Σχεδόν λιπόθυμη από την κούραση, μια γιαγιά στη Βαλύρα με συνάντησε στη γωνία του δρόμου, στο Μπιζάνι. Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που ζητά όχι τόσο μια απάντηση, όσο μια επιβεβαίωση πως δεν είναι μόνος του στο πρόβλημα.
«Δεν αντέχω», διαμαρτυρήθηκε. «Μήπως κάνω λάθος; Είναι διαφορετικά τα σημερινά παιδιά; Τόσο ανυπάκουα, διαρκώς σε διέγερση, δεν σταματούν ούτε για μεσημεριανό ύπνο! Εμείς γιατί ήμασταν υπάκουα; Ούτε κιχ δεν ακουγόταν μέσα στο σπίτι. Και τα παιδιά μου τόσο ανυπάκουα δεν ήταν. Τι φταίει; Γιατί βλέπω και τα εγγόνια άλλων γιαγιάδων, δεν είναι γενικώς πολύ δραστήρια παιδάκια; Αλλά ορισμένα γιατί είναι φρόνιμα; »
Η απορία της είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα απλό παράπονο για τα εγγόνια. Κρύβει μέσα της μια ολόκληρη κοινωνική αλλαγή. Κάθε γενιά μεγαλώνει παιδιά διαφορετικά από την προηγούμενη και, όταν έρχεται η ώρα να γίνει παππούς ή γιαγιά, συχνά ανακαλύπτει ότι τα παιδιά του κόσμου δεν συμπεριφέρονται πια όπως εκείνα που θυμάται από τα δικά του παιδικά χρόνια.
Και τότε γεννιέται η γνωστή φράση: «Τα σημερινά παιδιά δεν είναι όπως ήμασταν εμείς».
Μόνο που η φράση αυτή είναι ταυτόχρονα σωστή και παραπλανητική.
Τα σημερινά παιδιά πράγματι μεγαλώνουν διαφορετικά. Δεν είναι όμως απαραίτητα πιο «κακά», πιο ανυπάκουα ή λιγότερο ευγενικά. Μεγαλώνουν μέσα σε μια διαφορετική οικογένεια, σε διαφορετικό σχολείο, σε διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον και, κυρίως, σε έναν κόσμο με πολύ περισσότερα ερεθίσματα.
Η γιαγιά θυμάται την υπακοή, αλλά ξεχνά τις συνθήκες
Η γιαγιά θυμάται το δικό της σπίτι. Ένα σπίτι στο οποίο υπήρχαν κανόνες σαφείς, σταθεροί και συχνά αδιαπραγμάτευτοι.
«Όταν μας έλεγε η μάνα μας να καθίσουμε, καθόμασταν. Όταν μας έλεγε να κοιμηθούμε, πηγαίναμε στο κρεβάτι. Όταν ερχόταν ο πατέρας, υπήρχε ησυχία».
Πράγματι, σε πολλές οικογένειες προηγούμενων δεκαετιών η παιδική συμπεριφορά ήταν περισσότερο ελεγχόμενη από τους ενήλικες. Η οικογένεια λειτουργούσε με μια πιο αυστηρή ιεραρχία. Ο γονιός αποφάσιζε και το παιδί υπάκουε. Η αμφισβήτηση δεν θεωρούνταν πάντοτε δικαίωμα του παιδιού· πολλές φορές θεωρούνταν αγένεια.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα παιδιά εκείνης της εποχής δεν είχαν επιθυμίες, θυμό, περιέργεια, πείσμα ή ένταση. Τα είχαν. Απλώς ο τρόπος με τον οποίο επιτρεπόταν να τα εκφράσουν ήταν διαφορετικός.
Το παιδί μπορούσε να είναι θυμωμένο, αλλά δεν μπορούσε εύκολα να πει «δεν θέλω». Μπορούσε να διαφωνεί, αλλά δεν ήταν βέβαιο ότι θα διαφωνούσε φωναχτά. Μπορούσε να βαριέται, αλλά η ζωή του δεν ήταν γεμάτη από διαρκείς εναλλαγές ερεθισμάτων που του ζητούσαν κάθε λίγα δευτερόλεπτα την προσοχή.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες διαφορές.
Από την αυλή στην οθόνη
Τα παιδιά προηγούμενων γενεών μεγάλωσαν σε έναν κόσμο βραδύτερο.
Έπαιζαν στην αυλή, στον δρόμο, στην πλατεία. Έτρεχαν, σκαρφάλωναν, μάλωναν, συμφιλιώνονταν και επέστρεφαν στο σπίτι. Το παιχνίδι τους δεν είχε πάντα κανόνες κατασκευασμένους από ενήλικες. Έφτιαχναν μόνοι τους τους κανόνες.
Σήμερα ένα παιδί μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μετακινηθεί από ένα παιχνίδι σε ένα βίντεο, από ένα βίντεο σε μια διαφήμιση, από μια εικόνα σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι και από εκεί σε μια άλλη δραστηριότητα. Η καθημερινότητά του είναι πολύ πιο γεμάτη ερεθίσματα.
Δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία είναι ο «ένοχος» για όλα. Θα ήταν υπερβολικά απλό. Όμως η υπερβολική έκθεση σε γρήγορα και συνεχώς εναλλασσόμενα ερεθίσματα μπορεί να κάνει ορισμένα παιδιά να δυσκολεύονται περισσότερο να αντέξουν την πλήξη, την αναμονή και την αδράνεια.
Και η γιαγιά ζητά ακριβώς αυτό που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο: «Κάτσε λίγο ήσυχα».
Μόνο που για ένα παιδί που έχει συνηθίσει σε συνεχή ερεθίσματα, το «κάτσε ήσυχα» μπορεί να μοιάζει σχεδόν με τιμωρία.
Γιατί δεν κοιμούνται το μεσημέρι;
«Δεν σταματούν ούτε για μεσημεριανό ύπνο!» λέει η γιαγιά.
Εδώ χρειάζεται μια μικρή κοινωνιολογική αλλά και αναπτυξιακή παρένθεση. Δεν χρειάζονται όλα τα παιδιά τον ίδιο ύπνο. Οι ανάγκες αλλάζουν ανάλογα με την ηλικία και το παιδί. Επομένως, η απουσία μεσημεριανού ύπνου δεν είναι από μόνη της ένδειξη ανυπακοής.
Η γιαγιά, όμως, δεν μιλά μόνο για τον ύπνο. Μιλά για την αδυναμία του παιδιού να «κατεβάσει ταχύτητα».
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία.
Πολλοί σύγχρονοι γονείς ζουν σε έναν ρυθμό διαρκούς βιασύνης. Σχολείο, δραστηριότητες, φροντιστήρια, αθλητισμός, μετακινήσεις, οθόνες, κοινωνικές υποχρεώσεις. Το παιδί δεν έχει πάντα την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου που είχαν οι προηγούμενες γενιές.
Και όταν η ζωή είναι συνεχώς γεμάτη, η ηρεμία δεν έρχεται αυτόματα. Πρέπει να διδαχθεί.
Η ανυπακοή είναι πάντα πρόβλημα;
Όχι.
Ένα παιδί που λέει «όχι» δεν είναι απαραίτητα κακομαθημένο. Ένα παιδί που ρωτά «γιατί;» δεν είναι απαραίτητα αγενές. Ένα παιδί που διεκδικεί δεν σημαίνει ότι στερείται σεβασμού.
Η παιδική ηλικία είναι και η εποχή κατά την οποία το άτομο δημιουργεί σταδιακά την προσωπικότητά του. Το παιδί δοκιμάζει όρια, ελέγχει αντιδράσεις, μαθαίνει τι επιτρέπεται και τι όχι.
Το «όχι» είναι συχνά μέρος αυτής της διαδικασίας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παιδί δεν μπορεί να αποδεχθεί κανένα όριο, όταν η επιθετικότητα γίνεται μόνιμη, όταν η συμπεριφορά του διαταράσσει συστηματικά τη ζωή του ίδιου και των άλλων ή όταν οι ενήλικες έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να θέσουν σταθερούς κανόνες.
Επομένως, δεν χρειάζεται ούτε η παλιά αυστηρότητα ούτε η σύγχρονη πλήρης ασυδοσία.
Χρειάζεται όριο.
Από την αυστηρή γιαγιά στη «δημοκρατική» γιαγιά
Κάποτε η γιαγιά είχε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο. Ήταν συχνά φορέας της παράδοσης. Ήξερε τις οικογενειακές ιστορίες, τις συνήθειες, τις απαγορεύσεις και τα «πρέπει».
Σήμερα η γιαγιά έχει βρεθεί σε μια παράξενη θέση.
Από τη μία πλευρά αγαπά βαθιά τα εγγόνια της και θέλει να τα προστατεύσει. Από την άλλη, δεν έχει πάντοτε το δικαίωμα να τα διαπαιδαγωγήσει όπως εκείνη νομίζει. Οι γονείς έχουν τις δικές τους αντιλήψεις. Και αυτό δημιουργεί συχνά εντάσεις.
«Εμείς μεγαλώσαμε τόσα παιδιά και ξέρουμε!» λέει η γιαγιά.
«Ναι, αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει», απαντούν τα παιδιά της.
Και οι δύο πλευρές έχουν ένα κομμάτι της αλήθειας.
Οι γιαγιάδες διαθέτουν εμπειρία ζωής. Οι γονείς διαθέτουν την ευθύνη της σημερινής ανατροφής. Το παιδί, όμως, δεν πρέπει να βρίσκεται στη μέση μιας διαμάχης ανάμεσα σε δύο γενιές.
Γιατί η γιαγιά βλέπει ορισμένες φορές τα εγγόνια των άλλων και σκέφτεται ότι είναι πιο φρόνιμα από τα δικά της;
Εδώ υπάρχει ένα πολύ ανθρώπινο ψυχολογικό φαινόμενο.
Το δικό μας παιδί το γνωρίζουμε σε όλες του τις λεπτομέρειες. Ξέρουμε τα ξεσπάσματά του, τις απαιτήσεις του, τις κακές του στιγμές, τις αντιδράσεις του όταν κουράζεται.
Το παιδί του άλλου το βλέπουμε συνήθως για λίγο.
Το βλέπουμε στην πλατεία για είκοσι λεπτά. Το βλέπουμε στο σπίτι για μία ώρα. Το βλέπουμε όταν είναι καθαρό, περιποιημένο και ίσως σε καλή διάθεση.
Δεν βλέπουμε τη δύσκολη ώρα του.
Γι' αυτό και η σύγκριση είναι άδικη.
«Τα εγγόνια της γειτόνισσας είναι τόσο ήσυχα!»
Πιθανότατα η γειτόνισσα λέει ακριβώς το ίδιο για τα δικά σας εγγόνια.
Μήπως η γιαγιά έχει δίκιο;
Έχει δίκιο στο συναίσθημά της.
Κουράζεται. Αγαπά. Προσπαθεί. Και όταν βλέπει ένα παιδί να μην υπακούει, φοβάται μήπως κάτι έχει αλλάξει προς το χειρότερο.
Αλλά ίσως χρειάζεται να αλλάξει λίγο η ερώτηση.
Όχι «γιατί τα σημερινά παιδιά είναι τόσο ανυπάκουα;»
Αλλά:
«Τι χρειάζονται τα σημερινά παιδιά για να μάθουν να αυτορυθμίζονται, να σέβονται τα όρια και ταυτόχρονα να μεγαλώνουν με αυτοπεποίθηση;»
Η απάντηση δεν είναι ούτε η φωνή ούτε η αδιαφορία.
Είναι η σχέση.
Το παιδί χρειάζεται έναν ενήλικα που να είναι σταθερός χωρίς να είναι σκληρός, τρυφερός χωρίς να γίνεται υποχωρητικός και διαθέσιμος χωρίς να καταργεί τα όρια.
Οι γιαγιάδες μπορούν να γίνουν γέφυρες
Ίσως αυτός είναι ο σπουδαιότερος ρόλος της σύγχρονης γιαγιάς.
Να γίνει γέφυρα ανάμεσα στις γενιές.
Να πει στο εγγόνι: «Σε αγαπώ, αλλά αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό».
Να πει στην κόρη ή στον γιο της: «Καταλαβαίνω ότι κουράζεσαι».
Να μην προσπαθεί να αποδείξει ότι η δική της εποχή ήταν καλύτερη.
Γιατί δεν ήταν ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Ήταν διαφορετική.
Κάθε εποχή έχει τις δυσκολίες της. Τα παιδιά του παρελθόντος μπορεί να είχαν περισσότερη πειθαρχία, αλλά συχνά είχαν λιγότερο χώρο να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Τα σημερινά παιδιά έχουν περισσότερη ελευθερία έκφρασης, αλλά συχνά αντιμετωπίζουν περισσότερα ερεθίσματα, περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη δυσκολία στη διαχείριση της προσοχής και της ματαίωσης.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στο παρελθόν.
Είναι να κρατήσουμε από το παρελθόν ό,τι ήταν καλό και από το παρόν ό,τι είναι χρήσιμο.
Και τελικά, ποιος φταίει;
«Τι φταίει;» ρώτησε η γιαγιά στο Μπιζάνι.
Ίσως κανείς μόνος του.
Δεν φταίνε τα παιδιά επειδή γεννήθηκαν σε μια διαφορετική εποχή. Δεν φταίνε οι γονείς επειδή δυσκολεύονται. Δεν φταίνε οι γιαγιάδες επειδή συγκρίνουν το σήμερα με το χθες.
Φταίει, αν θέλετε, η αδυναμία μας να καταλάβουμε ότι η παιδική ηλικία αλλάζει μαζί με την κοινωνία.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που αξίζει να θυμόμαστε: η γιαγιά που σήμερα λέει «Αχ, αυτά τα παιδιά!» ήταν κάποτε κι εκείνη παιδί.
Κάποια άλλη γιαγιά, πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, ίσως την είχε πιάσει από το χέρι και είχε πει ακριβώς τα ίδια:
«Αχ! Αυτά τα παιδιά της σημερινής εποχής! Δεν ακούν κανέναν!»
Και η ιστορία συνεχίζεται.
Οι γενιές αλλάζουν, τα παιδιά αλλάζουν, οι οικογένειες αλλάζουν. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η ανάγκη του παιδιού να νιώθει ότι κάποιος το αγαπά, το προστατεύει και ταυτόχρονα του δείχνει τα όριά του.
Γι' αυτό, αγαπημένη μας γιαγιά , ίσως δεν χρειάζεται να λιποθυμήσεις.
Πάρε μια ανάσα.
Μην προσπαθείς να κάνεις τα εγγόνια σου ίδια με τα παιδιά της δικής σου εποχής. Άφησέ τα να είναι παιδιά της δικής τους εποχής. Αλλά, μαζί με τους γονείς τους, βοήθησέ τα να μάθουν κάτι που δεν παλιώνει ποτέ: να ακούν, να περιμένουν, να σέβονται, να αγαπούν και να καταλαβαίνουν ότι δεν γίνεται πάντοτε το δικό τους.
Και όταν κάποια μέρα μεγαλώσουν, μπορεί να εμφανιστεί μπροστά τους μια νέα γενιά παιδιών.
Τότε ίσως ακούσουμε τα εγγόνια της σημερινής γιαγιάς να λένε:
«Εμείς ήμασταν πολύ πιο φρόνιμα παιδιά. Αυτά τα σημερινά παιδιά δεν αντέχονται!»
Και κάπου εκεί, μια παλιά γιαγιά θα χαμογελάσει.
Γιατί θα ξέρει πια το μεγάλο μυστικό:
Δεν αλλάζουν μόνο τα παιδιά. Αλλάζει ο κόσμος μέσα στον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να μεγαλώνουν.
Και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος που κάθε γενιά κοιτάζει την επόμενη και αναφωνεί, με αγανάκτηση αλλά και με αγάπη:
«Αχ! Αυτά τα εγγόνια μου… Αχ! Αυτά τα σημερινά παιδιά!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου