Ήταν 19:30 το βράδυ, προς το τέλος Αυγούστου 2026.
Ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει πίσω από το διάσελο της Ιθώμης και ο ουρανός είχε αρχίσει να ντύνεται με μαβί αποχρώσεις ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα. Ένα απαλό γαλάζιο αγκάλιαζε το πορτοκαλί του δειλινού, ενώ οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου χάιδευαν τις κορυφές στις αιωνόβιες ελιές στον κάμπο της Βαλύρας.
Δεν ξέρω τι ακριβώς με οδήγησε εκείνο το Αυγουστιάτικο βράδυ στο κτήμα της αδελφής μου. Ήταν σαν μια ακατανίκητη επιθυμία να περπατήσω ανάμεσα στα δέντρα, να νιώσω το χώμα κάτω από τα παπούτσια μου και να αφήσω για λίγο πίσω μου τις έγνοιες της ημέρας.
Μπήκα στο κτήμα και αμέσως με υποδέχτηκαν οι συκιές, καθώς τους έψαλα σιγανά τον επιλύχνιο ύμνο, Φως Ιλαρόν Αγίας δόξης....
Άρχισα να μαζεύω σύκα.
Ένα εδώ, ένα παραπέρα. Έσκυβα, διάλεγα τα ώριμα και τα τοποθετούσα προσεκτικά στο καλάθι. Η απόλυτη ησυχία του κάμπου με είχε σχεδόν υπνωτίσει. Ακουγόταν μόνο το θρόισμα των φύλλων και κάπου μακριά το κελάηδισμα ενός νυχτερινού πουλιού.
Ώσπου διαπέρασε το φράγμα της ακοής μου ένας επίμονος και παράξενος ήχος.
Σταμάτησα.
«Γαύγισμα;»
Έμοιαζε με γάβγισμα σκύλου. Όχι όμως ακριβώς. Ήταν ένας βαθύς, βραχνός, παράξενος ήχος, σαν ζώο που προειδοποιούσε κάποιον να μην πλησιάσει.
Κοίταξα γύρω μου.
Τίποτα.
Συνέχισα να μαζεύω σύκα, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως κάποιος σκύλος πρέπει να βρισκόταν κάπου στον δρόμο ή σε κάποιο γειτονικό κτήμα.
Ο ήχος ακούστηκε ξανά.
Αυτή τη φορά ήταν πιο κοντά.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα προς το κανάλι που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Ήταν βαθύ και γεμάτο πυκνή βλάστηση. Καλαμιές, βάτα και χόρτα είχαν δημιουργήσει ένα φυσικό τείχος, κρύβοντας ό,τι μπορούσε να κινείται μέσα του.
Προχώρησα προς την τελευταία συκιά.
Δεν φανταζόμουν ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα αντίκριζα ένα πλάσμα που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου!
Μόλις έφτασα κοντά στη συκιά, κάτι κινήθηκε αποφασιστικά μέσα στις καλαμιές.
Πάγωσα.
Και τότε εμφανίστηκε.
Στην αρχή νόμισα πως ήταν κάποιο παράξενο σκυλί. Ήταν μαύρο, σχεδόν ολόμαυρο, με ένα σώμα χαμηλό και στιβαρό. Το κεφάλι του έμοιαζε με σκύλου, αλλά τα αυτιά του ήταν μικρά, σχεδόν σαν γάτας.
Και ύστερα είδα το πρόσωπό του.
Δύο κατάλευκες λωρίδες διέσχιζαν το μαύρο πρόσωπό του.
Για μερικές στιγμές κοιταζόμασταν χωρίς να κουνιόμαστε.
Εκείνο από την όχθη.
Εγώ κάτω από τη συκιά.
Το σώμα του ήταν παράξενο. Το τρίχωμά του ήταν πολύ κοντό, ανθρακί προς γκρι, και η πλάτη του φαινόταν πεπλατυσμένη, σαν καβούκι χελώνας ή σαν ένα μεγάλο αυγό. Ταυτόχρονα, το υπόλοιπο σώμα θύμιζε μεγάλο κουνάβι.
«Τι είσαι εσύ;» ψιθύρισα.
Δεν έφυγε.
Με κοιτούσε επίμονα.
Ίσως και εκείνο να αναρωτιόταν τι παράξενο πλάσμα στεκόταν απέναντί του.
Έκανα μια μικρή κίνηση.
Το ζώο ανασηκώθηκε ελαφρά.
«Έλα εδώ», του είπα ήρεμα.
Δεν ήρθε.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ίσως μπορούσα να το πλησιάσω λίγο περισσότερο, να δω καθαρά τι ήταν. Όμως κάτι μέσα μου με σταμάτησε. Ο ήχος που είχα ακούσει πριν από λίγο δεν ήταν τυχαίος. Ήταν σαν προειδοποίηση.
Έκανα ακόμη μία μικρή κίνηση.
Και τότε, χωρίς βιασύνη, το ζώο κατέβηκε από την όχθη και χάθηκε μέσα στο βαθύ κανάλι.
Οι καλαμιές κινήθηκαν για λίγο.
Ύστερα σιωπή.
Έμεινα εκεί κοιτάζοντας το σημείο όπου είχε εξαφανιστεί.
Ένιωθα πως μόλις είχα ζήσει κάτι παράξενο, από εκείνα τα μικρά περιστατικά που δεν τα ξεχνάς εύκολα.
Δεν ήξερα ακόμη τι είχα δει.
Εκείνο το βράδυ, όμως, η εικόνα του ζώου επέστρεφε συνεχώς στο μυαλό μου: το μαύρο πρόσωπο, οι λευκές λωρίδες, η πλατιά πλάτη, το επίμονο βλέμμα.
Αργότερα, όταν περιέγραψα την εμφάνιση στο διαδίκτυο, το μέγεθος και τη συμπεριφορά του, όλα άρχισαν να αποκτούν νόημα.
Ήταν, ένας ευρωπαϊκός ασβός!
Ένα ζώο νυχτόβιο και κρυπτικό, που σπάνια αφήνει τον άνθρωπο να το παρατηρήσει από κοντά. Το βαθύ κανάλι, οι καλαμιές και η πυκνή βλάστηση ήταν για εκείνο ένας ασφαλής δρόμος, ένα καταφύγιο μέσα στον κάμπο.
Και ξαφνικά ο παράξενος ήχος που είχα ακούσει απέκτησε κι αυτός τη σημασία του.
Δεν ήταν σκύλος.
Ήταν ο φύλακας του καναλιού.
Ίσως να βγήκε εκείνο το βράδυ από την κρυψώνα του για να αναζητήσει την τροφή του. Ίσως να ακολουθούσε το ίδιο μονοπάτι που ακολουθούσε κάθε βράδυ. Και ξαφνικά βρέθηκε απέναντι σε έναν άνθρωπο που μάζευε σύκα.
Για λίγες στιγμές, οι δρόμοι μας συναντήθηκαν.
Εγώ ήμουν ένας επισκέπτης στον δικό του κόσμο.
Κι εκείνος ένας απρόσκλητος, αλλά καλοδεχούμενος επισκέπτης στον δικό μου.
Στο κτήμα λίγο μετά τη δύση του ηλίου, κοιτάζω πλέον διαφορετικά τις καλαμιές και το κανάλι.
Γιατί τώρα ξέρω πως μέσα σε εκείνη τη σιωπή υπάρχει ζωή.
Υπάρχουν απίστευτα πλάσματα που κινούνται αθόρυβα όταν εμείς πιστεύουμε πως ο κάμπος κοιμάται.
Και ίσως, κάπου ανάμεσα στην υψηλή βλάστηση, ένας ασβός να βγαίνει ξανά από το σκοτάδι, να σηκώνει το κεφάλι του και να κοιτάζει επίμονα τον περαστικό διαβάτη.
Σαν φύλακας.
Σαν να θέλει να μας θυμίσει πως η φύση δεν είναι άδεια.
Απλώς περιμένει να σωπάσουμε για να τη δούμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου