέσα στο παλιό μπρούτζινο χαβάνι. Τα χέρια της κινούνταν με σιγουριά και ο ήχος από το γουδοχέρι έδινε έναν παράξενο ρυθμό στην κουζίνα.

Όταν τελείωσε, έβγαλε ένα λευκό, μυρωδάτο μείγμα.

—Γιαγιά, τι είναι αυτό;

—Χιώτικη μαστίχα με ζάχαρη, πρίγκιπά μου.

Ο Κωνσταντίνος πετάχτηκε όρθιος.

—Έχεις Χιώτικη μαστίχα;

—Είχα λίγη, μάτια μου. Την κοπάνισα για τα τσουρέκια.

Το πρόσωπο του μικρού σκοτείνιασε.

—Γιατί;

—Γιατί; Για να μοσχοβολήσουν!

Ο Κωνσταντίνος άρχισε να δακρύζει.

—Την χρειαζόμουν!

Η γιαγιά τρόμαξε.

—Τι την ήθελες, παιδάκι μου;

Όταν της εξήγησε, η γυναίκα τον αγκάλιασε και γέλασε τόσο πολύ, που στο τέλος γελούσε και ο ίδιος.

—Μη στενοχωριέσαι καθόλου! Τα κορίτσια αγαπάνε πολύ τα τσουρέκια. Θα σου ζυμώσω δύο ωραία, για όταν θα ανοίξει το σχολείο. Θα τα φάτε στο διάλειμμα με την κοπέλα σου.

Ο Κωνσταντίνος ανακουφίστηκε.

—Και μετά θα μπορώ να την φιλήσω;

—Να τη φιλήσεις;

—Ναι, γιαγιά! Αφού τα τσουρέκια έχουν μέσα Χιώτικη μαστίχα και είναι μια γλύκα στο στόμα μας!

Η γιαγιά τον έσφιξε στην αγκαλιά της.

Δεν ήξερε αν ο εγγονός της είχε καταλάβει τι ήταν ο έρωτας. Ήξερε όμως ότι είχε καταλάβει κάτι πολύ σημαντικό: πως η αγάπη, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, θέλει φροντίδα, υπομονή και λίγη γλύκα.

Τα χρόνια πέρασαν.

Ο Κωνσταντίνος μεγάλωσε, σπούδασε και έγινε γυναικολόγος-χειρουργός. Εργάζεται σε ιδιωτική κλινική, δημιούργησε τη δική του οικογένεια και απέκτησε δύο κόρες από τον πρώτο του γάμο, την Ιταλίδα σύζυγό του. Αργότερα η ζωή τού χάρισε μια δεύτερη μεγάλη αγάπη: μια καταπληκτική γυναίκα, επίσης γυναικολόγο-χειρουργό, με την οποία μοιράζεται τη ζωή και το επάγγελμά του.

Και τη Χιώτικη μαστίχα;

Αυτή δεν την ξέχασε ποτέ.

Την τίμησε με σύνεση.

Άλλωστε, κάποια πράγματα δεν είναι απλώς γεύσεις. Είναι μυρωδιές που μένουν μέσα μας, καλοκαίρια που δεν τελειώνουν, φωνές παππούδων και γιαγιάδων, παλιά σπίτια, μπάνια στη Μπούκα, τσουρέκια που ψήνονται στην κουζίνα και παιδικές αγωνίες που σήμερα μας κάνουν να χαμογελάμε.

Και ίσως, τελικά, εκείνο το πρώτο «φιλί» του Κωνσταντίνου να μην ήταν ποτέ ένα φιλί στη Μαίρη.

Ήταν το φιλί της ζωής.

Ένα φιλί με άρωμα μαστίχας Χιώτικης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: