Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Τα μεσημέρια της κυρίας Ελένης

 

 

 

 Μέρος Α΄

Η κυρία Ελένη δεν θυμόταν να είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά νέα. Από το σπίτι του πατέρα της βρέθηκε σχεδόν παιδί ακόμη στο σπίτι του άντρα της, σαν να την είχε προσπεράσει η νιότη βιαστικά, αφήνοντάς της μόνο τη γλύκα των ονείρων που δεν πρόλαβαν να ανθίσουν.

Ήταν το σωτήριον έτος 1957 όταν παντρεύτηκε τον Χρήστο, έναν άνθρωπο τίμιο, εργατικό και σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της. Εκείνος ήταν μαρμαράς. Από τα χαράματα ως το μεσημέρι πάλευε με την πέτρα, σμιλεύοντας μάρμαρα για εκκλησιές, μνήματα και σπίτια. Η άσπρη σκόνη κόλλαγε στα μαλλιά, στα φρύδια και στις παλάμες του, σαν να κουβαλούσε πάντοτε επάνω του λίγη από την ασπράδα των βουνών.

Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων. Όταν γύριζε στο σπίτι, άφηνε ήσυχα το τραγιασμένο του καπέλο στο καρφί δίπλα στην πόρτα, έπλενε προσεκτικά τα χέρια του και καθόταν στο τραπέζι.

—Κουράστηκες, Ελένη; τη ρωτούσε καμιά φορά.

Εκείνη χαμογελούσε.

—Όχι... καλά είμαι.

Το έλεγε τόσο αυθόρμητα, που στο τέλος το πίστευε και η ίδια.

Μόνο όταν έμενε μόνη αναρωτιόταν:

«Πότε ήταν, άραγε, η τελευταία φορά που είπα πως κουράστηκα;»

Ύστερα χαμογελούσε στον εαυτό της. Δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες σκέψεις. Το σπίτι ζητούσε πάντα κάτι ακόμη.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθαν τα τρία τους παιδιά. Το ένα μετά το άλλο γέμισαν το σπίτι φωνές, γέλια, πυρετούς, κλάματα, σχολικές τσάντες και μικρά παπούτσια αφημένα άτακτα . Η Ελένη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων χωρίς να το πολυσκεφτεί. Έμαθε να ζυμώνει πριν ακόμη ξημερώσει, να μαγειρεύει, να πλένει, να μπαλώνει, να σιδερώνει, να γιατρεύει γδαρμένα γόνατα και να καθησυχάζει παιδικούς φόβους. Όλα περνούσαν από τα σχεδόν παιδικά της χέρια, που όμως χρόνο με τον χρόνο αποκτούσαν τη σοφία της καθημερινής προσφοράς.

Καμιά φορά αναρωτιόταν αν είχε προλάβει ποτέ να υπάρξει κορίτσι.

Θυμόταν αχνά τα παιχνίδια στην αυλή του πατρικού της, τη φωνή της μάνας της να την καλεί μέσα πριν νυχτώσει και κάτι όνειρα αόριστα, σαν σύννεφα που τα πήρε ο αέρας.

Τώρα όλοι τη φώναζαν «κυρά Ελένη».

Το κορίτσι μέσα της όμως δεν είχε φύγει. Περίμενε υπομονετικά κάπου βαθιά, ζητώντας λίγη ομορφιά, λίγη περιπέτεια, λίγη συγκίνηση.

Το σπίτι τους είχε ένα μικρό αίθριο. Δεν ήταν τίποτε σπουδαίο· λίγες γλάστρες με βασιλικό, δυο γεράνια, μια κληματαριά που χάριζε σκιά το καλοκαίρι και μια ξύλινη καρέκλα που έτριζε ελαφρά κάθε φορά που καθόταν επάνω της.

Εκεί περνούσε το πιο δικό της κομμάτι της ημέρας.

Ήταν η ώρα που τα παιδιά είχαν επιστρέψει από το σχολείο, είχαν φάει και είχαν αποκοιμηθεί. Ο Χρήστος, κουρασμένος από την πρωινή βάρδια, κοιμόταν κι εκείνος στο διπλανό δωμάτιο.

Ολόκληρο το σπίτι βυθιζόταν σε μια παράξενη σιωπή.

Μόνο το τικ-τακ του ρολογιού και τα τζιτζίκια ακούγονταν από έξω.

Η Ελένη ποτέ δεν κατάφερνε να κοιμηθεί.

Η ένταση της ημέρας δεν την άφηνε. Ήταν σαν όλες οι δουλειές που είχε κάνει από το χάραμα να συνέχιζαν να κινούνται μέσα της.

Έφτιαχνε τότε έναν Ελληνικό καφέ.

Έβαζε δίπλα του ένα ποτήρι δροσερό νερό.

Και έβγαζε από το ντουλάπι το μικρό απογευματινό της γλυκό.

Δεν ήταν λαιμαργία.

Ήταν η μοναδική πολυτέλεια που επέτρεπε στον εαυτό της.

Ένα μικρό βραβείο για μια ακόμη ημέρα που είχε κυλήσει χωρίς να λείψει τίποτε από κανέναν.

«Αυτό είναι δικό μου», έλεγε μέσα της και χαμογελούσε σαν μικρό παιδί.

Ύστερα άνοιγε το συρτάρι.

Εκεί φυλούσε τον πραγματικό της θησαυρό.

Τα μικρά βιβλιαράκια Βίπερ.

Τα αγόραζε από το περίπτερο της γειτονιάς, λίγα λίγα, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνει ο Χρήστος. Όχι γιατί θα της τα απαγόρευε. Εκείνος δεν ανακατευόταν ποτέ σε τέτοια πράγματα. Μα η ίδια ένιωθε πως αυτό το μικρό μυστικό τής ανήκε ολόκληρο.

Χάιδευε για λίγο το εξώφυλλο.

Οι όμορφες γυναίκες με τα λαμπερά μάτια, οι καλοντυμένοι άντρες, τα ξένα τοπία, οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης...

Έμοιαζαν να ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν κόσμο που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.

Μόλις άρχιζε να διαβάζει, ο χρόνος άλλαζε.

Δεν ήταν πια η κυρία Ελένη.

Δεν ήταν η νοικοκυρά.

Δεν ήταν η μητέρα.

Γινόταν η πρωταγωνίστρια.

Έτρεχε στις λεωφόρους του Παρισιού, ταξίδευε με υπερωκεάνια, φορούσε μεταξωτά φορέματα, χόρευε σε μεγάλες αίθουσες, ερωτευόταν με πάθος, έκλαιγε, συγχωρούσε, ξαναγεννιόταν.

Και όταν η ηρωίδα χαμογελούσε, χαμογελούσε κι εκείνη.

Όταν εκείνη πονούσε, πονούσε κι η Ελένη.

Δεν διάβαζε απλώς τις ιστορίες.

Τις  ζούσε.

Καμιά φορά ανασήκωνε το βλέμμα από τις σελίδες και χρειαζόταν λίγα δευτερόλεπτα για να θυμηθεί πού βρισκόταν.

Έβλεπε απέναντί της τον βασιλικό.

Άκουγε το ρολόι.

Μύριζε τον Ελληνικό καφέ.

Και χαμογελούσε αμήχανα.

«Πού πήγα πάλι;» ψιθύριζε.

Δεν τολμούσε να το ομολογήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά εκείνα τα λίγα μεσημεριάτικα λεπτά ήταν ίσως η μοναδική ώρα που ένιωθε πως ζούσε μόνο για την ίδια.

Το βράδυ όμως όλα άλλαζαν.

Πριν πέσει για ύπνο, άναβε το καντήλι στο εικονοστάσι.

Η μικρή φλόγα φώτιζε απαλά τις εικόνες.

Σταυροκοπιόταν αργά.

Διάβαζε λίγες προσευχές.

Ύστερα στεκόταν για λίγο σιωπηλή.

Εκεί, μπροστά στο τρεμάμενο φως, ένιωθε μια γαλήνη διαφορετική από τη συγκίνηση των βιβλίων.

Ήταν σαν να καταλάγιαζαν όλα.

Όμως, μόλις ξάπλωνε, οι ήρωες των ιστοριών επέστρεφαν.

Συνέχιζαν να ζουν μέσα στη σκέψη της.

Συχνά έπλαθε μόνη της τη συνέχεια πριν ακόμη τη διαβάσει.

Άλλοτε άλλαζε το τέλος.

Άλλοτε γινόταν η ίδια η ηρωίδα.

Δεν καταλάβαινε ότι σιγά σιγά οι ξένες ζωές άρχιζαν να κατοικούν μέσα στη δική της.

Ένα μεσημέρι αγόρασε ένα καινούργιο Βίπερ.

Η ιστορία μιλούσε για μια πανέμορφη νέα γυναίκα που, λίγο μετά τον γάμο της, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια οδυνηρή δοκιμασία. Ένα πρόβλημα στην υγεία της στεκόταν εμπόδιο στην κοινή ζωή με τον άνδρα που αγαπούσε. Η αφήγηση ήταν γεμάτη αγωνία, φόβο, ντροπή, ελπίδα.

Η Ελένη άρχισε να διαβάζει.

Στην αρχή ένιωσε τη συνηθισμένη ζάλη.

Έπειτα η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα.

Ένα ανεπαίσθητο ρίγος διέτρεξε το σώμα της.

Έκλεισε για λίγο το βιβλίο.

«Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να πονά τόσο πολύ;» σκέφτηκε.

Ύστερα το ξανάνοιξε.

Δεν μπορούσε να το αφήσει από τα χέρια της.

Το ίδιο βράδυ, μπροστά στο αναμμένο καντήλι, προσπάθησε να προσευχηθεί.

Τα χείλη της έλεγαν τις γνώριμες λέξεις.

Ο νους της όμως είχε μείνει ακόμη δίπλα στη νεαρή ηρωίδα του βιβλίου.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε έναν παράξενο φόβο.

Σαν να μην ήξερε πια πού τελείωνε η ιστορία της άλλης γυναίκας και πού άρχιζε η δική της.

Μέρος Β΄

 Εκείνο το βιβλιαράκι έμεινε πολλές ημέρες επάνω στο κομοδίνο της.

Η ιστορία είχε τελειώσει, όμως η Ελένη δεν μπορούσε να τη διώξει από τον νου της. Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο η ηρωίδα γινόταν πιο αληθινή από τις γυναίκες που συναντούσε στη γειτονιά. Τη σκεφτόταν όταν ζύμωνε, όταν άπλωνε τα ρούχα στην αυλή, ακόμη κι όταν έσκυβε να φιλήσει τα παιδιά της πριν κοιμηθούν.

«Άραγε να έγινε καλά;» συλλογιζόταν, σαν να επρόκειτο για συγγενικό της πρόσωπο.

Κάποτε χαμογέλασε μόνη της.

«Μα είναι μια ιστορία...» είπε χαμηλόφωνα.

Κι όμως, η καρδιά της δεν υπάκουε στη λογική.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις που δεν είχε γνωρίσει ως τότε. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Οι γυναίκες της γενιάς της είχαν μάθει να υπομένουν. Ο πόνος εθεωρείτο σχεδόν μέρος της καθημερινότητας.

Όταν όμως οι ενοχλήσεις επέμεναν, ο Χρήστος την κοίταξε ανήσυχος.

—Θα πας στον γιατρό.

—Θα περάσει...

—Όχι, Ελένη. Θα πας.

Δεν συνήθιζε να επιμένει.

Γι' αυτό κι εκείνη κατάλαβε πως έπρεπε να τον ακούσει.

Το ιατρείο μύριζε οινόπνευμα και καθαριότητα.

Η Ελένη καθόταν στην άκρη της καρέκλας, σφίγγοντας το μαντίλι της.

Μετά την εξέταση ο γιατρός κάθισε απέναντί της.

Δεν έγραφε ακόμη συνταγές.

Την παρατηρούσε.

—Θα σας κάνω μια παράξενη ερώτηση.

Η Ελένη ανασήκωσε δειλά το βλέμμα.

—Σας βαραίνει κάτι αυτόν τον καιρό;

—Όχι... γιατρέ μου.

Σχεδόν αμέσως δίστασε.

—Δηλαδή...

Σταμάτησε.

—Πείτε το όπως σας έρχεται.

—Διάβασα μια ιστορία... και στενοχωρήθηκα πολύ.

Ο γιατρός χαμογέλασε με κατανόηση.

—Τι ιστορία;

—Ήταν μια νέα γυναίκα... όμορφη πολύ... που δεν μπορούσε να ζήσει φυσιολογικά με τον άνδρα της εξαιτίας ενός προβλήματος στην υγεία της. Δεν ξέρω γιατί... αλλά τη λυπήθηκα τόσο πολύ που πολλές νύχτες την ονειρευόμουν.

Ο γιατρός έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Έπειτα τη ρώτησε:

—Και πώς αισθάνεστε όταν διαβάζετε αυτά τα βιβλία;

Η Ελένη κοκκίνισε.

Δεν είχε μιλήσει ποτέ σε άνθρωπο για εκείνα που συνέβαιναν μέσα της.

—Στην αρχή... ζαλίζομαι λίγο...

Έκανε μια παύση.

—Ύστερα νιώθω την καρδιά μου να χτυπά δυνατά...

Τα μάτια της χαμήλωσαν.

—...και μετά ένα περίεργο σφίξιμο χαμηλά.

Ο γιατρός δεν έδειξε ούτε έκπληξη ούτε αυστηρότητα.

Μόνο έγειρε ελαφρά προς το μέρος της.

—Οι ιστορίες αυτές σας συγκινούν βαθιά. Το σώμα και η ψυχή δεν είναι δύο ξένοι κόσμοι. Όταν η ψυχή ζει κάτι με μεγάλη ένταση, πολλές φορές το σώμα συμμετέχει. Δεν σημαίνει πως η ιστορία δημιούργησε την πάθησή σας. Όμως ίσως σας φανερώνει πόσο πολύ ζείτε μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις.

Έσκυψε λίγο ακόμη.

—Έχετε σκεφτεί ποτέ πως, άθελά σας, αφήνετε τις ιστορίες να γράφουν επάνω σας;

Η φράση έπεσε μέσα της σαν μικρή πέτρα σε ήσυχο νερό.

Να γράφουν επάνω μου...

Έτσι ακριβώς ένιωσε.

Σαν οι σελίδες να είχαν γίνει καθρέφτης και εκείνη να είχε ξεχάσει το δικό της πρόσωπο.

Βγήκε από το ιατρείο χωρίς να βιάζεται.

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν ο ίδιος όπως πάντα.

Τα ίδια μαγαζιά.

Το ίδιο περίπτερο.

Ο ίδιος φούρνος.

Μόνο που όλα έμοιαζαν κάπως διαφορετικά.

Στάθηκε ασυναίσθητα μπροστά στο περίπτερο.

Τα καινούργια Βίπερ ήταν κρεμασμένα στη σειρά.

Τα χρωματιστά εξώφυλλά τους έμοιαζαν να την καλούν.

Άπλωσε σχεδόν μηχανικά το χέρι.

Ύστερα το τράβηξε πίσω.

«Μήπως ζω περισσότερο μέσα στα όνειρα παρά μέσα στη ζωή μου;»

Η σκέψη αυτή την τρόμαξε.

Όχι γιατί διάβαζε μυθιστορήματα.

Αλλά γιατί ίσως είχε αρχίσει να κατοικεί μέσα τους.

Γύρισε στο  σπίτι χωρίς να αγοράσει κανένα.

Το ίδιο βράδυ στάθηκε πάλι μπροστά στο καντήλι.

Η μικρή φλόγα έτρεμε.

Την κοίταζε ώρα πολλή.

«Κύριε... τι μου συμβαίνει;»

Δεν περίμενε απάντηση.

Κι όμως, μέσα στη σιωπή ένιωσε ότι έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον.

Όχι στον γιατρό.

Σε κάποιον που να γνωρίζει καλύτερα τις κινήσεις της ανθρώπινης καρδιάς.

Την επόμενη Κυριακή, μετά τη Θεία Λειτουργία, πλησίασε τον πατέρα Νικόλαο.

Ήταν ένας ιερέας απλός, με λευκά μαλλιά και ήρεμο βλέμμα. Είχε εκείνη τη σπάνια γλυκύτητα των ανθρώπων που δεν βιάζονται να δώσουν απαντήσεις.

—Πάτερ... θα ήθελα να εξομολογηθώ.

Ο γέροντας χαμογέλασε.

—Όποτε θέλεις, παιδί μου.

Η Ελένη επέστρεψε λίγες ημέρες αργότερα.

Στην αρχή μιλούσε διστακτικά.

Έπειτα, σαν να άνοιξε μια παλιά πόρτα μέσα της, άρχισε να τα λέει όλα.

Μίλησε για την κούραση.

Για τα μεσημέρια.

Για τον καφέ.

Για το γλυκό.

Για τα μικρά βιβλιαράκια.

Για τη χαρά που της έδιναν.

Για το χτυποκάρδι.

Για τις φαντασίες της.

Για την ιστορία που δεν μπορούσε να ξεχάσει.

Ο πατέρας Νικόλαος δεν τη διέκοψε ούτε μία φορά.

Όταν τελείωσε, επικράτησε σιωπή.

Τόσο μεγάλη, που η Ελένη φοβήθηκε.

«Ίσως σκανδαλίστηκε...»

σκέφτηκε.

Τότε ο γέροντας είπε ήρεμα:

—Εσύ, παιδί μου, τι έψαχνες μέσα σε αυτά τα βιβλία;

Η Ελένη αιφνιδιάστηκε.

Περίμενε παρατήρηση.

Περίμενε έλεγχο.

Όχι ερώτηση.

Έμεινε πολλή ώρα σιωπηλή.

Έπειτα ψιθύρισε:

—Λίγη χαρά...

Ο πατέρας Νικόλαος χαμογέλασε.

—Η χαρά δεν είναι ποτέ αμαρτία, Ελένη μου.

Η καρδιά της αναπήδησε.

—Το ερώτημα είναι άλλο.

Ακούμπησε απαλά το πετραχήλι στα γόνατά του.

—Από ποια πηγή πίνουμε για να τη βρούμε.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Δεν ήξερε γιατί.

Ίσως γιατί πρώτη φορά κάποιος δεν καταδίκαζε την ανάγκη της για χαρά.

Μόνο την καλούσε να αναζητήσει την πηγή της.

Εκείνο το απόγευμα γύρισε σπίτι και στάθηκε πολλή ώρα μπροστά στο συρτάρι.

Το άνοιξε αργά.

Πήρε στα χέρια της όλα τα Βίπερ.

Τα ξεφύλλισε ένα ένα.

Στα περισσότερα θυμόταν ακόμη τις ηρωίδες με το όνομά τους.

Χαμογέλασε τρυφερά.

«Σας ευχαριστώ...» ψιθύρισε.

Δεν ήξερε γιατί το είπε.

Ίσως γιατί αυτά τα βιβλιαράκια είχαν κρατήσει συντροφιά σε ένα κορίτσι που μεγάλωσε απότομα.

Ύστερα έφερε ένα μικρό ξύλινο κουτί.

Τα ακούμπησε μέσα προσεκτικά.

Δεν τα πέταξε.

Δεν μπορούσε ακόμη.

Έκλεισε το καπάκι.

Σαν να αποχαιρετούσε μια ολόκληρη εποχή της ζωής της.

Την επόμενη ημέρα, στη θέση τους, έβαλε μια Αγία Γραφή και ένα μικρό ευχολόγιο.

Άρχισε να διαβάζει.

Οι σελίδες είχαν άλλη μυρωδιά.

Άλλον ρυθμό.

Δεν υπήρχαν ξαφνικές ανατροπές.

Δεν υπήρχαν μεγάλοι έρωτες.

Δεν υπήρχε εκείνο το σφίξιμο στο στήθος.

Τις πρώτες ημέρες απογοητεύτηκε.

Διάβαζε λίγες σελίδες και άφηνε το βιβλίο πάνω στο τραπέζι.

«Μήπως δεν είμαι φτιαγμένη γι' αυτά;» αναρωτιόταν.

Κι όμως...

Κάθε φορά που τελείωνε την προσευχή της, ένιωθε κάτι που δεν ήξερε να ονομάσει.

Δεν ήταν έξαρση.

Δεν ήταν συγκίνηση.

Ήταν σαν να καθόταν κάποιος αθόρυβα δίπλα της.

Και, ενώ η καρδιά της γαλήνευε, ένα άλλο συναίσθημα άρχισε να τη βαραίνει.

Μια παράξενη θλίψη.

Σαν να της έλειπε κάτι.

Σαν να είχε σβήσει ένα φως που επί χρόνια φώτιζε τα μεσημέρια της.

Δεν ήξερε ακόμη ότι αυτή η σιωπή ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

Μέρος Γ΄

 Οι εβδομάδες περνούσαν αθόρυβα.

Το σπίτι συνέχιζε να ανασαίνει στον ίδιο ρυθμό. Τα παιδιά μεγάλωναν, ο Χρήστος έφευγε κάθε αυγή για το εργαστήριο του μαρμάρου και γύριζε το μεσημέρι με την ίδια λευκή σκόνη στα μαλλιά και στα ρούχα. Η Ελένη ζύμωνε, μαγείρευε, έπλενε, συγύριζε.

Εξωτερικά δεν είχε αλλάξει τίποτε.

Μέσα της όμως άλλαζαν όλα.

Τα μεσημέρια εξακολουθούσε να κάθεται στη γνώριμη ξύλινη καρέκλα του αιθρίου. Ο Ελληνικός καφές αχνίζε, το ποτήρι με το δροσερό νερό γυάλιζε στο φως και το μικρό γλυκό περίμενε δίπλα στο πιατάκι.

Μόνο που το ξύλινο κουτί έμενε κλειστό.

Στη θέση του βρισκόταν τώρα η Αγία Γραφή.

Τη διάβαζε με σεβασμό.

Όχι όμως με λαχτάρα.

Έκλεινε το βιβλίο και έμενε με μια αδιόρατη απορία.

«Γιατί δεν νιώθω εκείνη τη συγκίνηση;» συλλογιζόταν.

Και σχεδόν αμέσως ντρεπόταν για τη σκέψη της.

Δεν τολμούσε να το πει σε κανέναν.

Ούτε στον  Χρήστο.

Ούτε στον εαυτό της.

Έπεφτε πολλές φορές σε μια παράξενη θλίψη.

Δεν της έλειπαν τα μυθιστορήματα.

Της έλειπε εκείνη η έξαρση που της χάριζαν.

Ήταν σαν να είχε σωπάσει μέσα της μια μουσική που συνόδευε τα μεσημέρια της.

Στην επόμενη εξομολόγηση, ο πατέρας Νικόλαος κατάλαβε πριν ακόμη μιλήσει.

—Κάτι σε βαραίνει.

Η Ελένη κατέβασε το κεφάλι.

—Πάτερ... προσπαθώ.

—Το βλέπω.

—Διαβάζω... προσεύχομαι... όμως...

Σταμάτησε.

—Όμως;

—Δεν έχω χαρά.

Η φωνή της έσπασε.

—Θέλω κάτι... να με ανεβάζει ψηλά.

Ο γέροντας έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Έπειτα χαμογέλασε με εκείνο το φωτεινό χαμόγελο που δεν ειρωνευόταν ποτέ τον άνθρωπο.

—Την ενέργεια, λοιπόν...

Η Ελένη τον κοίταξε απορημένη.

—Πόσο θα την ήθελες ψηλά, Ελένη μου;

Δεν κατάλαβε.

Ο πατέρας Νικόλαος συνέχισε ήρεμα.

Να την ανεβάσουμε τόσο ψηλά όσο ο Ηρακλής, όταν σήκωσε τη Λερναία Ύδρα και αντηχούσε γύρω του ο θόρυβος της δύναμης; Ή τόσο ψηλά όσο υψώνει ο Χριστός την ανθρώπινη καρδιά, όταν αυτή γεμίζει αγάπη;

Η Ελένη έμεινε ασάλευτη.

Η ερώτηση δεν ζητούσε απάντηση.

Ζητούσε ζωή.

Τα μάτια της βούρκωσαν.

—Του Χριστού... ψιθύρισε.

Ύστερα, σαν να φοβόταν μήπως δεν ακούστηκε, επανέλαβε:

—Του Χριστού.

Ο γέροντας έγνεψε καταφατικά.

—Τότε μη ζητάς συγκινήσεις.

Ζήτα να μεγαλώσει η καρδιά σου.

Οι συγκινήσεις μοιάζουν με τη σπίθα.

Ανάβει, λάμπει και σβήνει.

Η αγάπη είναι σαν το καντήλι.

Δεν κάνει θόρυβο.

Μα καίει ολόκληρη τη νύχτα.

Η Ελένη δεν ξέχασε ποτέ εκείνα τα λόγια.

Άρχισε να προσέχει μικρά πράγματα που άλλοτε περνούσαν απαρατήρητα.

Η ηλικιωμένη χήρα στο τέλος του δρόμου δυσκολευόταν να κουβαλήσει το νερό.

Ένα πρωινό η Ελένη πήγε νωρίς και γέμισε τις στάμνες της χωρίς να πει λέξη.

Η γειτόνισσα νόμιζε πως το έκανε κάποιο παιδί.

Ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε στην εκκλησία με σκισμένο φόρεμα.

Το βράδυ, αφού κοιμήθηκαν όλοι, η Ελένη έραψε ένα καινούργιο από ύφασμα που φύλαγε χρόνια στο σεντούκι της.

Το άφησε διπλωμένο στην πόρτα τους πριν ξημερώσει.

Δεν έμαθε ποτέ κανείς ποιος το είχε αφήσει.

Κάποτε μια άρρωστη γυναίκα δεν μπορούσε να μαγειρέψει.

Η Ελένη έστελνε καθημερινά λίγο φαγητό, πάντα από άλλο παιδί της γειτονιάς, για να μην καταλάβουν από πού ερχόταν.

Κάθε φορά που γύριζε σπίτι, αισθανόταν κάτι παράξενο.

Όχι εκείνη τη ζάλη.

Όχι το χτυποκάρδι.

Όχι τη φαντασία να καλπάζει.

Μόνο μια βαθιά ανάσα.

Σαν να άνοιγε λίγο περισσότερο ο χώρος μέσα στο στήθος της.

Ένα απόγευμα, καθώς καθόταν στο γνώριμο αίθριο, συνειδητοποίησε πως είχε περάσει ώρα πολλή χωρίς να σκεφθεί ούτε μία φορά τις ηρωίδες των παλιών βιβλίων.

Δεν τις είχε προδώσει.

Απλώς δεν τις είχε ανάγκη.

Τότε κατάλαβε.

Κάποτε ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων.

Τώρα άρχιζε να ζει τη δική της.

Πέρασαν μήνες.

Ίσως και χρόνια.

Η ζωή εξακολουθούσε να είναι δύσκολη.

Οι δουλειές δεν λιγόστεψαν.

Τα προβλήματα δεν εξαφανίστηκαν.

Μόνο η καρδιά της είχε αλλάξει τόπο.

Ένα ανοιξιάτικο απόγευμα άνοιξε το ξύλινο κουτί.

Τα Βίπερ ήταν ακόμη εκεί.

Τα πήρε στα χέρια της ένα ένα.

Χάιδεψε τα εξώφυλλα.

Θυμήθηκε τη νεαρή γυναίκα που υπήρξε.

Εκείνο το κορίτσι που αναζητούσε λίγη ομορφιά μέσα στην κούραση της καθημερινότητας.

Χαμογέλασε με τρυφερότητα.

—Σας ευχαριστώ... είπε σχεδόν ψιθυριστά.

Δεν ευχαριστούσε τα βιβλία.

Ευχαριστούσε εκείνη τη νεαρή Ελένη που πάλεψε όπως μπορούσε να κρατήσει ζωντανή την ψυχή της.

Πήρε ένα μικρό μεταλλικό σκεύος στην αυλή.

Άναψε φωτιά.

Έριξε μέσα το πρώτο βιβλιαράκι.

Οι σελίδες τυλίχτηκαν αμέσως στις φλόγες.

Το χαρτί στριφογύριζε στον αέρα καθώς γινόταν στάχτη.

Ένα ένα τα ακούμπησε όλα στη φωτιά.

Δεν υπήρχε θυμός.

Δεν υπήρχε περιφρόνηση.

Υπήρχε μόνο αποχαιρετισμός.

Έσκυψε.

Πήρε λίγη στάχτη στα δάχτυλά της.

Την άφησε να σκορπίσει στον αέρα.

«Δεν καίγεται η νιότη μου», σκέφτηκε.

«Ούτε η φαντασία μου.

Καίγεται μόνο η ανάγκη να δανείζομαι τη ζωή των άλλων.»

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως κάτι μέσα της  την αίσθηση της ελευθερίας.

Το ίδιο βράδυ στάθηκε πάλι μπροστά στο καντήλι.

Η φλόγα έκαιγε ήρεμα, όπως κάθε βράδυ.

Ξαφνικά θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα Νικολάου.

«Η αγάπη είναι σαν το καντήλι.

Δεν κάνει θόρυβο.

Μα καίει ολόκληρη τη νύχτα.»

Χαμογέλασε.

Τόσα χρόνια ζητούσε να ανεβάσει την ενέργειά της όσο πιο ψηλά γινόταν.

Δεν είχε καταλάβει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά ύψη.

Το ένα σε ζαλίζει.

Το άλλο σε φωτίζει.

Χρόνια αργότερα, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, καθόταν πάλι στην ίδια ξύλινη καρέκλα.

Το αίθριο ήταν σχεδόν ίδιο.

Ο βασιλικός μοσχοβολούσε.

Το ποτήρι με το δροσερό νερό δρόσιζε ακόμη τον καφέ της.

Το μικρό γλυκό βρισκόταν στο ίδιο πιατάκι.

Μόνο που δίπλα της δεν υπήρχε κανένα βιβλίο.

Από τον δρόμο ακούστηκαν παιδικές φωνές.

Μια γειτόνισσα φώναξε διστακτικά:

—Ελένη... μπορείς να έρθεις λίγο;

Εκείνη σηκώθηκε αμέσως.

Έριξε μια τελευταία ματιά στην άδεια καρέκλα.

Και χαμογέλασε.

«Παράξενο...»

σκέφτηκε.

«Κάποτε νόμιζα πως η μεγαλύτερη χαρά ήταν να ζω μέσα στις ιστορίες των άλλων.

Τελικά η μεγαλύτερη χαρά ήταν να μπορώ να γίνω, έστω για λίγο, μια μικρή ευλογία μέσα στη δική τους, στην πραγματική ζωή των συνανθρώπων μου.»

Έσβησε το καντήλι μόνο όταν ξημέρωσε.

Όχι γιατί είχε τελειώσει το λάδι.

Αλλά γιατί είχε ήδη ανάψει μέσα της ένα άλλο φως.

Ένα φως που δεν ζητούσε πια συγκινήσεις.

Μόνο αγάπη.

Και τότε κατάλαβε, χωρίς να χρειαστεί να της το εξηγήσει κανείς, την απάντηση στην ερώτηση που κάποτε της είχε αλλάξει τη ζωή.

«Την ενέργεια; Πόσο θα την ήθελες ψηλά;»

Όσο ψηλά μπορεί να υψωθεί μια καρδιά που έμαθε να αγαπά και να προσφέρει χωρίς να ζητά  για τον εαυτό της ΤΙΠΟΤΑ!.

Δεν υπάρχουν σχόλια: