ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΛΥΡΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ.
Η ανιδιοτελής φιλία και αγάπη κρατά ακόμη το άρωμα και τις εμπειρίες ,βιώματα, γεγονότα, καταστάσεις των παιδικών μας χρόνων ,γιατί περπατήσαμε, γνωρίσαμε, μάθαμε, ζήσαμε, το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον του χωριού μας Βαλύρα Μεσσηνίας, ως αγυιόπαιδες ανά τας αγυιάς και ανά τας ρύμας. και ειδικά την Τσούκα, Πέρα Μεριά, Κάμπο Βαλύρας ,και τα ποτάμια Πάμισο, Μαυροζούμενα ,Γοργόρεμα, τη λίμνη του μύλου κάνοντας μπάνιο με αδαμιαία περιβολή, και γιουρούσια στα Ποτιστικά.
Όλες αυτές οι δεκάδες αποστολές των παιδικών- εφηβικών δραστηριοτήτων, (που δυστυχώς δεν βιώνουν οι νέοι μας), στο σπίτι, στο σχολείο, στο μπαξέ, στα ζώα, στα κτήματα, στο κυνήγι, στο ψάρεμα, στο αυλάκι, στη λάντζα, στο πηγάδι, στο ποτάμι, στην καλαμωτή, στο αγώγι, στις γιορτές, στο γάμο, στα βαφτίσια, στο πανηγύρι, στα διαπροσωπικά παιχνίδια, στους αγώνες της καθημερινότητας για επιβίωση, αποτελούν ακόμη αναφορά στην σκέψη μας και στη ζωή μας για έναν απλό λόγο. Συμβολίζουν την ανάγκη του ανθρώπου να μετρηθεί, να αγωνιστεί, και να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Χωρίς υπολογισμούς, υστεροβουλίες. Χωρίς να ξέρει πολλά από τους συγχωριανούς του, στα ενδότερα. Έμεναν οι μνήμες του αγώνα. Τίποτα. Φαίνεται πως αυτά ήταν πολύ σημαντικά πράγματα γιατί το μυαλό τα κράτησε. Τα συντήρησε. Και τα χρησιμοποιεί όταν θέλει να συσπειρωθεί και να ζήσει. Πράγματα άλλα που όταν τα ζούσε νόμιζε ότι είναι σοβαρά τα ξέχασε, τα έσβησε. Κράτησε ό,τι του ήταν αναγκαία.
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΠΑΤΑΛΙΑΣ ήταν άριστος οικογενειάρχης, κυνηγός, ψαράς, αγρότης, εργολάβος, τραγουδιστής, ποιητής, και του έχει μείνει το παρατσούκλι ΝΤΑΛΑΡΑΣ. Συναντηθήκαμε και μου είπε το ποίημα που το εμπνεύστηκε εκείνη τη στιγμή.
Αν θα μπορούσα θ άλλαζα
Όλη την οικουμένη
Να μην υπάρχουνε φτωχοί
Σκλάβοι αδικημένοι.
Και θ ΄άγραφα τόσα πολλά
Γι’ αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά
Με τόσα που μας κάνει
Δεν θα μου φτάνει το χαρτί
Ούτε και το μελάνι.
Όσο υπάρχω και θα ζώ
Για τους φτωχούς θα τραγουδώ
Να τους ζεσταίνω την καρδιά
Που τόχουνε ανάγκη
Γιατί σε τούτη τη ζωή
Δε βρίσκουνε λιμάνι.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΠΑΤΑΛΙΑΣ 30-5-26
ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ
ΚΥΝΗΓΟΣ
ΨΑΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΥΙΟ Τ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΜΠΟΥΖΛΑ
ΓΙΓΑΝΤΙΟ ΚΟΛΟΚΥΘΙ ΣΤΟ ΜΠΑΞΕ ΤΟΥ ΤΟ 2017
ΑΝΕΞΙΤΗΛΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
Φλωμονάμε μικρές και μεγάλες λίμνες, ζαλίζονταν τα ψάρια, χέλια, καβούρια, φίδια και με τις λαμαρίνες καμάκια, απόχες τα σκοτώναμε. Αν το νερό ήταν τρεχούμενο στήναμε καλαμωτές (κάθε λίμνη είχε και τη δική της καλαμωτή) ή πηγαίναμε όλοι μαζί και κατευθύναμε τα ψάρια σε ξένες καλαμωτές και μετά τα πιάναμε. Στη συνέχεια κατά μεγέθη τα βουρλιάζαμε στα βούρλα και τα βάζαμε σε μέρη που είχε κρύο νερό ή τα χώναμε μέσα στην άμμο που είχε υγρασία για να συντηρηθούν μέχρι να φύγουμε από το ποτάμι. Σκοτώναμε επίσης τα ψάρια, χέλια με βαριά χτυπώντας τις πέτρες και ότι άλλο υπήρχε από κάτω.
- Η κύρια δραστηριότητα στο μύλο ήταν το μπάνιο. Οι αρχάριοι το πρώτο βάπτισμα το έπαιρναν στο κοτρώνι. Το νερό παρέσυρε τους πρωτάρηδες, ενώ όλοι οι άλλοι είμαστε σε επιφυλακή μέχρι να φτάσει στο κοτρώνι. Ήταν μία απόσταση περίπου δέκα μέτρων. Στη συνέχεια το δεύτερο βάπτισμα ήταν τα βουρλάκια (εκεί φύτρωναν πολλά βούρλα). Όποιος τα περνούσε ήταν έτοιμος κολυμβητής. Οι αγώνες σε βουτιές, βουτιές από καρυδιές ή συκιές, μακροβούτι, χρόνος αναπνοής, τρέξιμο, πεταλούδα, ανάσκελο, ύπτιο, παιχνίδια στην άμμο, ποιος θα βουτήξει ποιόν, θαμμένοι στην άμμο και σκοποβολή, βρίσκονταν σε εξέλιξη. Οι βουτιές από καρυδιές ή συκιές γίνονταν μόνο από τους τολμηρούς (τα φρούτα τους ποτέ δεν ωρίμασαν) γιατί το ύψος ήταν γύρω τα δέκα μέτρα (ο Κώστας του Βαβανάκου μια φορά έσπασε το κεφάλι του και ο Άρης Γεωργακόπουλος είχε πιεί πολύ νερό και τον γυρίσαμε ανάποδα για να βγάλει το νερό).
Μετά το μπάνιο γινότανε γιουρούσι στα Ποτιστικά και Μυλόλακκα κλέβοντας καρπούζια, καλαμπόκια, σταφύλια, σύκα, μπουρνέλες, μήλα, αχλάδια, φραγκόσυκα (τα μαζεύαμε με το τσιγκλί) ντομάτες, πεπόνια, αγγούρια και ότι άλλο φαγώσιμο φρούτο υπήρχε. Τα πηγαίναμε στο Γοργόρεμα που είχε κρυστάλλινα νερά και τα αφήναμε να παγώσουν. Με φαλσέτες και κολοκοτρωνέικους σουγιάδες φτιάχναμε τις σούμπες. Με τις σούμπες παίρνανε νερό και από τα πηγάδια καθώς και με φύλλα μποτζικιού που τα κάναμε χωνιά και τα δέναμε με βούρλα στο καλάμι. Ανοίγαμε στο πάνω μέρος του κάθε κόμπου του καλαμιού τρύπα και γεμίζαμε όλο το καλάμι με νερό για να πιούμε. Στη συνέχεια μαζευόμαστε όλοι κάτω από τα κυπαρίσσια καρυδιές και συκιές (ήταν ιδιοκτησίας Τσάμη) και γινόταν η προετοιμασία του φαγητού. Άλλοι καθάριζαν τα πουλιά (Λιαριζες, Τζομάχια, Τσουκαλίνες, Σιταρίθρες, Ασπροκόλια), τα ψάρια (Μενίδες, Γκαστρούδες, Τριχόπουλα, Χαμοσούρτια, Μπάφες, Σκυλομαρίνες, Κεφαλόπουλα, Γλιστρήτες, Ιταλούλ, Χέλια, Καβούρια), άλλοι μάζευαν ξύλα για να φτιαχτεί η φωτιά και τα σουβλάκια, άλλοι καθάριζαν τα καλαμπόκια για ψήσιμο και άλλοι πήγαιναν να φέρουν τα φρούτα που ποτέ δεν ωρίμαζαν, από το Γοργόρεμα και Ποτιστικά. Η πυκνή δροσιά των δέντρων μας δημιουργούσε ευχάριστο ύπνο. Ο Νταλόγιαννης που δεν αισθάνεται το φόβο και τον κίνδυνο έφευγε από την παρέα και με ένα καλάμι χτυπούσε τα φίδια όταν πήγαιναν να πιούν νερό στο ποτάμι.
Αυτά μούδιαζαν και έμεναν ακίνητα. Με γρήγορες κινήσεις τα ακινητοποιούσε, τους έβγαζε τα δόντια με ένα πανί και τα αμόλαγε μέσα στα παιδιά που κοιμόντουσαν πάνω σε βουτούμι, μαρίτσα και κουρελούδες. Γινόταν ένας πανικός και έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του. Έπαιρνε όμως την εκδίκησή του μέσα στο ποτάμι γιατί ήταν καλός κολυμβητής και τους βουτούσε μέχρι σκασμού. Οι σούμπες (καλάμια γεμάτα νερό) που ήταν όρθιες έπεφταν από το απότομο ξύπνημα και άδειαζε το νερό και πηγαίναμε στης Θεοφίλενας και το Γοργόρεμα για να πιούμε νερό.
Μετά τον ύπνο τρώγαμε τα φρούτα μας, βγάζαμε τα σώβρακα και στη συνέχεια γινόντουσαν διαγωνισμοί στο χέσιμο και στον αυνανισμό. Ήμασταν όλοι με αδαμιαία εμφάνιση χωρίς κόμπλεξ και ταμπού.
Εδώ πολλές φορές φτάναμε στα άκρα. Πετάγαμε στο αυλάκι τα σώβρακα ή τα κρύβαμε. Δεν χάναμε το θάρρος μας. Φτιάχναμε σώβρακα από μαρίτσα, καλαμπόφυλλα ή κλέβαμε κάποιου άλλου το σώβρακο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου