Στη Βαλύρα, το ασβέστωμα δεν ήταν ποτέ μια απλή δουλειά του νοικοκυριού. Είναι ολόκληρη τελετουργία. Έχει την εποχή του, τα μυστικά του, τα σύνεργά του, τις συμβουλές της γιαγιάς και, βέβαια, τη σχετική… γκρίνια για το ποιος θα κουβαλήσει τον κουβά και ποιος θα πιάσει το ασβεστόχρωμα.
Συνήθως οι αυλές και τα πεζοδρόμια έμπαιναν και συνεχίζουν να μπαίνουν στο πρόγραμμα πριν από το Πάσχα και ξανά πριν από της Αγίας Τριάδος, τη μεγάλη γιορτή του χωριού. Τότε πρέπει όλα να είναι στην εντέλεια. Οι αυλές να λάμπουν, οι μάντρες να ασπρίζουν και οι δρόμοι να δείχνουν καθαροί και νοικοκυρεμένοι, σαν να έχουν φορέσει τα γιορτινά τους.
Κι αν πάλι δεν ήταν Πάσχα ούτε της Αγίας Τριάδος;
Δεν πειράζει!
Παλιά, αρκούσε να είχε μαυρίσει το πλατύσκαλο, να είχε αφήσει το παιδί λασπωμένα πατήματα στον τοίχο ή να είχε γίνει κάποια ζημιά στην αυλή. Τότε η νοικοκυρά έβγαζε την απόφαση:
— «Αύριο θα ασβεστώσουμε!»
Και όταν η νοικοκυρά έλεγε «αύριο», όλοι ήξεραν πως το αύριο ήταν… αναπόφευκτο.
Ο ασβέστης θέλει τέχνη έλεγαν οι γιαγιάδες μας
Ο ασβέστης ήταν υπόθεση που απαιτούσε προσοχή. Δεν ήταν απλώς «ρίξε νερό, ανακάτεψε και βάψε». Οι παλιοί ήξεραν ότι ο σωστός ασβέστης ήθελε το χρόνο του και το καλό ανακάτεμα.
Ο κουβάς στεκόταν στη μέση της αυλής και γύρω του γινόταν μία μικρή οικοδομική σύσκεψη.
— «Είναι πολύ πηχτός!»
— «Ρίξε λίγο νερό.»
— «Τώρα έγινε νερουλός!»
— «Βάλε λίγο ασβέστη.»
Και κάπως έτσι, ύστερα από πέντε συμβούλους και τρεις διαφορετικές γνώμες, βρισκόταν η σωστή αναλογία.
Το πιο χαρακτηριστικό ήταν όμως το χοντρό αλάτι. Πολλές νοικοκυρές το χρησιμοποιούσαν στον ασβέστη με μέτρο, σύμφωνα με την παράδοση και την εμπειρία που περνούσε από γενιά σε γενιά. Το αλάτι δεν ήταν κάποιο μαγικό υλικό· ήταν ένα από εκείνα τα πρακτικά «μυστικά» που οι παλιοί δοκίμαζαν στην πράξη όταν έβλεπαν ότι τους βοηθούσε και διατηρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα σταθερό το ασβέστωμα.
Και φυσικά, κανείς δεν κρατούσε σημειώσεις.
Η γιαγιά δεν έλεγε:
«Για πέντε κιλά ασβέστη, τόσα γραμμάρια αλάτι».
Έλεγε:
— «Βάλε όσο πρέπει!»
Και αν ρωτούσες πόσο είναι το «όσο πρέπει», η απάντηση ήταν συνήθως:
— «Ε, θα το καταλάβεις!»
Αυτό το «θα το καταλάβεις» , συνήθως μία κούπα χοντρό αλάτι στα πέντε κιλά ασβέστη, υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά εγχειρίδια της Ελληνικής υπαίθρου.
Τα μυστικά των γιαγιάδων
Οι γιαγιάδες είχαν κι άλλα μυστικά. Άλλες προτιμούσαν λίγο λάδι, άλλες είχαν τις δικές τους αναλογίες και άλλες ορκίζονταν πως το σωστό ασβέστωμα εξαρτιόταν περισσότερο από το χέρι εκείνου που κρατούσε τη βούρτσα παρά από τα υλικά του κουβά.
Και ίσως να είχαν δίκιο.
Γιατί το ασβέστωμα ήθελε και… χέρι.
Η μεγάλη βούρτσα βουτούσε στον κουβά και μετά ανέβαινε στον τοίχο με εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση. Άσπρη πιτσιλιά εδώ, άσπρη πιτσιλιά εκεί και, πριν καλά καλά το καταλάβεις, είχε ασπρίσει όχι μόνο ο τοίχος αλλά και το χέρι, το παντελόνι και πιθανότατα ο μισός άνθρωπος που έκανε τη δουλειά.
Κι αν κάποιος περνούσε πολύ κοντά;
Κακό του κεφαλιού του.
Το ασβέστωμα δεν αναγνώριζε κοινωνικές τάξεις, ηλικίες ή καθαρά ρούχα.
Η Βαλύρα γινόταν άσπρη
Τις ημέρες εκείνες η Βαλύρα άλλαζε όψη. Οι μάντρες άσπριζαν, τα πεζούλια καθάριζαν, οι αυλές έλαμπαν και οι δρόμοι έπαιρναν εκείνη τη χαρακτηριστική εικόνα της παλιάς Ελληνικής υπαίθρου.
Το λευκό του ασβέστη είχε και πρακτική σημασία. Έδινε καθαριότητα και φωτεινότητα στους χώρους και, παράλληλα, ήταν ένας τρόπος προστασίας και συντήρησης των επιφανειών.
Μα πάνω απ’ όλα ήταν μια εικόνα τάξης.
Η νοικοκυρά ήθελε το σπίτι της καθαρό. Ήθελε η αυλή της να αστράφτει. Ήθελε, όταν θα περνούσε ο γείτονας, να μην έχει τίποτα να πει.
Ή μάλλον, να έχει κάτι να πει:
— «Μπράβο, το 'κανες κουκλί!»
Γιατί και το χωριό είχε και συνεχίζει να έχει τον δικό του άτυπο διαγωνισμό καθαριότητας. Δεν υπήρχαν επιτροπές, δεν υπήρχαν βραβεία, αλλά υπήρχαν οι γειτόνισσες.
Και αυτό αρκούσε.
Η παράδοση συνεχίζεται
Κι όμως, στη Βαλύρα το ασβέστωμα δεν έμεινε μόνο στις παιδικές μας αναμνήσεις.
Η παράδοση συνεχίζεται.
Και ίσως αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία για το χωριό, γιατί η Βαλύρα εξακολουθεί να κρατά ζωντανό ένα σημαντικό κομμάτι της παραδοσιακής της εικόνας. Τα πολλά παλιά πέτρινα σπίτια, οι παραδοσιακές αυλές, οι μάντρες και τα λιθόκτιστα στοιχεία του χωριού δεν είναι απλώς κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Είναι κομμάτι της ιστορίας και της φυσιογνωμίας της.
Μπροστά σε αυτά τα παλιά πέτρινα σπίτια, το λευκό του ασβέστη μοιάζει να βρίσκει ακόμη τη θέση του.
Η πέτρα και ο ασβέστης ταιριάζουν μεταξύ τους σαν δυο παλιοί γνωστοί. Η γήινη, ζεστή όψη της πέτρας αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο όταν δίπλα της υπάρχει το καθαρό λευκό του ασβέστη. Και έτσι, αυτό που κάποτε ήταν καθημερινή ανάγκη, σήμερα γίνεται ταυτόχρονα και ένας τρόπος να διατηρείται η παραδοσιακή εικόνα της Βαλύρας.
Οι νεότεροι μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικά υλικά και διαφορετικά εργαλεία. Όμως η βασική ιδέα παραμένει ίδια:
να περιποιηθούν το σπίτι, την αυλή και τον χώρο γύρω τους, όπως έκαναν οι παλιότεροι.
Και κάπως έτσι η παράδοση περνά από τη μία γενιά στην άλλη, όχι με βιβλία και εγχειρίδια, αλλά με το βλέμμα.
Το παιδί βλέπει τον πατέρα ή τη μάνα να ασβεστώνει.
Ο εγγονός βλέπει τη γιαγιά να ετοιμάζει τον κουβά.
Και κάποια χρόνια αργότερα, πιάνει κι εκείνος τη βούρτσα.
Ίσως να μην ξέρει ακριβώς πόσο αλάτι έβαζε η γιαγιά.
Αλλά θα θυμάται σίγουρα τη φωνή της:
— «Όχι τόσο πολύ! Θα τον κάνεις… σοβά!»
Κι έτσι μένει η μνήμη
Σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει. Τα έτοιμα χρώματα έκαναν τη ζωή ευκολότερη. Οι παλιοί κουβάδες και οι βούρτσες δεν έχουν πια την ίδια θέση σε κάθε αυλή και οι παλιές συνταγές σιγά σιγά ξεθωριάζουν.
Όμως στη Βαλύρα το ασβέστωμα συνεχίζει να υπάρχει.
Και μαζί του συνεχίζει να υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο: η σχέση του ανθρώπου με το σπίτι του, την αυλή του, τη γειτονιά και το χωριό του.
Έμεινε στη μνήμη ο ήχος της βούρτσας πάνω στον τοίχο, η μυρωδιά του φρέσκου ασβέστη, τα άσπρα σημάδια πάνω στα χέρια και στα ρούχα, οι φωνές από τις αυλές και οι συμβουλές των μεγαλυτέρων.
Έμεινε κυρίως ως εικόνα.
Μια Βαλύρα καθαρή, λευκή και φωτεινή, λίγο πριν από το Πάσχα ή λίγο πριν από της Αγίας Τριάδος. Μια Βαλύρα με τα παλιά πέτρινα σπίτια της, τις αυλές της, τις μάντρες της και τους ανθρώπους της να κρατούν ακόμη, με τον δικό τους τρόπο, ένα νήμα που ενώνει το χθες με το σήμερα.
Γιατί, τελικά, το ασβέστωμα δεν ήταν μόνο για να ασπρίσει ο τοίχος.
Ήταν ένας τρόπος να πει το σπίτι:
«Είμαι καθαρό, είμαι νοικοκυρεμένο και περιμένω τη γιορτή.»
Και όσο υπάρχουν στη Βαλύρα άνθρωποι που κρατούν αυτή την παράδοση, όσο υπάρχουν παλιά πέτρινα σπίτια που περιμένουν ένα φρεσκάρισμα και όσο μια γιαγιά θα θυμάται ακόμη «το μυστικό» του ασβέστη, η ιστορία αυτή δεν θα είναι απλώς ανάμνηση.
Θα συνεχίζεται.
Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που μυρίζει ασβέστη η αυλή, μαζί με το λευκό χρώμα να ξυπνά μέσα μας και μια ολόκληρη Βαλύρα των παιδικών μας χρόνων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου