Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Ο Μουντζούρης της Γραμμής και ο Ιδιόρρυθμος Μάστοράς του

 

             Αφιερωμένο στη μνήμη των δύο ετών του Μπαρμπαλιά

                                                Μενεξέδες

Η γυναίκα τού Έντισον σπάνια χάρηκε τη παρουσία του άνδρα της , γιατί ο μεγαλοφυής σύζυγός της ήταν ατέλειωτες ώρες απομονωμένος και κλεισμένος στο γκαράζ του σπιτιού , επαναλαμβάνοντας διαρκώς το ίδιο πείραμα. Ήταν πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή θα πετύχει, γιατί το ένιωθε βαθιά μέσα του ότι είναι κοντά στην ανακάλυψη του ηλεκτρισμού. Μετά από καθημερινές επαναλήψεις για πέντε συνεχή έτη, φώτισε τα σπίτια μας και ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Mότσαρτ έστειλε κάποτε μία επιστολή στη γυναίκα του Κονστάνς που γράφει ότι το έργο του ήταν το καλύτερο απ΄ όσα είχε συνθέσει, ξεπέρασε τον εαυτόν του, και στο τέλος  προσθέτει με μικρά γράμματα ότι μόνο τρία άτομα το παρακολούθησαν. Ο Μιχαήλ Άγγελος όταν λάξευε τη Πιετά, τη Παναγία που κρατεί τον ενήλικα Χριστό στην αγκαλιά της, μέχρι να τελειώσει το διάσημο ανά τους αιώνες αριστούργημά του, δεν αφαίρεσε τα παπούτσια του με αποτέλεσμα οι κάλτσες να κολλήσουν πάνω στο δέρμα του. Αυτά τα άτομα ονομάζονται ψυχολογικά χαρισματικά “με ιδιαίτερα ταλέντα και ικανότητες” και ενώ έχουν πολύ υψηλό δείκτης νοημοσύνης, παράλληλα εκδηλώνουν το ταλέντο τους σε έναν τομέα και διαπρέπουν σ΄ αυτόν, όταν το επιτρέψουν οι περιβαλλοντικές συνθήκες γύρω τους. Η συμπεριφορά τους είναι ιδιόρρυθμη και άκρως παρεξηγήσιμη από το κοινωνικό σύνολο, αλλά στο βάθος της ψυχής τους είναι σαν μικρά και ευσυγκίνητα παιδιά.

Το ίδιο συνέβη και στον Ανδρέα Κοντόπουλο, ο οποίος γεννήθηκε στο Πλατύ Μεσσηνίας και παντρεύτηκε στη Βαλύρα τη μοναχοκόρη του Καλόγηρου Φουντή, Καλλιόπη, κάτοικο στο Μπιζάνι, μία δεκαετία πριν το 1900.

Ο Ανδρέας ήταν γεννημένος μηχανικός και αυτή τη τέχνη υπηρέτησε με εντιμότητα και ευλάβεια όλη τη ζωή του, τόσο στην Ελλάδα , όσο και στη Μασαχουσέτη. Ως ευφυής μηχανικός, ήταν αρκετά ιδιόρρυθμος και λαχταρούσε την απομόνωση και απόλυτη ησυχία, προκειμένου να συγκεντρωθεί και να κατασκευάσει αυτά που η σκέψη του  συνέθετε και το περιβάλλον γύρω του απαιτούσε από αυτόν, αφού εργαζόταν ως σιδεράς μέχρι το 1910 στη Βαλύρα .

Το σπίτι στο Μπιζάνι ήταν χωρισμένο στα δύο και φιλοξενούσε τους γονείς της Καλλιόπης στο ισόγειο και στο ανώγι εκείνον και τη γυναίκα του. Αν και διέθετε το σπίτι μεγάλη αυλή και κήπο, ο Ανδρέας προτίμησε ν΄ απομονωθεί στον μπαξέ του πεθερού του, στο κάτω μέρος στον Άγιο Νικόλαο, όπου έστησε το πρώτο του καμίνι ,εργαστήριο επισκευής αγροτικών εργαλείων, και συνεργείο οχημάτων. Είναι άγνωστο αν ποτέ παρακολούθησε κάποια σχολή μηχανικού, όπως ο γιος του Ηλίας. Δεν χρειαζόταν παρά να ρίξει μία προσεκτική ματιά και να ανταποκριθεί με τη μέγιστη ακρίβεια, ιδιαίτερη ικανότητα που κληρονόμησε στη συνέχεια ο γιος του, ο ιδιόρρυθμος, κατά τα άλλα αγαπητός και αξέχαστος Μπαρμπαλιάς.

Όταν απεβίωσαν οι γονείς της Καλλιόπης, η περιοριστική κατάσταση του χωριού, λίγο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν κρατούσε τον Ανδρέα πλέον εντός των Ελληνικών ορίων. Ήθελε ν΄ ανοίξει τα φτερά του , να δει και να μάθει νέα πράγματα σχετικά με τη τέχνη του και να εξελίξει τις μηχανικές του ικανότητες και δεξιότητες, παράλληλα να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειά του.

Γι αυτόν τον λόγο μετανάστευσε με τη Καλλιόπη και τα τρία παιδιά τους, Παναγιώτα, Νίκο και Βασίλη, λίγο έξω από τη Βοστόνη, στο Λυν της Μασαχουσέτης. Ο Ανδρέας διέπρεψε ως μηχανικός της εταιρείας General Electric, αλλά και επισκευαστής ενός τραίνου στη πόλη που  ζούσε, το οποίο αδυνατούσαν να επιδιορθώσουν οι Αμερικανοί μηχανικοί. Η μηχανικές του ικανότητες τον έκαναν διάσημο και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Όμως, προς το τέλος της δεκαετίας του 1920 ,έφυγε από τη ζωή η αγαπημένη του Καλλιόπη και ο Ανδρέας περίλυπος δεν ήθελε να μείνει άλλο στην Αμερική. Τα παιδιά του είχαν ήδη δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες κι εκείνος ζούσε μόνος στην άδεια του φωλιά.

Επέστρεψε στη Βαλύρα το 1930 όπου μετά από προξενιό παντρεύτηκε την Ευθυμία Φράγκου από τον Μελιγαλά, η οποία ήταν κατά πολλά χρόνια νεότερη του και μονόφθαλμη. Με τη δεύτερη γυναίκα του ξανάνιωσε ο Ανδρέας και κάθε χρόνο έσπερνε κι΄ από ένα παιδί, συνολικά επτά από τα οποία έζησαν τέσσερα κορίτσια, η Μαρία, Σταυρούλα, Κωνσταντίνα και Λουκία και ο γιος  του Ηλίας, ώσπου κηρύχτηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και χτύπησε τον ατυχή Ανδρέα η πείνα και η κακουχία και η θλίψη θανάσιμα.

Κατά την ευτυχισμένη περίοδο της δεκαετίας του 1930, ο Ανδρέας έτυχε ν αντιμετωπίσει ΄μία νέα πρόκληση στη Βαλύρα , ένα παρόμοιο πρόβλημα με το τραίνο, τον αξέχαστο Μουντζούρη, τον καρβουνιάρη όπως τον έλεγαν, ο οποίος μετέφερε  εμπόρευμα ακολουθώντας   τη διαδρομή Καλαμάτα -Κυπαρισσία, όπως θυμάται ο κύριος Γιώργος Φειδάς , ο οποίος άκουσε την ιστορία του Μαστραντρέα στο καφενείο της Βαλύρας, κατά τη παιδική του ηλικία.

Ο Ανδρέας είχε επισκευάσει το παλιό του καμίνι και συνεργείο στον μπαξέ στον Άγιο Νικόλαο και εργαζόταν πυρετωδώς . Είχε λύσει μία μηχανή και είχε απλώσει τις βίδες της πάνω σε ενωμένες σανίδες, προκείμενου να καθαρίσει, λαδώσει και αντικαταστήσει τα σπασμένα μικρά της εξαρτήματα.

-Μαστραντρέα, Μαστραντρέα, φώναξε ένα γειτονόπουλο.

-Μη πλησιάζεις αναθεματισμένο και μου κάνεις καμιά ζημιά , τον μάλωσε ο Ανδρέας.

Εκείνο δεν τον άκουσε και πλησίασε. Τότε έξαλλος ο ιδιόρρυθμος και εξοργισμένος μηχανικός πήρε το τουφέκι του κι΄ άρχισε να πυροβολεί στον αέρα.

Κατατρόμαξε το καημένο το παιδί και έφυγε τρέχοντας να πάει να βρει τη μάννα του για να το σώσει.

Μετά από λίγη ώρα κατηφόρισε στον μπαξέ η χήρα με τον γιό της και φώναξε δυνατά , χωρίς να πλησιάσει:

-Μουρλαντρέα, ε! Μουρλαντρέα, εγώ έστειλα το παιδί να σε φωνάξει. Άστα όλα και τρέξε γρήγορα στον σταθμό, κόλλησε ο καρβουνιάρης στις γραμμές, κοντά στα Μανιατέικα και δεν παίρνει μπρος. Οι μηχανικοί χρειάζονται βοήθεια.

Μόλις τ΄ άκουσε αυτό ο Ανδρέας, θυμήθηκε την αντίστοιχη περίπτωση στη Βοστόνη, τα μάζεψε όλα προσεκτικά, κλείδωσε και πήρε τον δρόμο για τις γραμμές.


                 Το τραίνο στη Βαλύρα το 1901. Φωτο: καθ. Ι.Δ.Λύρας

-Τι συμβαίνει παλικάρια; ρώτησε τους μηχανικούς κι εκείνοι του εξήγησαν ποιο είναι το πρόβλημα και γιατί δεν ξεκινά το τραίνο .

Κάντε παραπέρα είπε ο  δεινός μηχανικός να δω με την ησυχία μου τι συμβαίνει κι΄ αν μπορώ να το φτιάξω.

Αφού έλεγξε τη μηχανή προσεκτικά, ζήτησε κάποια εργαλεία , αλλά δεν είχαν να τον προμηθεύσουν.

-Πάω και επιστρέφω σύντομα τους είπε λακωνικά και κοφτά, χωρίς να τους δώσει την ευκαιρία να προβάλουν αντίρρηση.

Γύρισε φορτωμένος μ΄ ένα σακί, άπλωσε τα σύνεργα κατάχαμα και έπιασε κανονικά δουλειά.

Ίδρωσε, αλλά μέχρι να τελειώσει δεν έβαλε στο στόμα του ούτε μια γουλιά νερό.

Τον κέρασαν καφέ, αλλά αντί να πει ευχαριστώ, απάντησε θυμωμένος:

-Μη με διακόπτετε , φύγετε μακριά από δω, τώρα εργάζομαι!

Κάποια στιγμή, ενώ όλοι ήταν εκτός του τραίνου και κάθονταν στα χορτάρια, βλέπουν τα βαγόνια να κινούνται σιγά-σιγά.

-Πού το πάει ο μουρλός; άρχισαν να φωνάζουν  τρέχοντας  πίσω του, από τα Μανιατέϊκα μέχρι τον σταθμό για να τον προλάβουν.

Αφού ο Ανδρέας στάθμευσε κανονικά τον επισκευασμένο Μουντζούρη, κατέφθασαν οι μηχανικοί.

Μια χαρά είναι τους είπε, πηγαίνετε στην ευχή του Θεού και έφυγε προτού τον ευχαριστήσουν και διαπιστώσει τον θαυμασμό στο βλέμμα τους. Αυτά τον άφηναν παντελώς αδιάφορο. Η ικανοποίησή του ήταν η μοναδική αίσθηση ότι τα κατάφερε και επιβεβαιώθηκαν   στον ίδιο πρωτίστως οι μηχανικές του ικανότητες και η κοινωνική του χρησιμότητα!

Μόλις κηρύχθηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Ανδρέας, που είχε βιώσει στο πετσί του τις συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη καταστροφή της Σμύρνης στη συνέχεια, δεν άντεξε σωματικά και συναισθηματικά. Απώλεσε την υγεία του και κατέρρευσε. Κλείστηκε γέροντας στο εργαστήριο του θλιμμένος και ανήμπορος ν΄ αντιδράσει ενάντια στο γενικό κακό και δεν πατούσε καθόλου στο σπίτι του. Ξέχασε τον κόσμο γύρω του, κρυμμένος στα σκοτάδια της ψυχής του.

Δεν άντεχε ακόμη και να φάει το λιγοστό φαγητό που έβρισκαν και του πήγαιναν τα μικρά παιδιά του. Μια μέρα, καθώς περιπατούσε σκεπτόμενος πού βαδίζει η ανθρωπότητα, είδε σ΄ ένα φράχτη φυτρωμένη μια μικρή μηλιά. Πήρε την αξίνα, έσκαψε και τη μεταφύτεψε ακριβώς στο κέντρο του μπαξέ.


                                 Μηλιά. Φωτο: geoponiko-kentro.gr

-Εσένα θα σε λέω Παναγιώτα, όπως το πρώτο μου παιδί, είπε στη μικρή μηλίτσα .

Καθόταν δίπλα της και ξόρκιζε με τη σιωπή της τον πόνο του.

Έφυγε ο Ανδρέας από τη ζωή, αλλά η μηλιά του θέριεψε. Έγινε δένδρο ψηλό, με γερό κορμό, μάννα μηλιά με πολλά κλαδιά και όμορφα πρασινοκόκκινα γλυκά μήλα.

Ο Ανδρέας ευτυχώς δεν είδε τα οικτρά αποτελέσματα του Εμφυλίου Πολέμου. Τον πήρε ο Θεός με τα κατσαβίδια και τις πένσες στα χέρια του, καθισμένο στο εργαστήριο του.

Ήταν ο γιος του ο Ηλίας μόλις οκτώ ετών, όταν έκλεισε τα μάτια του ο πατέρας του.

-Πατέρα, είπε κλαίγοντας μέσα στο εργαστήριο του, έμεινα ορφανός με τέσσερες αδελφές .Ποτέ δεν μ΄ άφησες να σε παρακολουθήσω για να μάθω την τέχνη σου. Τι θα κάνω τώρα μ΄ όλα αυτά τα εργαλεία;

Κι όμως, η τέχνη του Ανδρέα δεν ήθελε πτυχία, υπομονή και επιμονή ήθελε, γιατί ήταν και στον Ηλία έμφυτη ως ικανότητα.

Το σωτήριον έτος 1970, μία νταλίκα σταμάτησε έξω από το συνεργείο του Μπαρμπαλιά στη Δημοσιά, γιατί κανένας δεν μπορούσε ν΄ αναλάβει την επιδιόρθωση της μηχανής της.

-Φύγετε, εμπρός φύγετε όλοι και αφήστε με ήσυχο. Τώρα εργάζομαι! Είπε ο Μπαρμπαλιάς στους παρευρισκόμενους .

Το ίδιο επαναλαμβάνουν και τα δισέγγονα του Ανδρέα, τα αγαπημένα εγγόνια του Ηλία.

Συχνά αναρωτιέμαι, είναι η κληρονομικότητα ή ο Θεός που μοιράζει δώρα στους ανθρώπους για να δει ποιος περισσότερο τον Δημιουργό του θα προτιμήσει και αγαπήσει;

Δεν γνώρισα τον παππού μου Ανδρέα. Πρόλαβα τη μηλιά του στη παιδική μου ηλικία . Η “Παναγιώτα του”, μ΄ έθρεψε με γλυκούς καρπούς, προτού καταλάβω τι πραγματικά συμβαίνει.

-Τον Θεό, πρώτα τον Θεό παππού μου, είπα δακρύζοντας, όταν είδα στο οστεοφυλάκιο του Κοιμητηρίου της Βαλύρας τη ευλογημένη κάρα του, μετά από σαράντα χρόνια.

Κι ύστερα πρόσθεσα:

Ξεράθηκε η μηλιά σου , αλλά σύντομα θα την ξαναφυτέψουμε.


Ο Θεός μαζί σας!

Ευθυμία Η. Κοντοπούλου

24/2/2022


Δεν υπάρχουν σχόλια: